Κάποιες φορές το πιο δύσκολο πράγμα για έναν δημιουργό δεν είναι να αφηγηθεί μια προσωπική ιστορία, αλλά να βρει την απαραίτητη απόσταση από αυτήν ώστε να μπορέσει να τη μετατρέψει σε ολοκληρωμένο κινηματογραφικό έργο. Το «Ανάμεσα σε Τρεις Ζωές» της Σόφι Χάιντ κουβαλά από την πρώτη του σκηνή αυτό το βάρος. Είναι μια ταινία βαθιά προσωπική, σχεδόν εξομολογητική, που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο οικογενειακό δράμα, τη συζήτηση γύρω από τη σύγχρονη queer ταυτότητα και την ανάγκη συμφιλίωσης με ένα παρελθόν που δεν έπαψε ποτέ να επηρεάζει τους ήρωές της. To κακό, όμως, είναι πως το αποτέλεσμα παραμένει άνισο και συχνά εξαντλητικά αυτάρεσκο.

Η Χάνα και το non-binary έφηβο παιδί της, το Φράνσις, επισκέπτονται τον γκέι παππού τους, τον Τζίμπα, στο Άμστερνταμ. Το Φράνσις εκφράζει την επιθυμία να μείνει με τον παππού του για έναν χρόνο, αμφισβητώντας τις γονεϊκές πεποιθήσεις της Χάνα και αναγκάζοντάς την να αντιμετωπίσει ζητήματα του παρελθόντος.

Η Χάιντ προσεγγίζει το υλικό της με εμφανή ευαισθησία και μια διαρκή διάθεση κατανόησης απέναντι σε όλους τους χαρακτήρες της, ακόμη και όταν αυτοί συγκρούονται ή πληγώνουν ο ένας τον άλλον. Το πρόβλημα είναι ότι η ταινία μοιάζει συχνά τόσο απορροφημένη από τις ιδέες που θέλει να εκφράσει, ώστε ξεχνά να αφήσει τις στιγμές να αναπνεύσουν φυσικά. Και έτσι, ενώ η ταινία διαθέτει συναίσθημα και ειλικρίνεια, δυσκολεύεται να αποκτήσει πραγματική δραματουργική δύναμη.

Το σενάριο μοιάζει συνεχώς εγκλωβισμένο στην επιθυμία του να εκφράσει ιδέες αντί να χτίσει πραγματικές συγκρούσεις. Οι χαρακτήρες συχνά δεν μιλούν σαν άνθρωποι αλλά σαν προεκτάσεις θεματικών αξόνων. Κάθε συζήτηση για το φύλο, τη σεξουαλική ταυτότητα ή το χάσμα των γενεών ακούγεται υπερβολικά επεξεργασμένη, σχεδόν θεωρητική, με αποτέλεσμα η ταινία να χάνει τη φυσικότητά της. Ακόμη και στις πιο συναισθηματικά φορτισμένες σκηνές, υπάρχει η αίσθηση ότι οι ήρωες γνωρίζουν πως εκπροσωπούν κάτι μεγαλύτερο από τους ίδιους και αυτό αφαιρεί τον όποιο αυθορμητισμό από την αφήγηση.

Η πιο δυνατή σκηνή της ταινίας έρχεται όταν ο Τζίμπα συγκρούεται με τη νεότερη γενιά γύρω από την έννοια της ταυτότητας και των σύγχρονων queer ορισμών. Εκεί η Χάιντ αφήνει επιτέλους τους χαρακτήρες να μιλήσουν με θυμό και αμηχανία, χωρίς να προσπαθεί να δώσει εύκολες απαντήσεις. Είναι από τις λίγες στιγμές που το φιλμ αποκτά αληθινή δραματική ένταση. Αντίθετα, αρκετές άλλες σκηνές χάνονται μέσα σε έναν αργό ρυθμό και μια επαναληπτικότητα που κουράζει πριν ολοκληρωθεί η διαδρομή.

Παρόλα αυτά, οι ερμηνείες κρατούν την ταινία όρθια σχεδόν σε όλη τη διάρκειά της. Η Ολίβια Κόλμαν δίνει για ακόμη μία φορά μια ερμηνεία γεμάτη εσωτερική ένταση, καταφέρνοντας να αποδώσει τη συσσωρευμένη απογοήτευση μιας γυναίκας που πέρασε τη ζωή της προσπαθώντας να κατανοήσει έναν πατέρα που υπήρξε ταυτόχρονα χαρισματικός και απών. Από την άλλη, ο Τζον Λίθγκοου χαρίζει στον Τζίμπα μια σχεδόν θεατρική γοητεία. Υπάρχουν στιγμές όπου ο ηθοποιός καταφέρνει να γεμίσει την οθόνη μόνο με ένα βλέμμα ή ένα ειρωνικό χαμόγελο, ακόμη κι όταν το σενάριο τον μετατρέπει περισσότερο σε σύμβολο παρά σε πραγματικό άνθρωπο.

Σε καμία περίπτωση δεν περνά αδιάφορα, αλλά το «Ανάμεσα σε Τρεις Ζωές» είναι μια ταινία που δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο να εκθέσει τις σκέψεις της παρά να παρασύρει συναισθηματικά τον θεατή. Διαθέτει ειλικρίνεια, καλές προθέσεις και δύο σπουδαίους ηθοποιούς, αλλά σπάνια καταφέρνει να μετατρέψει την προσωπική εξομολόγηση σε κινηματογραφική εμπειρία με πραγματικό βάθος.