Άποψη

Adieu JLG: 11 άνθρωποι του σινεμά και των τεχνών αποχαιρετούν τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ

στα 10

Ζητήσαμε από Ελληνες σκηνοθέτες, διευθυντές φωτογραφίας, μοντέρ, ηθοποιούς, συγγραφείς, κριτικούς να μάς μιλήσουν για τον δικό τους Γκοντάρ. Και να τον αποχαιρετήσουν με τον τρόπο τους.

Adieu JLG: 11 άνθρωποι του σινεμά και των τεχνών αποχαιρετούν τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ
Credit: Νίκος Πάστρας

Γιατί το σινεμά δεν ήταν ποτέ το ίδιο μετά τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ; Αυτή την (απλή;) ερώτηση κάναμε σε ανθρώπους της τέχνης, δίνοντάς τους το ελεύθερο να γράψουν ό,τι θέλουν ως ύστατο αντίο στον εμβληματικό σκηνοθέτη που έφυγε από τη ζωή στις 13 Σεπτεμβρίου.

Κι είναι μία ερώτηση που την κάναμε κι οι ίδιοι. Βλέποντας το έργο του από την αρχή, διαβάζοντας τις αναλύσεις της τότε εποχής, παρακολουθώντας την ωστική επιδραστική του δύναμη στην πορεία του σινεμά. Κι όχι μόνο. Την βαθιά επιρροή του σ' έναν κόσμο που άλλαζε κι αλλάζει συνεχώς.

Διαβάστε τι μάς έγραψαν, ο καθένας με το δικό του προσωπικό τρόπο, με την δική του προσέγγιση, οπτική και γλώσσα.

Περισσότερος Γκοντάρ:

godard Στα γυρίσματα του «Weekend», 1967

Αλέξης Γρίβας - Διευθυντής Φωτογραφίας

1959 | Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα που βγήκα από ένα θερινό σινεμά στους Αμπελοκήπους, έχοντας δει με ένα φίλο μου οπερατέρ, τον Βαγγέλη Ηλιόπουλο, που σπουδάζαμε μαζί τότε, το «Με Κομμένη την Ανάσα». Ημασταν 19 ετών. Βγήκαμε στο δρόμο και αρχίσαμε να χορεύουμε. Θέλαμε με κάποιον τρόπο να αντιδράσουμε. Είχαμε τρελαθεί κι αρχίσαμε να χοροπηδάμε σαν τους παλαβούς. Οτιδήποτε είχαμε μάθει στις σχολές, άξονες, γωνίες, όλα ήταν πλέον παρελθόν. Όταν αργότερα πήγα στην IDECH στο Παρίσι, από το 1963 μέχρι το 1965 επηρεασμένοι από τον Γκοντάρ αλλά και όλη τη Νouvelle Vague πείσαμε τις πιο συντηρητικές, παραδοσιακές φωνές της σχολής να παίξουμε με νέους κανόνες, να βγάλουμε τις κάμερες στο δρόμο, να φωτίσουμε διαφορετικά από ότι έλεγαν μέχρι τότε τα βιβλία.

