Σήμερα η ψυχή του Γιώργου αποφάσισε πως το σώμα του είναι πολύ μικρό και δεν θα μπορούσε πια να την χωρέσει. Και ήθελε να ελευθερωθεί. Και έτσι ταξίδεψε πάνω από το Αιγαίο προς το φως που πάντα και παντού έψαχνε. Θα είναι πάντα στην καρδιά και το μυαλό μας με όλα όσα μας προσέφερε και φυσικά με τις ταινίες του που για πάντα θα κουβαλούν τα κομμάτια της ψυχής του που τους αφιέρωσε.
Η οικογένεια του.
Με αυτή την συγκινητική ανακοίνωση, η οικογένεια του Γιώργου Πανουσόπουλου μάς πληροφόρησε ότι ο σπουδαίος, καινοτόμος, και πολύ αγαπημένος μας, σκηνοθέτης έφυγε από τη ζωή, στα 84 του χρόνια.
Κι οι λέξεις καμιά φορά είναι σημαδιακές - η ψυχή και το σώμα. Ισως ο κεντρικός άξονας στις ανησυχίες του, η πάλη για το focus του φακού του. Γιατί από την μία τον ενδιέφερε το βλέμμα, κι όλα όσα κρύβονται από πίσω. Το μελαγχολικό, εγκλωβισμένο της Στέλλας όπως κάνει ένα βαριεστημένο, καλοκαιρινό τσιγάρο στην κουπαστή ενός μπαλκονιού στην Καλλιθέα. Το ιδρωμένο, ανήσυχο του Χάρη που την εντοπίζει με το κιάλι του ναυτικού παππού του που κάποτε έψαχνε για γοργόνες. Ο γειτονικός πειρατικός σταθμός να αφιερώνει τον Roy Orbison που τραγουδάει για τους μοναχικούς. Κι εσύ να αναρωτιέσαι: πόσοι τέτοιοι κρύβονται σε μία πόλη εκατομμυρίων; Περισσότεροι από όσοι θα έπρεπε. Γιατί τους ξέρεις – και το Χάρη και την Στέλλα. Δυο βλέμματα οικεία. Είναι γείτονες. Τους χαιρετάς κάθε πρωί στο απέναντι πεζοδρόμιο ή στην διπλανή μπαλκονόπορτα. Ή, όταν κοιτάς το πρωί τον καθρέφτη σου.
Από την άλλη, στο σινεμά του Πανουσόπουλου το σώμα, παθιασμένο, παλλόμενο, διονυσιακό, ήταν πρωταγωνισής. Οχι μόνο στις εικόνες του - ελεύθερη κατάδυση στο ζεστό, ερωτικό φως. Αλλά και στον τρόπο που ξεσήκωνε με μανία τις αισθήσεις, συνομιλούσε αφιλτράριστα με τα αρχέγονα ένστικτα, τις υπόκωφες επιθυμίες του θεατή - κι όχι τη λογική του. Το γυμνό σώμα του Πάνα να τρέχει στα χορτάρια. Η Ζωή με την κόκκινη μπλούζα της μπλεγμένη στους κισούς, να χορεύει σε ξέφρενο βακχικό παραλήρημα. Τα παιδιά που βουτάνε αχαλίνωτα στο συντριβάνι. Τα κλουβιά ανοιχτά, τα ζώα να καλπάζουν ελεύθερα. Ο Εθνικός Κήπος, η οθόνη, ως άλλος απαγορευμένος Παράδεισος.
«Στη ζωή μου δυο πράγματα υπήρχαν. Μια γυναίκα και το σινεμά»: Δείτε την συνέντευξη του Γιώργου Πανουσόπουλου στο φακό του Flix
Από τα γυρίσματα του «Μ' Αγαπάς;»
Οι Απέναντι
Μανία
Ισως τελικά να μην ήταν πάλη διεκδίκησης. Να ήταν και τα δύο, όπως κι ο ίδιος δεν ήταν μόνο ένα πράγμα. Μιλούσε για τα πιο σοβαρά, με δαιμόνιο χιούμορ. Ξεχείλιζε από ευαισθησία, εκφραζόταν με τεστοστερόνη. Αγαπούσε με πάθος το αστικό αθηναϊκό τοπίο, αλλά βουτούσε με τον ίδιο οίστρο στο Αιγαίο, στην ακριτική μεσόγειο, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας που δεν ήξερε να κλαίει. Δεν τον χωρούσε ένα μόνο δέρμα. Δεν ήταν μόνο σκηνοθέτης, αλλά και εξαιρετικός διευθυντής φωτογραφίας, μοντέρ, σεναριογράφος, παραγωγός - ένας αναγεννησιακός κινηματογραφιστής.
Κι αν μάς συγκινούσε κάτι, πάντα, ήταν ότι δεν ήταν ποτέ μόνος. Παρούσα η οικογένεια του - η κόρη του Μαργαρίτα, που στα περσινά βραβεία ΙΡΙΣ παρέλαβε το τιμητικό βραβείο εκ μέρους του πατέρα της, με έναν ευχαριστήριο λόγο που μας τσάκισε. Οπως μας τσάκισε και το τρυφερό χάδι της Μπέτυς Λιβανού, της αγάπης της ζωής του και πρωταγωνίστριας του έργου του, στη φράντζα του συντρόφου της, στο βίντεο με το οποίο κι ο ίδιος μας αποχαιρετούσε με ένα κάλεσμα: «Να κάνετε έρωτα. Κι όχι μόνο στις ταινίες…»
Οπως και ήταν, πάντα, με την άλλη του οικογένεια: τους φίλους του. Με τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο και τον Νίκο Περάκη, την τριάδα της Φιλμικής Εταιρίας που έφερε νέο φρέσκο αεράκι στο ελληνικό σινεμά, από τον -τότε ταμπού- χώρο της διαφήμισης. Πόσο αξιοζήλευτη παρακαταθήκη αυτή η φιλία. Οταν κάποιος καθόταν στη σκηνοθετική καρέκλα για την ταινία του, οι υπόλοιποι δύο έτρεχαν σε άλλες θέσεις της παραγωγής. Ο ένας για τον άλλον. Ψυχή και σώμα.
Δεν ξέρουμε λοιπόν τι αποχαιρετάμε σήμερα. Πολλά, πάρα πολλά. Γιατί ορισμένοι άνθρωποι ξεπερνούν σχήματα, χαρακτηρισμούς, τυπικές βιογραφίες - το σώμα του έργου τους, αλλά και της στάσης τους στη ζωή, αφήνει μία μεγάλη τρύπα. Τίποτα. Απολύτως τίποτα. Γιατί το φως του, αυτό που ήξερε μοναδικά να συλλαμβάνει και να το μεταλαμπαδεύει σε εικόνες, συνεχίζει να τρεμοπαίζει από την καμπίνα του προβολέα, κατευθείαν στην καρδιά.
H κηδεία του Γιώργου Πανουσόπουλου θα γίνει στο Δημοτικό κοιμητήριο Κηφισιάς (Ναός Αγίου Τρύφωνος), την Πέμπτη 12/03/2026, στις 13:00
Αντί στεφάνων η οικογένεια επιθυμεί την στήριξη του Σπιτιού του Ηθοποιού
Alpha Bank
ΙΒΑΝ: GR450 140 2280 2280 0200 200 2719
Δικαιούχος: Σπίτι του Ηθοποιού
Αιτιολογία: Εις μνήμην Γεωργίου Πανουσόπουλου
Στα γυρίσματα του «Bios + Πολιτεία» του Νίκου Περάκη
Ο Γιώργος Πανουσόπουλος γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1942 στην Κηφισιά.
Ερωτεύτηκε τις εικόνες από μικρός - σπούδασε φωτογραφία και κινηματογράφο στο εξωτερικό και ξεκίνησε την καριέρα του ως Διευθυντής Φωτογραφίας, αρχικά στο χώρο της διαφήμισης, της τηλεόρασης και του ντοκιμαντέρ.
Από το κινηματογραφικό ντεμπούτο του με το «Ταξίδι του Μέλιτος» μέχρι την υπογραφή του ως Διευθυντή Φωτογραφίας σε μερικές από τις σπουδαιότερες ταινίες του σύγχρονου ελληνικού σινεμά, κι από τα διαφημιστικά του έως τη συμβολή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004, η αισθητική του χάραξε μία δική της σχολή που επέδρασε και επιδρά στις μελλοντικές γενιές.
Ταινίες του ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο, συμμετείχαν στα διαγωνιστικά προγράμματα εγχώριων και διεθνών φεστιβάλ, κέρδισαν βραβεία και διακρίσεις. Το 1977, έλαβε διάκριση ειδικών επιτεύξεων για τη φωτογραφία του στους «Αρχοντες» του Μανούσου Μανουσάκη. Το 2005, το 46ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης οργάνωσε μεγάλο αφιέρωμα στο σύνολο του έργου του. Το 2025, η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου του απένειμε το τιμητικό βραβείο ΙΡΙΣ για την προσφορά του στον ελληνικό κινηματογράφο. Ο Στέργιος Πάσχος γύρισε ένα ντοκιμαντέρ για τον ΓΙώργο Πανουσόπουλο το 2025 με τίτλο «Πέστε ο πόθος που φυτρώνει».
Μανία
ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ
1979 Ταξίδι του Μέλιτος
1981 Οι Απέναντι
1985 Μανία
1988 Μ' Αγαπάς;
1995 Ελεύθερη Κατάδυση
2001 Μια Μέρα τη Νύχτα
2004 Tεστοστερόνη
2018 Σ' Αυτή τη Χώρα Κανείς δεν Ηξερε να Κλαίει
Δείτε σπάνιο φωτογραφικό υλικό από το αρχείο του Νίκου Περάκη από τα γυρίσματα της «Λούφας και Παραλλαγής» του Νίκου Περάκη, όπου ο Γιώργος Πανουσόπουλος υπογράφει τη διεύθυνση φωτογραφίας
