Το «Ελα να Με Βρεις» του Αντρέ Ασιμάν δεν είναι ένα απλό σίκουελ του «Να με Φωνάζεις με τ' Ονομά Σου»

BUZZ 09 DEC  /  Τάσος Χατζηευφραιμίδης

Το σίκουελ του «Να με Φωνάζεις με τ' Ονομά Σου» βρίσκεται ήδη στα βιβλιοπωλεία. Το διαβάσαμε και χωρίς spoilers ανυπομονούμε για την κινηματογραφική συνέχεια της μοναδικής ερωτικής ιστορίας του Ελιο με τον Ολιβερ.

Για να φωνάξουμε τα πράγματα με το όνομά τους, το «Ελα Να Με Βρεις» δεν θα υπήρχε αν το «Να Με Φωνάζεις με Τ’ Ονομά Σου» του Αντρέ Ασιμάν δε μεταφερόταν το 2017, δέκα χρόνια μετά την έκδοσή του, στο σινεμά από τον Λούκα Γκουαντανίνο με τα γνωστά σε όλους αποτελέσματα. Ο Τζέιμς Αϊβορι κέρδισε στα 89 του το πρώτο του Οσκαρ για το εξαιρετικά διασκευασμένο σενάριο, ο Τίμοθι Σαλαμέ έγινε σούπερ σταρ, τα βερίκοκα έπαψαν να είναι ένα αθώο καλοκαιρινό φρούτο και ο σύντομος έρωτας του Ελιο με τον Ολιβερ αναδείχθηκε σε ένα από τα κορυφαία κινηματογραφικά ειδύλλια της δεκαετίας, δίνοντας στο βιβλίο όχι μόνο μια δεύτερη, ακόμα πιο επιτυχημένη κι ευπώλητη ζωή παγκοσμίως, αλλά και την πρώτη του ελληνική έκδοση από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Κι αν το πρώτο βιβλίο χάριζε στους δύο ήρωες του την (χαμένη τελικά και για τους δύο) ευκαιρία να βρεθούν ξανά στο μέλλον, χρόνια μετά το άδοξο τέλος της παθιασμένης σχέσης τους, για να συνειδητοποιήσουν αμφότεροι πικρά πως ό,τι μοιράστηκαν άφησε μέσα τους ένα δυσαναπλήρωτο για πάντα κενό, το σοφό, όπως αποδείχθηκε, και σπαραξικάρδιο φινάλε της ταινίας με τον καταρρακωμένο Ελιο μπροστά στο τζάκι και με τη μουσική υπόκρουση του Σούφγιαν Στίβενς αμέσως μετά από εκείνο το τηλεφώνημα στο οποίο ο Ολιβερ του ανακοίνωνε τον επικείμενο γάμο του, άφησε το κοινό διψασμένο για μια συνέχεια, ακόμα και διαφορετική από το απαισιόδοξο τέλος του πρωτογενούς υλικού. Κι όχι μόνο το κοινό, αλλά και τον ίδιο τον Γκουαντανίνο, που δήλωσε, πριν καν ο Ασιμάν εκδηλώσει επιθυμία για κάτι τέτοιο, ότι σκοπεύει να γυρίσει όχι ένα, αλλά δύο σίκουελ.

Aciman Εικονογράφηση του Vanity Fair για την προδημοσίευση του «Ελα να με Βρεις»

Αυτή η διακαής επιθυμία (και το αναπόφευκτο οικονομικό δέλεαρ για ακόμα μεγαλύτερη εξαργύρωση της επιτυχίας) οδήγησαν τελικά στις αρχές του έτους τον συγγραφέα στην ανακοίνωση ότι η λογοτεχνική συνέχεια με τον εξίσου επιτακτικό τίτλο «Ελα Να Με Βρεις» είναι γεγονός, με επικείμενη κυκλοφορία τον Οκτώβριο, και κάπως έτσι οι αναγνώστες έχουν πλέον τη δυνατότητα, ξανά από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, να μάθουν, έστω και στο χαρτί, αφενός αν η προσταγή του τίτλου γίνεται πράξη και ο Ελιο και ο Ολιβερ κατακτούν, έστω και καθυστερημένα, το δικαιωματικό happy end τους αφετέρου αν επιβεβαιώνεται το γνωστό κλισέ ότι τα σίκουελ είναι πάντα υποδεέστερα, ακόμα και στη λογοτεχνία.