1967 | Στα γυρίσματα του «Weekend» του 1967, δούλεψα μαζί του ως δεύτερος βοηθός, πρώτος βοηθός ήταν ο Κλοντ Μιλέρ. Είχα τελειώσει τη Σταυράκου στην Αθήνα και την IDHEC στο Παρίσι και ήμουν εκεί λόγω της δικτατορίας στην Ελλάδα. Το λογικό θα ήταν να δουλεύω μαζί με τον Ραούλ Κουτάρ στο τμήμα της φωτογραφίας, αλλά δεν με πείραζε. Εκανα ό,τι κάνει ένας δεύτερος βοηθός, αλλά ρούφαγα ταυτόχρονα οτιδήποτε συνέβαινε στο γύρισμα - θυμάμαι τον Ζαν-Πιερ Λεό να έρχεται κάθε πρωί στο γύρισμα και να παίρνει τα λόγια του και να τα μαθαίνει. Η ταινία τελείωσε κι εγώ έφυγα για το Μεξικό. Δεν την είδα παρά αργότερα στο Λονδίνο, σε ένα μακρινό σινεμά που βρισκόμουν για ένα γύρισμα. Δεν αναγνώρισα τίποτα από αυτά που είχαμε γυρίσει. Με το «Weekend», ο Γκοντάρ άρχισε να παίρνει αποστάσεις από το αφηγηματικό σινεμά - όπως ο ίδιος το εννοούσε βέβαια. Αν στις πρώτες του ταινίες έσπασε τους κανόνες, εδώ έσπαγε τη φόρμα: το τι θέλει να πει και με ποιον τρόπο το λέει. Στις τελευταίες του ταινίες έπρεπε να κρατάς μαζί σου λεξικό για να μπορέσεις να τις παρακολουθήσεις.

1970 | Ηταν ένας απόμακρος άνθρωπος. Δεν ήταν εύκολο να τον προσεγγίσεις. Κρατούσε τις αποστάσεις. Θυμάμαι πως άλλαξε μετά από το ατύχημα που έπαθε με τη μηχανή στις αρχές του ΄70. Γυρίζοντας από ένα ταξίδι στο Μεξικό που ήμασταν μαζί με τη Βερονίκ, την αδερφή του και σύζυγό μου, τον επισκεφτήκαμε στο νοσοκομείο. Ηταν πιο ανθρώπινος. Νιώθω ότι με τον Γκοντάρ ίσχυε ότι και με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Μέσα από το εξωτερικό καβούκι ήταν ένας μαλακός άνθρωπος. Με τις αμφιβολίες του.

2022 | Για μένα ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να πεθάνει ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ ήταν απόλυτα συνεπής με αυτό που ήταν. Πέθανε έτσι όπως έζησε, έτσι όπως δημιούργησε.

ande Από τη σκηνή στο Λούβρο στο «Bande à Part»

Αχιλλέας Κυριακίδης - συγγραφέας, κριτικός, σεναριογράφος, κινηματογραφιστής

Πενθώ το θάνατο ενός κινηματογραφιστή που μάς έμαθε να βλέπουμε αλλιώς την τέχνη του, που την ανέτρεψε έτσι ώστε να τη βλέπουμε αλλιώς. Που κατέλυσε τους νόμους σαρκάζοντας εκ προοιμίου τους ζηλόφθονους που θα τον σαρκάζαν αργότερα.

Ενώ οι σπουδαίοι καλλιτέχνες εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο την αισθητική της εποχής τους, οι μεγαλοφυείς διαμορφώνουν την αισθητική του μέλλοντος.

Σε ό,τι αφορά τον κινηματογράφο, μία από αυτές τις μεγαλοφυΐες ήταν ο Ορσον Ουέλς. Η άλλη πέθανε μόλις.

Ο κινηματογράφος δε θα είναι ίδιος μετά τον Γκοντάρ, όπως ούτε εμείς μείναμε ίδιοι αφότου γνωρίσαμε τον Γκοντάρ. Μάθαμε τι σημαίνει «dégueulasse», μάθαμε να χορεύουμε μάντισον και να τρέχουμε μέσα στο Λούβρο ενώ έξω φλέγονται οι Μάιοι.


