Η ιδιοκτήτης ενός μαγαζιού που βρίσκεται στο ίδιο μέρος από το 1960. Μια drag queen που κάνει κάθε βράδυ performance στη σκηνή ενός θεάτρου. Ενας περιπλανώμενος ταξιδευτής που αγναντεύει το δικό του «Νεπάλ» από το ψηλό μπαλκόνι του διαμερίσματος του. Μια ιδιοκτήτρια ενός πάρκινγκ που βρίσκεται ανάμεσα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος και στα κατά καιρούς πολυτελή μπουζουξίδικα στο απέναντι ρεύμα. Ενας τοπογράφος που αναζητά ίχνη μιας αρχαίας διαδρομής μέσα σε ανεξερεύνητες εξοχές μέσα στο κέντρο της πόλης. Ενας ξεναγός που αφηγείται ιστορίες αγάπης εκτός τόπου και χρόνου.
Να μερικοί μόνο από τους ήρωες του ντοκιμαντέρ της Νικολέτας Παράσχη με τίτλο «Ιερά Οδός, 21 χιλιόμετρα» που ξεκινώντας από την αφετηρία της (στο 0 χιλιόμετρο μέσα στον Κεραμεικό) και φτάνοντας μέχρι το τελικό 21ο χιλιόμετρο στην Ελευσίνα, διασχίζει τη μεγαλύτερη, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, ιερά οδό στον κόσμο, προσπαθώντας να βρει τι συνδέει την ιερότητα και το μυστήριο του παρελθόντος με το σήμερα.
Το πορτρέτο της οδού χτίζεται χωρίς συγκεκριμένη πυξίδα, με οδηγό θραύσματα ιστοριών, ανθρώπων και τοποσήμων, καθώς χιλιόμετρο με το χιλιόμετρο γνωρίζουμε τις αναπάντεχες στάσεις της Ιερά Οδού (από τον Βοτανικό Κήπο μέχρι το Δαφνί και από την υπαίθρια αγορά στον Ελαιώνα μέχρι το Ιερό της Αφροδίτης στο Σκαραμαγκά, πριν φτάσουμε Ελευσίνα), την τεθλασμένη της πορεία μέσα σε άλλες σύγχρονες διαδρομές και - σημαντικό - την ιστορία της μέσα στους αιώνες, είτε μέσα από αποφθέγματα διάσημων συγγραφέων και θεωρητικών, είτε μέσα από απλούς ανθρώπους και ένα βλέμμα που εστιάζει σε μικρές φαινομενικά ασήμαντες κι όμως ολοζώντανες καθημερινότητες της οδού.
Περιττό, αλλά κυρίως σε άλλη τελείως κατεύθυνση από την όποια ενέργεια των εικόνων, το voice over της Νικολέτας Παράσχη. Θεματικά, γιατί προσπαθεί ανεπιτυχώς και αυτοαναφορικα να συνδέσει μια προσωπική διαδρομή (αυτή της δημιουργού της ταινίας) με τα χιλιόμετρα της Ιεράς Οδού. Ρυθμικά καθώς η επιτήδευση και το βαρυσήμαντο της αφήγησης δεν δημιουργούν, όπως μοιάζει να ήταν η φιλοδοξία της δημιουργού του, μια μυστικιστική ατμόσφαιρα αλλά μάλλον ένα αποξενωτικό προς το θεατή, φιλολογικό και φιλολογίζον πλέγμα που σε συνδυασμό με την επί τούτου επιβλητική μουσική υπόκρουση κάνει την τελική διαδρομή να χάνει το ενδιαφέρον της και να ολοκληρώνεται μόνο ως μια ενημερωτική και παρά ελάχιστα πνευματική απόσταση μέσα στο χωροχρόνο.

