Ο Πάσα Ταλάνκιν ζει στη Ρωσία, στο Καραμπάς, την «πιο θλιβερή πόλη του κόσμου», μια πόλη 10.000 κατοίκων, με όριο ηλικίας τα... 38, μολυσμένη από το τοπικό εργοστάσιο χαλκού. Ο Πάσα είναι δάσκαλος δημοτικού, του έχει ανατεθεί να είναι και βιντεογράφος όλων όσων συμβαίνουν εκεί, από σχολικές γιορτές μέχρι μουσικά βίντεο των μαθητών που κόβονται απότομα γιατί ξέχασε να πάρει δεύτερη μπαταρία. Ο Πάσα είναι ένας «κανένας», ένας συνηθισμένος, όχι σημαντικός, όχι ξεχωριστός άνθρωπος: με τη διαφορά ότι, ακριβώς, είναι δάσκαλος.

Οταν η Ρωσία εισβάλει στην Ουκρανία, το σχολείο του, όπως και όλα τα ιδρύματα εκπαίδευσης της χώρας, λαμβάνει οδηγίες για τη νέα ομοσπονδιακή πολιτική πατριωτικής εκπαίδευσης. Η πρώτη αντίδραση του Πάσα είναι, «Την έχουμε πιεί εντελώς;» Το σχολείο γίνεται υπεύθυνο από τη μια για την εθνικιστική και φιλοπολεμική προπαγάνδα προς τα παιδιά και από την άλλη για έναν «αυτοέλεγχο» φρονημάτων των δασκάλων και του ίδιου του σχολείου. Ο Πάσα, ως βιντεογράφος, είναι υποχρεωμένος να μαγνητοσκοπεί σκηνοθετημένες παραστάσεις φιλοπατρίας και μιλιταρισμού των μαθητών, αλλά και τα ίδια τα μαθήματα που παραδίδουν οι διδάσκοντες, άλλοι μετριοπαθείς, άλλοι πιο φανατισμένοι, ώστε το κράτος να μπορεί ανά πάσα στιγμή να ελέγξει και να τιμωρήσει. «Σκατά, με πληγώνει αυτό», θα πει ο νεαρός δάσκαλος.

Απογοητευμένος και τρομαγμένος, ο Πάσα θα βρει τον τρόπο να κάνει αντίσταση. Θα στρέψει τον φακό του, μυστικά, σε σημεία που το ρωσικό κράτος δεν θα ήθελε να εκτεθούν και θα συνεργαστεί με τον Αμερικανο-Δανό ντοκιμαντερίστα Ντέιβιντ Μπόρενσταϊν για να χτίσουν, μαζί, ένα ντοκιμαντέρ για το σύγχρονο απολυταρχικό καθεστώς. Δυόμιση χρόνια αργότερα, το υλικό είναι έτοιμο και, φυσικά, ο Πάσα βρίσκεται σε κίνδυνο.

Η ταινία ξεκινά σαν θρίλερ, βράδυ, με τον νεαρό άντρα, με φτυάρι στα χέρια και τηλέφωνο στο αυτί να προσπαθεί να κρύβει πολύτιμα στοιχεία. Γυρίζοντας πίσω, στο κοντινό παρελθόν, το φιλμ αποκτά ένα άλλο προφίλ, φιλικό, χαριτωμένο, με χιούμορ και με το voice over του Πάσα να παρουσιάζει, βήμα-βήμα, την πολιτική συνθήκη που τον βρήκε ανέτοιμο, ελαφρώς ατζαμή, αλλά πιο θαρραλέο απ' ό,τι κι ο ίδιος θα πίστευε, ώστε αυτός, ο κύριος «κανένας», να εναντιωθεί στη στρατηγική του Πούτιν.Τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα του διατηρεί σε όλη του τη διάρκεια το ντοκιμαντέρ, αξιοποιώντας όλη την γκάμα ειδών, την ελαφριά κωμωδία, το συναίσθημα, το μελόδραμα ακόμα, τη συγκίνηση, σ' ένα βαθμό υπονομεύοντας τη σοβαρότητα της κατάστασης προκειμένου να γίνει πιο εύπεπτο. Μ' αυτόν τον τρόπο, ωστόσο, και πιστή στην προσωπικότητα του ήρωάς της, η ταινία κατάφερε όχι μόνο να κερδίσει το φετινό Οσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ, αλλά και να καταδείξει σε κοινό εκατομμυρίων τη διακυβέρνηση του τρόμου στη σύγχρονη Ρωσία.