chinoise Σκηνή από την «Κινέζα», 1968

Κάτια Γκουλιώνη - Ηθοποιός

Ενας Ινδιάνος σε μια λεωφόρο παρατηρεί μια τεράστια αφίσα της Coca-Cola στην πρόσοψη του Holiday-Ιnn.
Η πισίνα του ξενοδοχείου γίνεται πεδίο μάχης σε γουέστερν.
Μια χορογραφία δοκιμάζεται στο απέναντι μπαλκόνι ενός αστικού διαμερίσματος,
για να παρουσιαστεί αμέσως μετά στο άδειο συνοικιακό μπαρ.
Γυναίκες με αφέλειες κοιτάζουν τους διαφανείς άντρες με περιφρόνηση.
Ενας σωρός από κόκκινα βιβλία στα ερείπια του διπλανού εργοστασίου.
Το ασανσέρ μοιάζει με διαστημικό θάλαμο.
Το ζευγάρι που προσγειώνεται στη γη απόμαγνητοφωνεί την καθημερινότητα του και την αναπαριστά άρρυθμα.
Καπνίζοντας αρειμανίως.
Ενα κορίτσι με μπλε ηλεκτρίκ φόρμα κρατάει έναν κίτρινο τηλεβόα κι εκφωνεί αποσπάσματα από το ημερολόγιο της.
Το κρουαζιερόπλοιο συνεχίζει ν’ ακολουθεί την γραμμή της Μεσογείου
και οι επιβάτες βλέπουν στις καμπίνες τους βίντεο με νεογέννητα γατάκια.
Η εικόνα γεμίζει πίξελ και μετατρέπεται σε έργο του Βαν Γκογκ - το φως του είναι εκτυφλωτικό.
Ο Γκοντάρ βγάζει τα γυαλιά του και και καπνίζει μια τελευταία ρουφηξιά από το πούρο του.

godard Με την Αν Βιαζέμσκι στα γυρίσματα του «Sympathy for the Devil»

Γιάννης Ζουμπουλάκης - Κριτικός Κινηματογράφου

Γιατί το σινεμά δεν ήταν ποτέ ίδιο μετά τον Γκοντάρ;
Νομίζω ότι ερώτηση θα στεκόταν καλύτερα με το ρήμα «είναι» στην θέση του «γιατί».

Είναι το σινεμά ίδιο μετά τον Γκοντάρ;
Για μένα το σινεμά παραμένει το ίδιο, απλώς ο Γκοντάρ είπε ότι το σινεμά μπορεί να είναι και κάτι άλλο. Δεν ήταν ο μόνος που έχει πει κάτι τέτοιο, απλώς το «κάτι άλλο» του Γκοντάρ ήταν πραγματικά ριζοσπαστικό, επαναστατικό, μοναδικό. Και αν ο Γκοντάρ έμεινε στην Ιστορία είναι γιατί το πίστευε. Ανοιξε παράθυρα στην σκέψη πολλών ανθρώπων, κανείς δεν μπόρεσε να τον μιμηθεί και κανείς δεν θα μπορέσει να τον μιμηθεί. Να μιμηθεί τον «αρρυθμο» ρυθμό του, την τόλμη του να σπάζει τους κανόνες, το εξτρεμιστικό μοντάζ, την αποδόμηση  της αφήγησης. Πάρα πολλοί όμως έχουν επηρεαστεί βαθύτατα από το σινεμά του χωρίς βεβαίως να κάνουν το ίδιο γιατί ο Γκοντάρ ήταν ένας.

Βέβαια, αν ο Γκοντάρ δεν ήταν μια τόσο ξεχωριστή, μοναδική κινηματογραφική  φωνή, πραγματικά μια εξαίρεση, ο απόλυτος φορέας του παράδοξου και του «αναρχικού», τότε σήμερα δεν θα μιλούσαμε τόσο πολύ για αυτόν όπως δεν μιλήσαμε θέτοντας παρόμοια ερωτήματα μετά τον θάνατο του Τριφό, του Ρομέρ, του Σαμπρόλ, ή της Βαρντά, σκηνοθετών της γενιάς του και της νουβέλ βαγκ.

le petit Στα γυρίσματα του «Μικρού Στρατιώτη», 1960

Γιώργος Μαυροψαρίδης - Μοντέρ

Γιατί το σινεμά δεν ήταν ποτέ ίδιο μετά τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ
από την πλευρά ενός μοντέρ

