Δεν είναι τυχαίο πως ο «Μαγγελάνος» είναι η πρώτη ταινία του Λαβ Ντίαζ που διανέμεται στην Ελλάδα, μετά από τουλάχιστον 27 ταινίες μεγάλου μήκους και ακόμη περισσότερες ταινίες, ντοκιμαντέρ και «κομμάτια» ταινιών που έχουν ήδη ανακηρύξει εδώ και χρόνια τον Φιλιππινέζο δημιουργό σε έναν από τους πιο παραγωγικούς, ιδιοσυγκρασιακούς και πολυβραβευμένους της γενιάς του.

Μετά από πλήθος ασπρόμαυρων ταινιών με διάρκειες που κυμαίνονται από τα 200 λεπτά και πάνω, μέχρι και τα 624 λεπτά («Evolution of a Filippino Family» του 2004), ο «Μαγγελάνος» είναι και έγχρωμος - πρώτη έγχρωμη ταινία του μετά το «Norte, the End of History» του 2013 - και διαρκεί μόλις 164 λεπτά. Μια ωραία, γεμάτη, δηλαδή διάρκεια δυομιση περίπου ωρών που «δειγματίζει» το «αργό σινεμά» που ο Ντιάζ ευαγγελίζεται εδώ και χρόνια, ανταμοίβοντας το θεατή που είναι διατεθειμένος να ξοδέψει χώρο και χρόνο για να ταξιδέψει μαζί του.

Περισσότερο από το χρώμα ή τη διάρκεια, ο «Μαγγελάνος» διαθέτει, όμως, έναν (πολύ) διάσημο πρωταγωνιστή - τον Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ στο ρόλο του Φερδινάνδου Μαγγελάνου, πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο στη γεμάτη από ερασιτέχνες ή σπουδαίους Φιλιππινέζους ηθοποιούς φιλμογραφία του Ντίαζ. Γύρω από τον Μπέρναλ, σε μια ερμηνεία που αποδεικνύεται ως μια από τις πιο δύσκολες, ριψοκίνδυνες και πιο «πλούσιες» του σπουδαίου ηθοποιού (κυρίως γιατί του δίνει τη δυνατότητα να εξαφανιστεί μέσα στην Ιστορία με γιώτα κεφαλαίο), ο Ντίαζ συνθέτει την ίσως πιο αφηγηματική ταινία του.

Ο «Μαγγελάνος» ακολουθεί μια σχετικά γραμμική αλληλουχία γεγονότων που με αφορμή την ανακάλυψη των Φιλιππίνων από τον Μαγγελάνο ακυρώνει το χρόνο, ενώνοντας το 1500 με το σήμερα προκειμένου να μιλήσει για τον ιμπεριαλισμό, τις συνέπειες της αποικιοκρατίας, να καταδείξει την απληστία των ισχυρών (βλ. Δυτικών) απέναντι στην Ανατολή, τη σύγκρουση των θρησκειών σε ένα ατελέσφορο λουτρό αίματος, το φόβο που έρχεται να καλύψει ανεξερεύνητες χώρες αλλάζοντας την (ανθρώπινη και όχι μόνο) γεωγραφία του κόσμου.

Η πρώτη σκηνή του «Μαγγελάνου» είναι αποκαλυπτική, καθώς μια γυμνή γυναίκα στη Μαλάκα πλένεται μέσα σε ένα ποτάμι όταν θα αντιληφθεί πως οι λευκοί εισβολείς την παρακολουθούν. Ο φόβος στο πρόσωπο της θα γίνει η αφετηρία μιας αλυσίδας από βιαιότητες που ο Ντίαζ θα τραβήξει τόσο ώστε να γίνει αντιληπτή τόσο η διάθεση των εισβολέων για «κατάκτηση» όσο και ο τρόμος των ιθαγενών για την οριστική καταπάτηση του Παραδείσου. Μένοντας τόσο στα καταπατημένα εδάφη, αλλά και στη ζωή των «εισβολέων» εν πλω ή και πίσω στη Λισαβόνα, ο Ντίαζ χαρτογραφεί τις θέσεις και τις αντιθέσεις δύο λαών που δεν θα έπρεπε ποτέ να συναντηθούν - πόσο μάλλον να προσπαθήσει ο ένας να επικρατήσει του άλλου - ποτίζοντας τα παρθένα εδάφη του Ειρηνικού Ωκεανού με «πόλεμο».

