Στην παράξενη γωνιά της Ιστορίας όπου οι φήμες γίνονται αφηγήσεις και οι αφηγήσεις σενάρια, η ταινία επιχειρεί να φωτίσει έναν σχεδόν απίθανο μύθο - και όμως τραγική πραγματικότητα - του Τρίτου Ράιχ: τις νεαρές γυναίκες που καταναγκάζονταν να δοκιμάζουν το φαγητό πριν φτάσει στο τραπέζι του Χίτλερ.
Το 1943, όταν η κυριαρχία της Γερμανίας έχει αρχίσει να τρίζει, η Ρόζα εγκαταλείπει το βομβαρδισμένο Βερολίνο και καταλήγει για ασφάλεια σ' ένα χωριό της Ανατολικής Πρωσίας, όπου ζουν οι γονείς του άντρα της που λείπει στο πεδίο της μάχης. Το φιλήσυχο αυτό χωριό, όμως, κρύβει ένα μυστικό: το αρχηγείο του Χίτλερ, γνωστό ως «λημέρι του λύκου». Εκεί, μαζί με άλλες έξι γυναίκες, η Ρόζα εξαναγκάζεται να συμμετάσχει σε μια τελετουργία που μοιάζει σχεδόν σουρεαλιστική, να δοκιμάζει καθημερινά τα πιάτα που προορίζονται για τον Φύρερ, περιμένοντας σιωπηλά μήπως το δηλητήριο κάνει την εμφάνισή του.
Οι σκηνές γύρω από το τραπέζι είναι ίσως οι πιο δυνατές. Η πείνα των χρόνων του πολέμου συγκρούεται με τον τρόμο, κάθε μπουκιά μοιάζει με μικρό στοίχημα ζωής, κάθε γυναίκα αγωνιά να κρύψει ή να βροντοφωνάξει τις πολιτικές πεποιθήσεις της, πάντα με την απειλή του όπλου πάνω από το σερβιρισμένο τραπέζι. Εκεί η ταινία αγγίζει μια σχεδόν κλειστοφοβική ένταση, σαν να αιωρείται στον αέρα μια εφιαλτική απειλή.
Σίγουρα ο Σίλβιο Σολντίνι δεν καταφέρνει να δώσει στο υλικό το βάθος που υπόσχεται. Οι χαρακτήρες παραμένουν σχηματικοί και ορισμένες δραματικές επιλογές, όπως μια απρόσμενη ερωτική εμπλοκή με αξιωματικό του καθεστώτος, μοιάζουν περισσότερο με σεναριακό τέχνασμα παρά με ψυχολογική αλήθεια, η ένταση και η αγωνία έχουν μικρές στιγμές κορύφωσης, μπερδεμένες μέσα σ' ένα μελόδραμα που αγγίζει το ύφος ενός άρλεκιν. Είναι, όμως, το ιστορικό παράδοξο τόσο συγκλονιστικό που κερδίζει στα σημεία όπου η δραματουργία δεν επαρκεί.