Κάθε ταινία του Ζαν-Λικ Γκοντάρ είναι μια πραγματεία (cine-essay) πάνω σ' ένα θέμα, αλλά παράλληλα και μια μελέτη για την τέχνη και την τεχνική του κινηματογράφου, για τον τρόπο που ο δημιουργός τη χρησιμοποιεί για να επικοινωνήσει με τον θεατή. Ως προς αυτό, είναι γνωστός ο αφορισμός του «η ηθική είναι η αισθητική του μέλλοντος» που ακούγεται με τη φωνή του στο «Μικρό Στρατιώτη» («Le Petit Soldat», 1960), αναφερόμενος στο ζήτημα της σχέσης του δημιουργού με το θεατή, την ηθική της οποίας συνδέει με τις αισθητικές επιλογές του πρωτου.

Οσο για την τεχνική του μοντάζ: ...το μοντάζ είναι πάνω απ’ όλα ένα αναπόσπαστο κομμάτι του mise en scene. Κινδυνεύει αυτός που προσπαθεί να χωρίσει το ένα από το άλλο. Θα ήταν σαν κάποιος να προσπαθούσε να διαχωρίσει τον ρυθμό από τη μελωδία. Αν η σκηνοθεσία είναι το βλέμμα, το μοντάζ είναι ο χτύπος της καρδιάς (το είχε γράψει ο ίδιος σε άρθρο του στα Cahiers du Cinéma)

Με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία («Με Κομμένη την Ανάσα») ο Γκοντάρ έδειξε ότι η κινηματογραφική αφήγηση δεν είναι απαραίτητο να γίνεται με τους όρους της κλασικής αφήγησης, αναγκασμένη να ακολουθεί πιστά την ενότητα του χωροχρόνου.Το μονταζ της ταινίας είναι ταυτόχρονα μία διατριβή στο μοντάζ της ασυνέχειας, για το jump cut (το οποίος έχει ήδη προαναγγείλει απο τα θεωρητικά του χρόνια), για την αυτοαναφορικότητα, το σπάσιμο του τοίχου που χωρίζει το θεατή από τον αφηγητή.

Ο Γκοντάρ άνοιξε το δρόμο με ένα μοντάζ που στεκόταν ως μια κριτική ματιά, και μία άρνηση προς τη συμβατικότητα και τους κανόνες της χολιγουντιανής αφήγησης, αλλά και την μικροαστική αντίληψη για τον κινηματογράφο, την mainstream στειρότητα, την «κλεισούρα» που ανέδυαν κάποιες «καθώς πρέπει» ταινίες της εποχής του. Στις πρώτες ταινίες του αποδόμησε τις κλασικές φόρμες, προτείνοντας μία άλλη γραμματική και συντακτικό - προσωπικό και ιδιοσυγκρασιακό, όπως ήταν κι ο ίδιος, πιστός στον εαυτό του. Στις τελευταίες, αντισυμβατικός μέχρι το τέλος, πειραματίστηκε με εμπνευσμένα κολάζ εικόνων και ιδεών.

Η συνεχώς ανανεούμενη τεχνική του απελευθέρωσε ήχο, εικόνα και συναρμολόγηση πλάνων από τη βαρύτητα που τα καθηλώνει και που καθιστά τον θεατή παθητικό αποδέκτη μηνυμάτων. Εκείνος τους έδωσε αυτονομία να υπηρετήσουν το ιδιαίτερο αισθητικό ύφος, την προσωπική ματιά, την ιδιαιτερότητα της γλώσσας του δημιουργού, με αποτέλεσμα ο θεατής κατά κάποιο τρόπο συνδημιουργός, συνομιλητής με την (πάντα ζωντανή και νεανική) παρουσία του Γκοντάρ, στο αιώνιο τώρα των ταινιών του.