Το ποιητικό σινεμά του Λαβ Ντίαζ θα μείνει εκτός κάδρου για να εστιάσει στην απύθμενη ησυχία του τοπίου καθώς αυτό διαβρώνεται από τις ανθρώπινες - βάρβαρες - φωνές του «πολιτισμού». Θα μείνει εκτός κάδρου για να καταγράψει τις απώλειες μετά τη μάχη - με τα νεκρά κορμιά να μετατρέπουν την παρθένα Γη σε ένα πεδίο θανάτου. Θα μείνει εκτός κάδρου ακόμη και όταν καταδεικνύει την ανθρώπινη αλαζονεία και μισαλλοδοξία καθώς αυτή μοιάζει να μην έχει κανένα όριο - ούτε απέναντι στην ανθρώπινη επιθυμία, ούτε μπροστά στην ανθρώπινη αδυναμία.

Εντός κάδρου όμως, ο «Μαγγελάνος», φωτογραφημένος αριστοτεχνικά από τον ίδιο τον Λαβ Ντίαζ και τον Αρτούρ Τορτ (μόνιμο συνεργάτη του Αλμπέρ Σερά) γίνεται ο ίδιος ένα σχόλιο για την ομορφιά που χάνεται στο βωμό της ανθρώπινης ασχήμιας. Μια ταινία - από τις πιο πολιτικές που έχει κάνει στην καριέρα του ο Ντίαζ - κριτική πάνω στο ατελέσφορο της εξάπλωσης του πολιτισμού εκεί όπου η Δύση θα έπρεπε να διδάσκεται από την Ανατολή και μαζί ένα ανάθεμα στον κόσμο που δημιουργήθηκε για να αυτοκαταστρέφεται ξανά και ξανά σε μεγάλες οθόνες σαν αυτές που αρμόζουν στο σινεμά του Ντίαζ ή σε μικρές σαν αυτές που καθημερινά μεταδίδουν ιστορίες πολέμου ζωντανά δίπλα μας.

Ο «Μαγγελάνος» δεν είναι μια τυπική βιογραφία. Ο Ντίαζ ενδιαφέρεται για την ανθρωπογεωγραφία της βίας ιδωμένη μέσα από την ποιητική μιας απόστασης που μπορεί να μεταφέρει στον σύγχρονο θεατή τη μελαγχολία μιας φύσης που προδίδεται από τον άνθρωπο και πολιτισμών που καίγονται πάνω σε ένα παιχνίδι κυριαρχίας που δεν οδηγεί ποτέ πουθενά, παρά μόνο στο νιχιλισμό και το τέλος του… κόσμου. Ο Μαγγελάνος του, ήρωας άλλοτε κεντρικός και άλλοτε περιφερειακός είναι μάλλον ένα σύμβολο της ανθρώπινης εξέλιξης - πώς φτάνει κανείς να εισβάλλει σε μια ξένη χώρα και πώς πιστεύει ακράδαντα ότι μπορεί να επιβληθεί, όταν ο ίδιος είναι απλά ένας άνθρωπος με αδυναμίες, επιρρεπής στα λάθη και την αποτυχία.

Στο τέλος αυτών των πολύτιμων δυόμιση ωρών, η αίσθηση πως οι χώρες που γίνονται ισχυρές λόγω βίας χάνουν κάθε επαφή με την πνευματική, πολιτισμική τους υπεραξία, γίνεται μια μεγάλη αλήθεια που απλώνεται στη διάρκεια μιας ταινίας που - αποτελεί ενδιαφέρον - ότι αρχικά θα διαρκούσε εννιά ώρες. Μελλοντική υπόσχεση για ένα αριστούργημα που δεν θα έβγαινε ποτέ στις (ελληνικές) αίθουσες, αλλά μπορεί να έκλεινε με ακόμη πιο ισχυρό τρόπο κάθε συζήτηση γύρω από το ιμπεριαλιστικό όνειρο, τώρα που αυτό μετατρέπεται σε εφιάλτη κάθε φορά που η «εισβολή» σε μια χώρα νομμοποιείται στο όνομα της ειρήνης και της κοσμικής δικαιοσύνης.