Εννοείται ότι στην πρώτη ερώτηση δεν πρόκειται να δώσουμε απάντηση. Οχι μόνο γιατί η κουλτούρα της αποφυγής των spoilers δεν είναι αποκλειστικό κινηματογραφικό προνόμιο, αλλά κυρίως γιατί ο ίδιος ο Ασιμάν έχει την εξυπνάδα να μη δίνει, τουλάχιστον όχι αμέσως, στο κοινό αυτό που θέλει, δηλαδή μια συνάντηση των δύο ηρώων του. Αντιθέτως, ξεκινά κάπως αναπάντεχα κι αφιερώνει το πρώτο και μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου στον Σάμι, τον πατέρα του Ελιο, ο οποίος, διαζευγμένος πια, ερωτεύεται κεραυνοβόλα μια κατά πολλά χρόνια νεότερή του γυναίκα, στο τρένο προς τη Ρώμη, εκεί όπου σκοπεύει να δώσει μια διάλεξη και να συναντήσει τον πιανίστα πλέον γιο του.

aciman Ο Αντρέ Ασιμάν σε illustration του Κιτ Μιλς για το Gotham Magazine

Και κάπως έτσι ξεκινάει να ξεδιπλώνεται για άλλη μια φορά η μοναδική ικανότητα του Ασιμάν να ντύνει με λέξεις αυτή τη μοιραία νομοτέλεια του έρωτα, να στήνει μια αισθαντική περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία μεθοδεύει τη σφοδρή κι ακατανίκητη επιθυμία των σωμάτων να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, να επιδίδεται στην καταγραφή των λέξεων, των κινήσεων, των νευμάτων και των σιωπών μέσα σε ένα σύμπαν αποκλειστικά θαρρείς φτιαγμένο για τους δύο εραστές, όπου όλα συνομωτούν για την ένωσή τους. Στην ίδια, Αιώνια Πόλη, όπου ο Ολιβερ και ο Ελιο χρόνια πριν (και στο πρώτο βιβλίο) ταξίδεψαν για να μοιραστούν τις τελευταίες μέρες της δικής τους σχέσης, ο Σάμι και η Μιράντα μοιράζονται από την πρώτη κιόλας στιγμή τις ιστορίες και τα μυστικά τους και κάνουν από την πρώτη κιόλας μέρα όνειρα για την κοινή τους ζωή, με μια αφηγηματική ευκολία που σε πολλούς θα φανεί ανεδαφική και …μυθιστορηματική. Αλλά ο ρεαλισμός είναι το τελευταίο πράγμα για το οποίο ενδιαφέρεται ο Ασιμάν κι αυτό είχε καταστεί ήδη σαφές από το πρώτο βιβλίο.

Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στον Ελιο, ο οποίος ζει μια μάλλον μοναχική ζωή ως πιανίστας και δάσκαλος μουσικής στο Παρίσι, δεκαπέντε χρόνια μετά τα γεγονότα του πρώτου βιβλίου. Κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας κλασικής μουσικής θα γνωρίσει τον Μισέλ, έναν μεσήλικα δικηγόρο, με τον οποίο, σε μια παράλληλη πορεία με το πρώτο κεφάλαιο, θα αναπτύξει με χαρακτηριστική (για τους κυνικούς, αναμενόμενη) ευκολία μια δυνατή ερωτική σχέση, η τόσο δυνατή απουσία όμως από το παρελθόν του νεαρού πιανίστα θα δυναμιτίσει κι αυτή την απόπειρα για την ευτυχία, αφού ο πλούσιος κι επιτυχημένος, αλλά τόσο μοναχικός και κατατρεγμένος από τα δικά του φαντάσματα Μισέλ, δεν είναι, ούτε θα μπορούσε να γίνει ποτέ Εκείνος.