Ο Γκοντάρ έμαθε cinéma, όπως το αποκαλεί, βλέποντας ταινίες και γράφοντας για αυτές, δίνοντας τις δικές του απαντήσεις στην ερώτηση: «qu'est-ce que le cinéma». Aργότερα, θα εφορμόσει αυτά για τα οποία έγραφε, σπάζοντας κάθε σύμβαση, με νέο τρόπο κάθε φορά. Ζώντας μέσα στο cinéma, μέρος του οποίου δήλωνε ότι ήταν όλη η υπόλοιπη ζωή του.

Και ζώντας μέσα σε αυτό που ίδιος ονόμαζε cinéma, έκανε τη ζωή του cinéma και μας απευθύνθηκε, σε κάθε έναν από εμάς, προσωπικά.

godardΜε την Μπριζίτ Μπαρντό στα γυρίσματα της «Περιφρόνησης»

Γιώργος Κουτσαλιάρης - Διευθυντής Φωτογραφίας

Αυτό που επινόησαν οι Αδερφοί Λιμιέρ το 1895 δεν ήταν μια τέχνη, άλλα μια τεχνική που μας επέτρεπε να καταγράφουμε, να προβάλουμε και να διατηρούμε την οπτική εικόνα της πραγματικότητας, όχι σε κλάσμα του δευτερολέπτου, άλλα μέσα στην κίνηση της και τη διάρκεια. Ελάχιστοι είναι οι δημιουργοί στην σύντομη ιστορία του κινηματογράφου, που με τα έργα τους μετέτρεψαν αυτήν την τεχνική σε τέχνη. Ο Γκοντάρ αναμφισβήτητα είναι ένας από αυτούς.

Γνωρίζω καλά τη σημασία της φαντασίας και πριν από όλα, αισθάνομαι έναν ταπεινό θαυμασμό για τις ταινίες του.

Ο δικός μου Γκοντάρ, είναι ο πρώτος μου ερωτάς με το σινεμά, αυτό το παράξενο παιχνίδι που παίζεται με εικόνες και ήχους. Που επιτρέπει στους μεγάλους, να ονειρεύονται σαν παιδιά. Είναι οι ατελείωτες ώρες θέασης των ταινιών του ξανά και ξανά. Η έμπνευση και η ταραχή που αυτές μου προκαλούν. Ο δικός μου Γκοντάρ μου έμαθε ότι «το μόνο που χρειάζεσαι για να κάνεις μια ταινία είναι ένα κορίτσι και ένα όπλο». «Δεν κάνεις μια ταινία, οι ταινίες σε κάνουν». «Το σινεμά δεν είναι μια σειρά από αφηρημένες ιδέες, αλλά η διατύπωση στιγμών». «Δεν έχει σημασία από πού παίρνεις πράγματα, αλλά πού τα πας».

Τέλος, ο δικός μου θαυμασμός στο έργο του Γκοντάρ δεν περιορίζεται μόνο σε αυτά που πέτυχε, άλλα και σε όσα επιχείρησε, χωρίς ποτέ να τα κατορθώσει.

masculine Από το «Αρσενικό-Θηλυκό», 1966

Χρήστος Πασσαλής - ηθοποιός

Voice over του Ζαν-Πιερ Λεό: «Στους κινηματογράφους περιμέναμε να δούμε ταινίες, μέσα στις οποίες θα θέλαμε μυστικά να ζήσουμε».

Από το «Αρσενικό-Θηλυκό». Νομιζω είδα την ταινία αρκετά μεγάλος, γύρω στα 25-26.

Αυτή η διατύπωση άλλαξε τον κόσμο.

Je vous salue JLG.


