Η κινηματογραφική διαδρομή του Σανγκ-ιλ Λι είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια βαθιά, σχεδόν στοχαστική παρατήρηση της ιαπωνικής κοινωνίας, όχι από απόσταση, αλλά μέσα από μια διαρκή διαπραγμάτευση της ίδιας του της ταυτότητας μέσα σε αυτή. Ως δημιουργός που έχει αποδείξει επανειλημμένα την ικανότητά του να ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, ο Λι δεν ενδιαφέρεται απλώς να αφηγηθεί ιστορίες, αλλά να θέσει ερωτήματα: για την ένταξη, την κληρονομιά, τη θέση του «άλλου» σε αυστηρά δομημένα κοινωνικά περιβάλλοντα. Η σχέση του με την Ιαπωνία, πολιτισμικά, καλλιτεχνικά αλλά και υπαρξιακά, διαπερνά το έργο του, λειτουργώντας όχι ως δηλωτική ταυτότητα, αλλά ως πεδίο εξερεύνησης.
Στη νέα του, εντέκατη μεγάλου μήκους ταινία «Εθνικός Θησαυρός», τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία ιαπωνικής live-action ταινίας στην ιστορία του ιαπωνικού box-office, ο σκηνοθέτης στρέφεται στον αινιγματικό και αυστηρά ιεραρχημένο κόσμο του Καμπούκι, για να αφηγηθεί κάτι πολύ πιο καθολικό: την πορεία ενός καλλιτέχνη μέσα σε ένα σύστημα που απαιτεί αφοσίωση, θυσίες και, συχνά, την υπέρβαση του ίδιου του εαυτού. Μακριά από μια απλή αναπαράσταση της παράδοσης, η ταινία λειτουργεί ως μια κινηματογραφική μελέτη πάνω στη φύση της τέχνης και της κληρονομιάς, αλλά και ως μια ιστορία για την ανθρώπινη επιμονή απέναντι σε κλειστές δομές.
Μιλώντας στο Flix, ο Σανγκ-ιλ Λι φωτίζει τις δημιουργικές και θεματικές του επιλογές, αποκαλύπτοντας μια ταινία που, ενώ ριζώνει βαθιά στην ιαπωνική κουλτούρα, συνομιλεί με παγκόσμιες ανησυχίες.
Η ταινία «Εθνικός Θησαυρός» βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Σουίτσι Γιόσιντα. Πώς εξελίχθηκε η συνεργασία σας με τον συγγραφέα; Ποια ήταν τα σημεία που αλλάξατε περισσότερο και ποια θεωρείτε ιερά, αδύνατον να αλλοιωθούν για χάρη του σινεμά;
Αυτή είναι η τρίτη ταινία στην οποία συνεργάζομαι με τον Σουίτσι Γιόσιντα και το αρχικό του μυθιστόρημα είναι πολύ εκτενές. Υπάρχει τεράστιος όγκος πληροφοριών και περιγράφονται πολλές ζωές ανθρώπων που εμπλέκονται στο Καμπούκι. Είναι ένα φανταστικό βιβλίο, αλλά αν το μετέτρεπα αυτούσιο σε ταινία, θα έμοιαζε περισσότερο με μια σειρά δέκα επεισοδίων ή κάτι τέτοιο. Ετσι, αποφάσισα να εστιάσω στην ιστορία του Κίκουο και στο πώς έφτασε στην κορυφή. Οσον αφορά τις ζωές των υπόλοιπων χαρακτήρων, έπρεπε κάπως να τις παραλείψω ή ουσιαστικά να αφηγηθώ την ιστορία μέσα από την οπτική της ζωής του Κίκουο.
Η ζωή ενός καλλιτέχνη βασίζεται στην οικογένεια, και το Καμπούκι είναι μια τέχνη που περνά από πατέρα σε γιο, άρα είναι μια οικογενειακή ιστορία. Ηθελα να εστιάσω στις ανθρώπινες σχέσεις και στο πώς ένας καλλιτέχνης εξελίσσεται μέσα από αυτές. Ετσι, ενώ πρόκειται για μια ταινία Καμπούκι, στην ουσία είναι μια ιστορία για τη ζωή ενός καλλιτέχνη.»