Πέντε χρόνια μετά, και στο τρίτο κεφάλαιο, ο Ολιβερ, παντρεμένος πενηντάρης καθηγητής με δύο παιδιά, φλερτάρει διακριτικά (ενίοτε και αδιάκριτα) με όλα τα φύλα, με την ίδια αβίαστη αμφισεξουαλικότητα που του επιτρέπει να καλέσει στο πάρτι της αποχώρησής του από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης τόσο έναν κατά πολύ νεότερο gay συνάδελφό του, όσο και μια νεαρή γυναίκα που συναντούσε στα μαθήματα της γιόγκα, με τους οποίους ανταλλάσσει βλέμματα και υπονοούμενα καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς μπροστά στην μάλλον αδιάφορη γυναίκα του, αν και γνωρίζει τη ματαιότητα της συμπεριφοράς του. Οταν το αρσενικό αντικείμενο του ανερμάτιστου και αδιέξοδου πρόσκαιρου πόθου του παίξει στο πιάνο ένα κομμάτι του Μπαχ, οι συνειρμοί στο αγόρι που γνώρισε πριν από πολλά χρόνια στην Ιταλία κι έπαιζε το ίδιο κομμάτι στο πιάνο θα είναι αναπόφευκτοι και το τέλος της βραδιάς θα βρει τον Ολιβερ παραδομένο στις αναμνήσεις και τα απωθημένα, μπροστά σε μια δεύτερη ζωή που δεν έζησε, αλλά ένα βήμα πριν την παράτολμη απόφαση να …ζήσει.

aciman Εικονογράφηση του Vanity Fair για την προδημοσίευση του «Ελα να με Βρεις»

Το πώς δένουν και κορυφώνονται οι τρεις αυτές ιστορίες δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να μαντέψει κανείς, αλλά ούτως ή άλλως αυτό δεν είναι το ζητούμενο, καθώς για τον Ασιμάν αυτό που έχει σημασία είναι η διαδρομή, με τον ίδιο καβαφικό τρόπο που του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει ακόμη και τον Αλεξανδρινό ποιητή στο τελευταίο μέρος ως μια μόνο (αναμφίβολα απρόσμενη) πολιτιστική αναφορά από τις ανεξάντλητες (και κάπως εξεζητημένες) μέσα στο ίδιο ανερυθρίαστα κοσμοπολίτικο και μεγαλοαστικό περιβάλλον, στο οποίο κινούνται όλοι οι ήρωές του, Σ΄αυτό το σύμπαν τα προτερήματα της γραφής του Ασιμάν είναι ταυτόχρονα και τα ελαττώματά της: ο υπερχειλής ρομαντισμός ενθουσιάζει ή προκαλεί τη δυσφορία, η μουσικότητα της γλώσσας και της αφηγηματικής δομής (κάθε κεφάλαιο είναι ένας μουσικός όρος που υπαγορεύει την έκταση και το ανάλογο ύφος) οδηγεί στη φορμαλιστική επιτήδευση, αποκαλύπτει όμως και την ικανότητα του συγγραφέα να στήσει την ιστορία του σαν μια συμφωνία κλασικής μουσικής, οι ήρωες είναι ερωτεύσιμοι και γοητευτικοί, καταλήγουν όμως την ίδια στιγμή και ελάχιστα αληθοφανείς και πειστικοί.

Ακόμα, όμως, κι έτσι, ο Ελιο και ο Ολιβερ παραμένουν για άλλη μια φορά ανεξίτηλα χαραγμένοι στη μνήμη του αναγνώστη, σε ένα βιβλίο που μελαγχολεί και στοχάζεται πάνω στον χαμένο χρόνο και τις λανθασμένες επιλογές, σαφώς πιο δύσκολο μπροστά στην πρόκληση της επικείμενης κινηματογράφησής του (εκτός αν ο Γκουαντανίνο αποφασίσει να χαράξει τη δική του ανεξάρτητη πορεία), σίγουρα όμως εν δυνάμει συναρπαστικό ως προς τον τρόπο που ο Ιταλός σκηνοθέτης θα μετατρέψει σε εικόνες τον αχαλίνωτο ρομαντισμό του.

ασιμάν

Το «Ελα να Με Βρεις» του Αντρέ Ασιμάν κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.