Godard Karina 607 Από τα γυρίσματα του «Alphaville»

Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης - Διευθυντής του ETHNOFEST, Διδάκτορας Οπτικής Ανθρωπολογίας

Οταν πρωτοάκουσα το όνομα «Ζαν-Λικ Γκοντάρ»

Η αγάπη μου για τον κινηματογράφο δεν ήταν κεραυνοβόλα, ήταν μάλλον μια σχέση που ωρίμασε αργά και σταθερά. ‘Οταν, περίπου πέντε χρονών, μπήκα για πρώτη φορά στη ζωή μου στην σκοτεινή αίθουσα μαγεύτηκα και τα επόμενα δέκα χρόνια, η σχέση μου με το σινεμά εξελισσόταν όλο και πιο βαθιά. Ως παιδί είχα δει πολλές ταινίες στο σινεμά αλλά και στην τηλεόραση, ποτέ όμως δεν είχα φτάσει να βιώσω αυτό που ένιωσα ένα βράδυ όταν ένας οικογενειακός φίλος μου έδωσε μου έδωσε μια βιντεοκασέτα λέγοντάς μου ότι ήταν η αγαπημένη του ταινία εκείνης της χρονιάς. Ήμουν 15 χρονών και η ταινία ήταν το Trust του Χαλ Χάρτλεϊ, που, αν θυμάμαι, καλά όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1991 δεν είχε παιχτεί στις αίθουσες. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα να είμαι βαθιά ερωτευμένος με μια ταινία, που ήθελα να τη βλέπω ξανά και ξανά, να θέλω να μπω μέσα στον κόσμο της, να γίνω φίλος και να κάνω παρέα με τους χαρακτήρες της.

Μα ποιος είναι αυτός ο σκηνοθέτης; Τι άλλο έχει κάνει; Ποιες είναι οι αναφορές και οι επιρροές του; Όλες αυτές οι ερωτήσεις (και ακόμα περισσότερες) γεννήθηκαν μέσα μου και ήθελα να μάθω τα πάντα γύρω από αυτόν και την ταινία. Στην ουσία, στάθηκε η αφορμή και έθεσε τις βάσεις για να διεισδύσω στον κόσμο του κινηματογράφου. Όταν ενθουσιασμένος συζήτησα με τον φίλο που μου πρότεινε την ταινία, αναφέρθηκε, ανάμεσα σε άλλα, και σε έναν ιδιοφυή Γάλλο σκηνοθέτη που ξεκίνησε να κάνει ταινίες τη δεκαετία του ΄50-’60 με το όνομα Godard ως μια από τις σημαντικότερες επιρροές του σκηνοθέτη με την προτροπή να μην αργήσω να τον ανακαλύψω.

Τη στιγμή που έμαθα ότι ο Γκοντάρ πέθανε δεν σκέφτηκα μια ταινία του, δεν σκέφτηκα την ιστορική σημασία αυτής της μέρας, αλλά θυμήθηκα την πρώτη φορά που άκουσα το όνομά του. Ενιωσα πόσο έντονη είναι παρουσία του ακόμα και όταν αυτός δεν είναι παρών.

Για μένα ο Γκοντάρ δεν είναι μόνο ένας από τους σκηνοθέτες που αλλάξαν και καθόρισαν τον κινηματογράφο αλλά συνδέθηκε με μια από τις ομορφότερες στιγμές στη ζωή μου.

