Είναι κρίμα που αυτό το δεύτερο live action με ήρωα τον αξιολάτρευτο εξωτικό σε κάθε περίπτωση Μαρσουπιλαμί τελειώνει ακριβώς τη στιγμή που εμφανίζεται το «λούτρινο» προς έκπληξη όλων. Η ταινία δεν τελειώνει, αλλά κάθε τι που βλέπουμε σε αυτήν τη πρώτη εμφάνιση του, από το πόσο αξιολάτρευτο είναι μέχρι τον πανικό που σκορπάει σε όλους γύρω του, θα επαναληφθεί εξαντλητικά μέχρι το τέλος μιας ταινίας που θα χρειαζόταν ένα παιδί προσχολικής ηλικίας για να μας ενημερώσει για το επίπεδο της ευχαρίστησης που προσφέρει.

Πρωταγωνιστής εδώ είναι ο Νταβίντ, ένας χωρισμένος πατέρας που προσπαθεί να διεκδικήσει μερίδιο στην ανατροφή του γιου του. Προκειμένου να μην χάσει τη δουλειά του θα αναλάβει να επιβιβαστεί σε μια κρουαζιέρα και να παραλάβει ένα μυστηριώδες δέμα από τη Νότιο Αμερική. Χωρίς να το γνωρίζουν συνένοχοι του θα γίνουν ο συνεργάτης του Στεφάν, η πρώην σύζυγος του και ο γιός του που θα βρεθούν όλοι σε μια άβολη έως και απροσδιόριστα συναρπαστική θέση όταν ανακαλύψουν πως το πολύτιμο περιεχόμενο του δέματος είναι ένα αξιολάτρευτο μωρό Μαρσουπιλαμί.

Για τους γαλλόφωνους, το (φανταστικό, παρδαλό, εξωτικό) Μαρσουπιλαμί είναι διάσημο. Εμφανίστηκε πρώτη φορά το 1952 στο περιοδικό κόμικ Spirou και στη σειρά κόμικ Spirou & Fantasio και εξαφανίστηκε μαζί με το θάνατο ότου δημιουργού του Αντρέ Φρανκίν το 1970. Στα τέλη του ’80 το Μαρσουπιλαμί απέκτησε δικό του κόμικ για να γίνει ένα franchise της τηλεόρασης, του κινηματογράφου και των video games. Στην ταινία είναι φτιαγμένο από τρισδιάστατα οπτικά εφέ, διατηρεί το χαριτωμένο της ύπαρξης του αλλά όχι και όλο το μύθο που μοιάζει να φέρνει η ιστορία του.

Συνολικά, η ταινία στην οποία πρωταγωνιστούν διάσημοι Γάλλοι ηθοποιοί - ανάμεσα τους και ο Ζαν Ρένο και ο Ζαμέλ Ντεμπούζ (στον ίδιο ρόλο που έπαιζε και στην πρώτη ταινία με το Μαρσουπιλαμί, αλλά και ο ίδιος ο (περί ορέξεως...) Φιλίπ Λασό που εδώ «σκηνοθετεί» - περιστρέφεται γύρω από το παράξενο ζώο, κυρίως όμως για να επαναλάβει πολλές (και κουραστικές) φορές ένα θόρυβο φτιαγμένο από φωνές, κυνηγητά και μια ατμόσφαιρα χάους. Μια διάθεση αστεϊσμού δηλαδή που συνηθίζει χωρίς λόγο και αιτία το γαλλικό σινεμά και προσομοιάζει στη σωματική κωμωδία, αλλά στην πραγματικότητα αποτίνει φόρο τιμής στη μπαλαφάρα και στην διάθεση μικρών ηλικιών (που είναι άλλωστε και το target group του) να γελάνε όταν βλέπουν ανθρώπους να πέφτουν κάτω, να χτυπάνε ο ένας πάνω στον άλλον, να συμπεριφέρονται δηλαδή περίπου σαν κινούμενα σχέδια.