Ο Φραντς Κάφκα δεν έζησε ποτέ για να δει την μεταμόρφωσή του - από συμπλεγματικό (ίσως και στα όρια του φάσματος), ντροπαλό, ανήσυχο νεαρό σε έναν από τους πιο επιδραστικούς και εμβληματικούς συγγραφείς της ιστορίας. Πέθανε στα 40 του χρόνια από φυματίωση, ενώ τα έργα του δεν είχαν ακόμα ανακαλυφθεί, μελετηθεί και δοξαστεί όπως τους άρμοζε. Κι ο ίδιος παράμενε στα σκοτάδια - κάτω από τη βαριά σκιά του κακοποιητή πατέρα του, την αγαπησιάρικη αλλά ανταγωνιστική σχέση με τις αδελφές του, το κόμπλεξ της σεξουαλικής ανικανότητας, την αδυναμία για ενσυναίσθηση και δέσμευση, τον εγκλωβισμό του σε μία δουλειά δημοσίου υπαλλήλου που απεχθανόταν, την απόδραση μέσα από την έντονη, αλλά συχνά εφιαλτική φαντασία του, που εξέφραζε μέσα από τα γραπτά του.
Θα ήταν αδύνατον λοιπόν μία Καφκική βιογραφία, πόσο μάλιστα όταν την υπογράφει η Ανιέσκα Χόλαντ («Europa Europa», «Νικώντας το Σκοτάδι», «Πράσινα Σύνορα»), να είναι μία γραμμική αφήγηση της ζωής του και μία αλά wikipedia παράθεση του έργου του.
Αντιθέτως, η Χόλαντ, πατώντας στο καλειδοσκοπικό, πυκνό αλλά τολμηρά ρευστό σενάριο του Μάρεκ Επσταϊν, ανακατεύει χώρο και χρόνο — από την παιδική στην ενήλικη ηλικία του συγγραφέα. Παράλληλα, υιοθετεί τις δικές του αφηγηματικές τεχνικές (αντίστιξη και αντιπαράθεση) και σπάει τον τέταρτο τοίχο: ο σύγχρονος κόσμος εισβάλλει σε μια ταινία εποχής, προσφέροντας μια ειρωνική ματιά τόσο στην αποκρυπτογράφηση του έργου του από σύγχρονους μελετητές όσο και στην «τουριστική» εκμετάλλευση της κληρονομιάς του.
Αυτή η avant-garde (απο)δόμηση της ταινίας, αντικατοπτρίζει και το αναρχικό στιλ, τις ανησυχίες και τις εμμονές του συγγραφέα, ενώ ο ρυθμός της κινηματογράφησης και οι κωμικές πινελιές του σεναρίου προσφέρουν μία μεταμοντέρνα, φρέσκια ανάγνωση στις τραγωδίες και τα τραύματα της ζωής προηγούμενων αιώνων.
Εξαιρετική ιδέα, αλλά υπέρμετρα φιλόδοξη. Παρόλο που το μοντάζ του Πάβελ Χρτλίτσκα κάνει ό,τι μπορεί για να δέσει τις εικόνες σε έναν κοινό αφηγηματικό μίτο, το αποτέλεσμα παραμένει σύνθετο, φορτωμένο και εξαντλητικά απαιτητικό για τον θεατή.
Καλύτερα λοιπόν να πλησιάσει κανείς την ταινία ως ατμοσφαιρικό, αισθητικό mood piece, ένα ελεύθερο ποίημα, κι όχι ένα κυριολεκτικό κινηματογραφικό biopic.