νοτριε Από το «Notre Musique» του 2004

Ελένη Αλεξανδράκη - σκηνοθέτης

Η μουσική του Γκοντάρ

Μεγάλωσα κινηματογραφικά κάτω από τα φτερά του Νίκου Παναγιωτόπουλου, που κι αυτός κατά κάποιο τρόπο μεγάλωσε κάτω από τα φτερά ή μάλλον σε διπλανή βάρκα με τον Γκοντάρ. Τον θαύμαζε για όλα αυτά που συνοψίζονται στην έκφραση «το τρομερό παιδί του κινηματογράφου». Για το θράσος του, για την τόλμη του, για την αναίδεια του, για την οξυδέρκειά του, για τον αναρχισμό του, για τις μεταστροφές του, για την ποίηση του, για την φιλοσοφία του, για την σκληρότητά του, για την αλαζονεία του, για τις ταινίες του που δεν είναι στην ουσία τίποτα άλλο από μουσική και ζωγραφική. Δίπλα στον Νίκο έμαθα κι εγώ να εκτιμώ, να βλέπω και να αποζητώ την μελωδία και τον ρυθμό στην εικόνα και στο κάδρο. Στον συνειρμό. Νομίζω ότι αυτή η μουσική που φτιάχνει ο Γκοντάρ μέσα από την αλληλουχία και την ζωγραφική των πλάνων του, είτε αυτά έχουν αναφορές σε άλλους ζωγράφους, σε βίντεο, σε ντοκουμέντα, στην λογοτεχνία, σέ άλλες ταινίες του σινεμά, είτε ακόμη και σε σκουπίδια, είναι η πεμπτουσία του κινηματογράφου που μας έφερε αυτός ο μοναδικός σκηνοθέτης σπάζοντας όλους τους κανόνες του συντακτικού και της γραμματικής του σινεμά που προϋπήρχε των δικών του ταινιών.

Μου μοιάζει απόλυτα συνεπές με τον χαρακτήρα του, με τις ιδέες του και με την μουσική της ζωής του το ότι θέλησε να πεθάνει σε ηλικία 91 ετών με υποβοηθούμενη αυτοκτονία.

vivre Από το «Ζούσε τη Ζωή της»

Νίκος Πάστρας - σκηνοθέτης

«Το μόνο που χρειάζεσαι για να κάνεις μια ταινία είναι ένα κορίτσι και ένα πιστόλι».

Η ιστορία, η αρχή, η αφορμή. Ενα από τα πιο γνωστά και πολυφορεμένα «τσιτάτα» του Γκοντάρ, σαν προτροπή για άσκηση. Πόσες ιστορίες μπορείς να σκεφτείς βλέποντας ένα κορίτσι και ένα πιστόλι; Οσες όλα τα αστέρια του ουρανού και ακόμα περισσότερες.

«Για εμένα το στυλ είναι μόνο το εξωτερικό του περιεχομένου, και το περιεχόμενο είναι το εσωτερικό του στυλ, όπως το εξωτερικό και το εσωτερικό του ανθρώπινου σώματος—και τα δυο πάνε παρέα, δεν μπορούν να διαχωριστούν.»

Η φόρμα. Πως μπορεί κανείς να διαχωρίσει την βαθιά πολιτική και φιλοσοφική συλλογιστική του από την (πολύ συχνά) ποπ και στυλάτη επιφάνεια του; Το (μετά) μοντέρνο αμερικανικό (ακόμη και ασιατικό) σινεμά, όπως το μάθαμε από το ‘70 μέχρι σήμερα, χρωστάει στον Γκοντάρ τόσα που δεν μπορεί να ξεχρεώσει. Ο Σκορσέζε, ο Τζάρμους, ο Ταραντίνο, ο Χάρτλεϊ, ο Καρ-Γουάι και η λίστα με τα ονόματα δεν έχει πια νόημα.

«Το φιλμ είναι η αλήθεια 24 φορές το δευτερόλεπτο, και κάθε cut είναι ένα ψέμα.»

Το μοντάζ. Σαν ο χειρότερος-καλύτερος μαθητής του Αϊζενστάιν ο Γκοντάρ εισάγει μια καινούρια αργκό στην γλώσσα του μοντάζ που πλέον είναι η κύρια. Από το βίντεοκλιπ μέχρι τα κινη-σίριαλ των καλωδιακών. Τα jump-cuts (ευχή και κατάρα), η αντίστιξη, το χωροχρονικό α-συνεχές, η ατσαλοσύνη σαν στυλ. Πράγματα που αρθρώνονταν μέχρι τότε δειλά, αυτός τα έκανε τη μόνη αλήθεια. Μέχρι την ανατροπή τους σε κάθε ταινία.

