Σκηνοθέτης που δοκιμάζει και δοκιμάζεται πάνω σε διαφορετικά είδη, ο Τζέιμς Γκρέις ξεγελάει κάθε φορά κοινό και κριτικούς για τις προθέσεις του. Στην πραγματικότητα, είτε αναζητά χαμένες πόλεις στον Αμαζόνιο («The Lost City of Z» του 2016), είτε τον πατέρα του στο διάστημα («Ad Astra» του 2019), όλες οι «περιπέτειες» του στο σινεμά αφηγούνται την ίδια ακριβώς ιστορία: την προσπάθεια μικρών ανθρώπων να συμφιλιωθούν με τα μεγάλα όνειρά τους, αυτά που συνθλίβονται νομοτελειακά από τη σύγκρουσή της με την πραγματική ζωή.
Πάντα πάνω σε δικά του σενάρια, οι ιστορίες του Τζέιμς Γκρέι είναι αυτοβιογραφικές και επιστρέφουν (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) όλες στα χρόνια της παιδικής του ηλικίας στα 80ς του Ρόναλντ Ρέιγκαν, του Ψυχρού Πολέμου, του ακόμη ενός τέλους του αμερικανικού ονείρου. Καθοριστική εποχή σε κάθε περίπτωση για κάθε άνθρωπο, αλλά και για έναν δημιουργό που εξερευνά σε κάθε επιστροφή του στα μέρη της Νέας Υόρκης όπου μεγάλωσε τις έννοιες του «τόπου», της «οικογένειας» και της μικρής ή μεγάλης τραγωδίας που κρύβεται πάντα σε μια φαινομενικά συνηθισμένη, ευτυχισμένη ζωή.
Το «Paper Tiger», φυσική συνέχεια του «Αrmageddon Time» (η αρχική πρόθεση του Γκρέι ήταν να γυριστεί και με τους ίδιους ηθοποιούς), τον βρίσκει όχι μόνο ξανά μέσα στο οικογενειακό σπίτι, αλλά και σε μια πολυαναμενόμενη επιστροφή στη φόρμα (μετά από τη μεγαλύτερη αστοχία του που ήταν το «Κάποτε στη Νέα Υόρκη»), εδώ με ένα καστ που χαρίζει τρεις μοναδικούς ρόλους στον Ανταμ Ντράιβερ, την Σκάρλετ Τζοχάνσον και τον υπέροχο Μάιλς Τέλερ. Με κορυφές της καριέρας του το ντεμπούτο του «Little Odessa» και το «The Yards», το «Paper Tiger» έρχεται να θυμίσει τον τρόπο με τον οποίο ο Γκρέι διαχειρίζεται το είδος του νεο-νουάρ και του αστυνομικού φιλμ (αλλά στις καλύτερες στιγμές του και οποιοδήποτε άλλο είδος - θυμηθείτε ακόμη μια κορυφή στη φιλμογραφία του το Two Lovers) με μια βαθιά μελοδραματική αίσθηση του βλέμματος που κοιτάζει τον άνθρωπο στο ύψος του αναστήματός του.
Πριν ακόμη ξεκινήσει, το «Paper Tiger» προδίδει πως αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι μια μεγάλη τραγωδία. Η φράση από τον «Αγαμέμνωνα» του Αισχύλου στους τίτλους της αρχής προοιωνίζει την ύβρη: «Ας είναι ο πλούτος χωρίς συμφορά, αρκετός για τον συνετό άνθρωπο». Ο,τι θα ακολουθήσει δεν θα είναι μόνο ένα close up σε μία οικογένεια που θα τολμήσει να υπερβεί τα όρια της «σύνεσης», αλλά και ένα φρέσκο ενός κόσμου που κρύβει περισσότερο σκοτάδι από όσο αντέχει να επεξεργαστεί με λογικά επιχειρήματα και λογικές πράξεις.
Ο Ιρβιν και η Εστερ ζουν μια ευτυχισμένη, κανονική ζωή μαζί με τα δύο τους αγόρια στα προάστια του Κουίνς. Στο περιθώριο της καθημερινότητας τους, αλλά με μια παρουσία δυναμική, εμβληματική, σχεδόν ηρωική ζει και ο Θείος Γκάρι, πρώην αστυνομικός με έναν αέρα σιγουριάς για τα ύποπτα κατά βάση πράγματα με τα οποία καταπιάνεται και ένα πιστόλι πάντα κρυμμένο στην κάλτσα. Καθόλου δύσκολο λοιπόν να πείσει τον αδερφό του να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις και την έμπειρα του ως μηχανικός για μια «δουλειά» με Ρώσους επιχειρηματίες που θα τους αποφέρει πολλά χρήματα. Ο Ιρβιν είναι όμως άπειρος, πιστεύει ότι συνδιαλέγεται με επαγγελματίες και οι Ρώσοι δεν αστειεύονται όταν νιώθουν ότι τους παρακολουθούν. Θα τον χτυπήσουν, θα απειλήσουν τα παιδιά του, θα μπουν κρυφά στο σπίτι του, θα ορίσουν την αφετηρία μιας πτώσης που μοιάζει πλέον αναπόφευκτη.
Καμία αστυνομική ταινία, κανένα νουάρ ή νεο-νουάρ, ακόμη και το πιο pulp δεν ήταν ποτέ μια ταινία για τον κόσμο του εγκλήματος, αλλά μια παραβολή για τον κόσμο εκεί έξω, για τους μηχανισμούς της παραβατικότητας, της τιμωρίας, της δικαιοσύνης, την σκληρή (πρωτίστως κοινωνική) αλήθεια που διαδραματίζεται έξω από το τακτοποιημένο σαλόνι μιας μικροαστικής οικογένειας. Ο Γκρέι δεν σκηνοθετεί εδώ μια ταινία για τη ρώσικη μαφία και την νομοτέλεια που θα οδηγήσει τον ανυποψίαστο οικογενειάρχη στα γρανάζια της εγκληματικότητας και της καταστροφής, αλλά μια ταινία για μια εποχή που σφίγγει το κλοιό γύρω από όποιον θα τολμήσει να ονειρευτεί κάτι περισσότερο από το λίγο που του προσφέρεται.
Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’80 και η εποχή του Ρόναλντ Ρέιγκαν είναι μια εποχή σκοτεινή για ισότητες, διαφορετικότητες, δικαιοσύνη και… περιβάλλον. Μια εποχή σκοτεινή τελικά για την οικογένεια του Ιρβιν και της Εστερ καθώς η πραγματική ύβρις που θα διαπράξουν δεν είναι ότι θα συμφωνήσουν επιπόλαια σε ένα όχι και τόσο «καθαρό« σχέδιο, αλλά ότι θα μπουν σε αυτό με μια αθωότητα που δεν επιτρέπεται πια σε έναν όχι και τόσο «καθαρό» κόσμο. Οι συμφορές που επίκεινται, οι τραγικές ειρωνίες που θα ορίσουν τις ζωές τους, οι ασθενείες και ο τρόμος που θα εισβάλει στο σπίτι τους είναι η Αμερική που βγαίνει από τον Ψυχρό Πόλεμο για να μπει στον πόλεμο του AIDS, της οικονομικής ανέχειας, της πλήρους άγριας Δύσης που δεν σταμάτησε ποτέ και κορυφώνεται μέχρι και σήμερα, σε μια διαδοχή Προέδρων που δεν κατάφεραν να αναστήσουν ποτέ με οριστικό τρόπο το (αμερικάνικο) όνειρο.
Ο Τζέις Γκρέι όμως δεν σκηνοθετεί μια πολιτική ταινία, τελικά ούτε και ένα καθαρόαιμο αστυνομικό, αλλά ένα μελόδραμα. Που σφίγγει τον κλοιό γύρω από τους ήρωές τους, την ίδια στιγμή που νοιάζεται γι’ αυτούς με έναν τρόπο τόσο τρυφερό που σου ραγίζει την καρδιά. Εκεί που κανείς δεν βλέπει το άδικο και το λάθος, ο Γκρέι εντοπίζει το σημείο που μια «στραβή» μετατρέπεται σε «τραγωδία» και προσπαθεί να τη διορθώσει. Το κάνει με ένα σινεμά που κρατάει μικρές τις διαστάσεις του για να μπορεί να στέκεται στο ύψος των ηρώων του. Αλλά, την ίδια στιγμή και με μια ελεγειακή συνθήκη που υποβάλλει, ενορχηστρώνοντας μια διαδρομή που θα κορυφωθεί σε μια μεγάλη σκηνή ανθολογίας (αυτή στο χωράφι με τα καλαμπόκια με αναφορές στο «North by Northwest» του Αλφρεντ Χίτσκοκ ως προν τον υπαρξιακό φόβο).
Αλλά κυρίως θα ολοκληρωθεί με ένα σφίξιμο στην καρδιά για τις τραγωδίες που συμβαίνουν εκτός κάδρου και αφού οι τίτλοι τέλους έχουν πέσει, αφήνοντας τελικά τον μέσο ήρωα του Μάιλς Κέλερ - εσένα - μόνος σου να πιστεύεις, φεύ, πως αυτή τη φορά ίσως και να κατάφερες να τη σκαπουλάρεις…