Στο παρελθόν έχετε ασχοληθεί με πιο σκοτεινές, κοινωνικά φορτισμένες ιστορίες (όπως π.χ. στο «Villain» ή στο «Rage»). Τι σας ώθησε τώρα να γυρίσετε μια ταινία σαν τον «Εθνικό Θησαυρός», που, έστω και με όλα τα σκοτεινά και τραγικά στοιχεία της, γίνεται ένας ύμνος στην τέχνη και την κληρονομιά;
To «Villain» ήταν η πρώτη ταινία στην οποία συνεργάστηκα με τον Σουίτσι Γιόσιντα και από τότε πάντα είχα αυτή την αίσθηση ότι ήθελα να κάνω μια ταινία για την Τέχνη, και κυρίως για το Καμπούκι και μέσω του Καμπούκι να μιλήσω για τους onnagata, για τους άντρες που έπαιζαν τους γυναικείους ρόλους. Οι onnagata είναι ένας δύσκολος όρος να εξηγηθεί, είναι κάτι απόλυτα ιαπωνικό. ηθελα να εξερευνήσω αυτό το μυστήριο, και αυτό αποτέλεσε ένα μεγάλο κίνητρο για μένα. Θεώρησα επίσης ότι οι ζωές τους είναι πολύ ενδιαφέρουσες και ήθελα να εξερευνήσω το μυστήριο του πώς πραγματικά ζουν.
Για τους πρωταγωνιστές της ταινίας επιλέξατε mainstream ηθοποιούς χωρίς προηγούμενη εμπειρία στην Καμπούκι, και τους υποβάλατε σε εντατική εκπαίδευση. Τι σκεπτικό κρύβεται πίσω από αυτή την απόφαση και πώς πιστεύετε ότι επηρέασε την «αυθεντικότητα» του Καμπούκι στο σινεμά;
Επέλεξα ηθοποιούς χωρίς εμπειρία στο Καμπούκι γιατί, παρόλο που η ταινία βασίζεται σε αυτό, το πιο σημαντικό στοιχείο είναι η ζωή ενός καλλιτέχνη, περισσότερο από το ίδιο το Καμπούκι. Η ζωή ενός καλλιτέχνη βασίζεται στην οικογένεια, και το Καμπούκι είναι μια τέχνη που περνά από πατέρα σε γιο, άρα είναι μια οικογενειακή ιστορία. Ηθελα να εστιάσω στις ανθρώπινες σχέσεις και στο πώς ένας καλλιτέχνης εξελίσσεται μέσα από αυτές. Ετσι, ενώ πρόκειται για μια ταινία Καμπούκι, στην ουσία είναι μια ιστορία για τη ζωή ενός καλλιτέχνη. Το θέμα της οικογένειας είναι κεντρικό, και η σχέση μεταξύ των χαρακτήρων, όπως του Κίκουο και του Σούνσουκε, που είναι ταυτόχρονα αντίπαλοι και συνεργάτες, είναι βαθιά ανθρώπινη. Γνώριζα ότι οι ηθοποιοί του κινηματογράφου και της τηλεόρασης μπορούν να αποδώσουν καλύτερα αυτές τις συναισθηματικές αποχρώσεις. Επίσης, η εκπαίδευσή τους στο Καμπούκι θα ήταν μια μεγάλη πρόκληση, κάτι που θα αποτυπωνόταν και στην ταινία μέσα από την προσπάθειά τους.
Και ως συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης, ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι στο να μεταφράσετε την τελετουργικότητα του Καμπούκι στη γλώσσα του σινεμά;
Τα πάντα!
Οι ηθοποιοί του Καμπούκι εκπαιδεύονται από τότε που αρχίζουν να περπατούν μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. Για έναν κινηματογραφικό ηθοποιό, το να προσπαθήσει να φτάσει αυτό το επίπεδο με ένα ή δύο χρόνια εκπαίδευσης είναι εξαιρετικά δύσκολο. Υπάρχει επίσης μεγάλη πίεση στο να αποδοθεί το Καμπούκι με ακρίβεια. Ωστόσο, η πρόθεση της ταινίας δεν είναι να παρουσιάσει το Καμπούκι, αλλά να δείξει τους παραλληλισμούς ανάμεσα στη ζωή των ηθοποιών Καμπούκι και στα έργα που παίζουν στη σκηνή. Ηθελα η εμπειρία να είναι καθηλωτική, σχεδόν σαν μια επική όπερα.
Ζώντας σε μια χώρα όπου οι συζητήσεις για ταυτότητα, μειονότητες και κοινωνικές δομές γίνονται όλο και πιο έντονες, νιώθετε ότι ο «Εθνικός Θησαυρός» είναι ένας τρόπος να μιλήσετε έμμεσα και για τη δική σας θέση μέσα στην ιαπωνική κοινωνία, ή προτιμάτε να μην ερμηνεύετε έτσι το έργο σας;
Από ό,τι βλέπω κάνατε καλά την ερευνά σας. Ισως η απάντηση να είναι κάπως ασαφής, αλλά δεν ήταν πρόθεσή μου να δημιουργήσω μια ταινία που να αντικατοπτρίζει άμεσα τη σχέση μου με την Ιαπωνία. Ωστόσο, η δομή της ταινίας αφορά έναν κλειστό, ελιτίστικο κόσμο - αυτόν του Καμπούκι - και έναν «ξένο» που προσπαθεί να εισέλθει σε αυτόν. Αυτό το στοιχείο με ενδιέφερε αφηγηματικά. Δεν αφορά μόνο εμένα, είναι κάτι που συμβαίνει παντού στον κόσμο: πόσο δύσκολο είναι να εισχωρήσεις σε έναν νέο χώρο και να εδραιώσεις την ταυτότητά σου.
Πώς βλέπετε τη δική σας συμβολή ως σκηνοθέτης στην παγκόσμια εικόνα του ιαπωνικού σινεμά, ειδικά τώρα που ο «Εθνικός Θησαυρός» έχετε καταφέρει εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία; Και ποια είναι τα επόμενα σας σχέδια, θα συνεχίσετε να γυρίζετε ταινίες «με την παράδοση στο επίκεντρο» ή θα δοκιμάσετε κάτι εντελώς διαφορετικό;
Μου αρέσει πολύ αυτή η ερώτηση και η αλήθεια είναι ότι δεν βλέπω μεγάλη διαφορά. Πιστεύω ότι οι ταινίες μου απευθύνονται πρωτίστως στο ιαπωνικό κοινό και θέλω να βλέπουν πάντα κάτι καινούργιο. Είτε πρόκειται για κοινωνικά είτε για καλλιτεχνικά ζητήματα, θέλω να διατηρώ μια συγκεκριμένη απόσταση. Για παράδειγμα, αν αφηγηθώ μια ιστορία για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ιαπωνία, θα ήθελα να την προσεγγίσω μέσα από μια οπτική που δεν είναι προφανής. Αν αυτό στη συνέχεια αγγίξει και το διεθνές κοινό, τότε αυτό είναι ιδανικό.
Το Καμπούκι είναι ένας ανδροκρατούμενος χώρος όπου οι ρόλοι γυναικών ερμηνεύονται από άντρες. Σκεφτήκατε να θίξετε πιο ανοιχτά τις έμφυλες διαστάσεις αυτής της παράδοσης; Ή θεωρήσατε ότι μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν υπερβολική;
Στην αρχή, υπήρχε ένας θρυλικός ηθοποιός onnagata που αποτέλεσε έμπνευση για μένα. Από τα βίντεο που είδα, ακόμη και στην καθημερινότητά του είχε μια έντονα θηλυκή παρουσία, χωρίς σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στη σκηνή και την προσωπική ζωή. Ωστόσο, το μυθιστόρημα του Γιοσίντα επικεντρώνεται κυρίως στη γραμμή αίματος και στην έννοια του «ξένου». Ετσι, ήθελα να πάω πέρα από το φύλο και να εστιάσω σε κάτι βαθύτερο: μια μορφή καλλιτεχνικής «τρέλας», έναν άγνωστο, άπειρο στόχο που κυνηγούν οι χαρακτήρες. Αυτό έγινε τελικά και το επίκεντρο της ταινίας.
Η ταινία «Εθνικός Θησαυρός» κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες στις 16 Απριλίου από την One From the Heart.
