Τριάντα πέντε χρόνια μετά την πρεμιέρα της ταινίας του Ρίντλεϊ Σκοτ στις Κάννες, στις 20 Μαΐου 1991, οι Θέλμα και Λουίζ επιστρέφουν ως ηρωίδες στην επίσημη αφίσα.
Ετσι ξεκινάει η ανακοίνωση του Φεστιβάλ Καννών για τη φετινή του αφίσα, αφιερωμένη στην κλασική ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ και με το βλέμμα στραμμένο στα σύμβολα που έγιναν αυτοστιγμεί οι ηρωίδες του «Θέλμα & Λουίζ», τόσο στην οθόνη όσο και εκτός αυτής με τις εμβληματικές ερμηνείες της Σούζαν Σαράντον και της Τζίνα Ντέιβις.
Ακόμη και χωρίς επεξήγηση, το μήνυμα είναι καθαρό.
«Αυτές οι δύο αξέχαστες αγωνίστριες ανέτρεψαν τα δεδομένα και κατέρριψαν αρκετά στερεότυπα φύλου, τόσο κοινωνικά όσο και κινηματογραφικά. Eνσάρκωσαν την απόλυτη ελευθερία και την αταλάντευτη φιλία, έδειξαν τον δρόμο προς τη χειραφέτηση όταν αυτή καθίσταται αναγκαία. Η υπενθύμιση αυτού σήμερα σημαίνει να γιορτάζουμε τη διαδρομή που έχει ήδη διανυθεί, χωρίς να παραβλέπουμε όσα απομένουν ακόμη μπροστά.
Με ένα λευκό φανελάκι και μια ανέμελη στάση, η Λουίζ μας κοιτά κατάματα και μας προκαλεί με το βλέμμα της. Με ένα περίστροφο στην πίσω τσέπη του τζιν της, η Θέλμα σαρώνει τον ορίζοντα πίσω από τα γυαλιά ηλίου της. Και οι δύο κάθονται περήφανα σε ένα ανοιχτό Ford Thunderbird του 1966. Κάτω από τον ήλιο του Aρκανσο, σε μια ερημωμένη Αμερική, παίρνουν τον δρόμο, δραπετεύουν, φεύγουν - από τη ζωή, από την κοινωνία, από τους άνδρες που τις κακομεταχειρίζονται - για να χαράξουν τη δική τους πορεία.
Θέματα που ήταν πρωτοποριακά το 1991 διατρέχουν το "Thelma & Louise" και εξακολουθούν να ηχούν δυνατά μέχρι σήμερα. Για να τα ενσαρκώσει, το Φεστιβάλ των Καννών επέλεξε αυτό το ασπρόμαυρο στιγμιότυπο από τα γυρίσματα μιας πολύχρωμης ταινίας που υμνεί τη ζωή και τους διαχρονικούς αγώνες για την ελευθερία του να είναι κανείς ο εαυτός του.
Το 1977, συμμετέχοντας ήδη στο διαγωνιστικό τμήμα των Καννών με την πρώτη του ταινία, "The Duellists", ο Ρίντλεϊ Σκοτ κέρδισε το Βραβείο Επιτροπής για το καλύτερο ντεμπούτο. Το 1991, για την έβδομη ταινία του - σε σενάριο της πρωτοεμφανιζόμενης Κάλι Κιούρι (Όσκαρ και Χρυσές Σφαίρες το 1992) και παραγωγή της Μίμι Πολκ Γκίτλιν - ο Βρετανός δημιουργός, που είχε ήδη καθιερωθεί ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες ("Alien", "Blade Runner", πριν από το "Gladiator", και πολλά ακόμη), επέλεξε να ανατρέψει τις συμβάσεις του road movie, ενός κατεξοχήν ανδρικού κινηματογραφικού είδους, δημιουργώντας μια γυναικεία εκδοχή: μια καταιγιστική ιστορία που μετατρέπεται σε μονόδρομη απόδραση όπου η διεκδίκηση του σώματος και των επιθυμιών τους είχε βαρύ τίμημα για τις δύο ηρωίδες.
Κατά την κυκλοφορία της στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό το "θηλυκό Easy Rider" προκάλεσε συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. Ομως η επιτυχία του ήταν αδιαμφισβήτητη. Σαν μια απελευθερωτική έκρηξη, η ανατρεπτική ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ αποτέλεσε ορόσημο στην ιστορία της απεικόνισης των γυναικών στον κινηματογράφο. Πολύ γρήγορα έγινε ταινία-σύμβολο μιας γενιάς και σήμερα θεωρείται cult. Χάρη σε ένα εντυπωσιακό δίδυμο ηθοποιών που θυμίζει τη συνεργασία Ρέντφορντ–Νιούμαν στο "Butch Cassidy and the Sundance Kid", η ταινία αποτελεί έναν ύμνο στη γυναικεία φιλία, με φόντο τα άγρια και επιβλητικά τοπία της αμερικανικής ενδοχώρας, κινηματογραφημένα με αισθητική γουέστερν, και με μουσική του Χανς Ζίμερ. Οι δύο εξαιρετικές ηθοποιοί, Τζίνα Ντέιβις και Σούζαν Σάραντον, καταθέτουν ψυχή και σώμα στους ρόλους τους, που έγιναν εμβληματικοί χάρη στην ένταση των ερμηνειών τους.
Πριν από τριάντα πέντε χρόνια, οι δύο πρωταγωνίστριες του πρώτου γυναικείου και φεμινιστικού road movie του κινηματογράφου επέλεξαν να κάνουν το άλμα, παρασυρμένες από έναν άνεμο ελευθερίας που φυσούσε πίσω τους. Εγιναν αθάνατα σύμβολα. Σήμερα, μας αντικρίζουν—και παρατηρούν τη δική τους κληρονομιά.»
