Η ιστορία των Iron Maiden μοιάζει, εδώ και δεκαετίες, μεγαλύτερη από το ίδιο το heavy metal. Είναι μια μπάντα που κατάφερε να μετατρέψει την υπερβολή σε ταυτότητα, να κάνει το θεατρικό στοιχείο μέρος της μουσικής εμπειρίας και να χτίσει έναν μύθο που ξεπερνά τις γενιές. Το «Iron Maiden: Burning Ambition» του Μάλκολμ Βένβιλ πλησιάζει αυτόν τον μύθο με θαυμασμό σχεδόν παιδικό, σαν να στέκεται μπροστά σε ένα ιερό κειμήλιο της ροκ κουλτούρας και να φοβάται μήπως το αγγίξει υπερβολικά δυνατά και το χαλάσει.

Αυτό είναι ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο προτέρημα αλλά και η βασική αδυναμία του ντοκιμαντέρ. Ο Βένβιλ σκηνοθετεί με ένστικτο ανθρώπου που γνωρίζει άριστα τη δύναμη της εικόνας και του ρυθμού, όμως αποφεύγει να σκάψει βαθύτερα κάτω από τη μεταλλική επιφάνεια του συγκροτήματος, διατηρώντας αμείωτη την ενέργειά της σχεδόν σε όλη τη διάρκειά της, χωρίς όμως να αποκτά ποτέ πραγματικό δραματικό βάρος.

Με πρόσβαση στα επίσημα αρχεία και προσωπικές αναμνήσεις του συγκροτήματος, τόσο του παρόντος όσο και του παρελθόντος, το «Iron Maiden: Burning Ambition» προσκαλεί τους θαυμαστές να ζήσουν ένα από τα πιο εμβληματικά ταξίδια στην ιστορία της μουσικής. Καλύπτοντας πέντε δεκαετίες, αυτό το ντοκιμαντέρ καταγράφει την άνοδο του συγκροτήματος από τις παμπ του Ανατολικού Λονδίνου στα μεγαλύτερα στάδια του κόσμου. Με αποκλειστικές συνεντεύξεις με μέλη και συνεργάτες του συγκροτήματος, όπως ο Χαβιέρ Μπαρδέμ, ο Λαρς Ούλριχ και ο Chuck D, καθώς και ολοκαίνουργιες κινούμενες σκηνές της θρυλικής μασκότ του συγκροτήματος, Eddie.

Η σκηνοθεσία βασίζεται σε ένα διαρκές κινηματογραφικό σφυροκόπημα από αρχειακό υλικό, backstage στιγμές, τηλεοπτικές εμφανίσεις και τεράστιες συναυλίες που αποτυπώνονται σαν πολεμικές επιχειρήσεις φωτός και ήχου. Ο Βένβιλ μοντάρει τις εικόνες με γρήγορο ρυθμό, δίνοντας συχνά την αίσθηση ότι παρακολουθείς ένα δίωρο μουσικό ξέσπασμα και όχι ένα παραδοσιακό ντοκιμαντέρ. Σε αρκετές στιγμές αυτό λειτουργεί εξαιρετικά, ιδιαίτερα όταν η κάμερα αφήνεται μέσα στο χάος των live εκτελέσεων του «Run to the Hills» ή του «The Trooper», όπου το κοινό μοιάζει να μετατρέπεται σε ένα ενιαίο σώμα που κινείται στον ρυθμό της μπάντας.

Από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας είναι η αναδρομή στην περιοδεία των Maiden στην Πολωνία του 1984, όταν το συγκρότημα βρέθηκε να παίζει πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα μπροστά σε ένα κοινό που αντιμετώπιζε τη συναυλία σαν πράξη ελευθερίας. Ο Βένβιλ χειρίζεται αυτές τις εικόνες με πραγματική κινηματογραφική ένταση, αφήνοντας για λίγο στην άκρη τη λογική της μουσικής ανθολογίας και αγγίζοντας κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι οι στιγμές όπου το ντοκιμαντέρ χρησιμοποιεί animated αποδόσεις του Eddie, της θρυλικής μασκότ της μπάντας, δημιουργώντας μια σχεδόν κόμικ αισθητική που ταιριάζει ιδανικά στην υπερβολική προσωπικότητα των Iron Maiden.

Παρότι ακούγονται κομμάτια όπως τα «Fear of the Dark», «Wasted Years» και «Hallowed Be Thy Name», η ταινία σπάνια σταματά για να εξετάσει πραγματικά τι έκανε αυτά τα τραγούδια τόσο σημαντικά ή πώς η μπάντα διαχειρίστηκε τις εσωτερικές συγκρούσεις και τις αλλαγές της μέσα στα χρόνια, μιας και ο Βένβιλ ενδιαφέρεται περισσότερο να διατηρήσει ένα momentum παρά να δημιουργήσει αποστάσεις και να παρατηρήσει τους ήρωές του πιο ψύχραιμα.

Κι όμως, παρά τις αδυναμίες του, το I«Iron Maiden: Burning Ambition» έχει κάτι αυθεντικό. Δεν προσπαθεί να αποδομήσει τον μύθο ούτε να τον εκσυγχρονίσει για ένα νέο κοινό. Επιλέγει να τον φωτίσει με τον ίδιο θορυβώδη, υπερβολικό και φλογερό τρόπο που οι Maiden ανέβαιναν πάντα στη σκηνή. Ισως τελικά αυτό να λέει περισσότερα για το συγκρότημα από οποιαδήποτε αποκαλυπτική εξομολόγηση.