«Αυτός που βουτάει στο κενό δεν χρωστάει καμία εξήγηση σε αυτούς που κάθονται και κοιτούν»

«Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ έφυγε από τη ζωή στα 91 του χρόνια, την Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου του 2022, με τεχνική υποβοηθούμενης αυτοκτονίας.» λέει η είδηση. Δεν μας χρωστάει καμία εξήγηση. Εμείς του χρωστάμε. Πολλά περισσότερα.

godard Με τον Ζαν-Πολ Μπελμοντό στα γυρίσματα του «Ο Τρελός Πιερό»

Μάκης Μαλαφέκας - συγγραφέας

Μια εικόνα χωρίς αρχή και τέλος

Οι νεκρολογίες διαδέχονται η μια την άλλη, πληθαίνουν και πυκνώνουν, ώσπου γίνονται η διαρκής νεκρολογία της εποχής, δείγμα ότι αυτή είναι που πέθανε ή που πεθαίνει ίσως και τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Εκατό δισεκατομμύρια εικόνες το δευτερόλεπτο δεν αρκούν για να τη σώσουν – η έκρηξή της έχει ήδη συμβεί μέσα στον καθένα μας.

Προτού να είναι σκηνοθέτης, ο Γκοντάρ είναι κυρίως ο ίδιος εικόνα και εποχή. Είναι το ζωντανό ιδεόγραμμα του σινεμά, το αδιάτρητο σύμβολο του ιδιοφυούς δημιουργού: αυτού που βάφει με πινέλο το πρόσωπο του Μπελμοντό μπλε στο «Pierrot le Fou» χωρίς μακιγιέρ και τέτοιες ιστορίες, αυτού που πραγματοποιεί τα τράβελινγκ του «À Βout de Souffle» με αναπηρικό καροτσάκι γιατί δεν υπάρχουν λεφτά για dolly αλλά δεν μας νοιάζει, αυτού που περιγράφει σαν άλλος Ντεμπόρ το zeitgeist του Μάη του 68 έναν χρόνο πριν τα γεγονότα στο «La Chinoise» (μάλιστα “βλέπει” το πανεπιστήμιο της Ναντέρ στο κέντρο αυτής της ατμόσφαιρας, εκεί δηλαδή από όπου θα ξεκινήσει τελικά η φοιτητική εξέγερση), αυτού που ανοίγει με τη χάλκινη φωνή του την αυλαία της «Περιφρόνησης» με έναν αυτοκρατορικό τόνο που αποφασίζει και διατάζει απ' το πρώτο λεπτό ότι εδώ πρόκειται να δεις αριστούργημα. Και δεν παίζει ρόλο αν θα το δεις – που θα το δεις, αλλά, ναι, δεν παίζει ρόλο: Είτε στην περίοδο «Καρίνα», είτε στην περίοδο «Τζίγκα Βερτόφ», είτε σε όποια άλλη, οι ταινίες του Γκοντάρ δεν είναι φτιαγμένες για να ιδωθούν αλλά για να υπάρχουν, σαν συμβολικά αντικείμενα, σαν όρθια τοτέμ του αιώνα. Γι' αυτό και είναι αδιάβροχες σε οποιαδήποτε κριτική περί «βαρεμάρας», «κουλτούρας» και τα συναφή. Γι' αυτό και αντιστέκονται απέναντι σε πρωταρχικές ακόμη έννοιες όπως «δραματουργία», «αφήγηση» και «κοινό». Γι' αυτό και διασχίζουν αδιάφορες το αποσυντεθειμένο τοπίο των άπειρων εικόνων μιας εποχής που αποκάμει να φεύγει και όλων των αδιάκοπων νεκρολογιών τους, μαζί και της παρούσας.

Περισσότερος Γκοντάρ: