Μοιάζει σχεδόν αδύνατον να προβλέψεις πόσα εξαιρετικά παχιά στρώματα ποπ και δυστυχώς όχι μόνο κουλτούρας πρέπει να ξεφλουδίσεις μέχρι να φτάσεις στο σκληρό πυρήνα του «Top Gun», για να προσπαθήσεις στη συνέχεια να το κρίνεις όσο το δυνατόν με τα μάτια του σήμερα.
Αρχικά, για να ξεκινήσουμε αντίστροφα, θα πρέπει να αφαιρέσεις την έξτρα υστεροφημία που του χάρισε το «Top Gun Maverick» πριν λίγα χρόνια. Μια ταινία που όπως και να το δεις είναι καλύτερη από το πρώτο φιλμ, για το μοναδικό λόγο ότι έφερε την ίδια λογική εκείνης της ταινίας στην εποχή μας διορθώνοντας πολλά από τα κακώς κείμενα του πρωτότυπου. Το γεγονός ότι υπήρξε και μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες της μεταπανδημικής εποχής - σχεδόν σωτήρας των αιθουσών ακριβώς τη στιγμή που το χρειάζονταν περισσότερο - βοήθησε καταλυτικά, στέλνοντας το φιλμ και στις υποψηφιότητες για το Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Κάτι που για την ταινία του 1986 θα έμοιαζε μάλλον με κακόγουστο αστείο - της Ακαδημίας.
Στη συνέχεια πρέπει να αφαιρέσεις το σχεδόν αδιαπέραστο σε πυκνότητα νοσταλγίας μπλοκ της συλλογικής ανάμνησης μιας ολόκληρης γενιάς που είδε το «Top Gun» σαν να έβλεπε το απόλυτα «αχαστο» φιλμ εκείνης της χρονιάς, καταναλώνοντάς το από το πρωτο του μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, ξανά και ξανά. Αλλοι για το action, άλλοι και μόνο για τη σκηνή που αποκαλύπτεται ότι η Κέλι Μαγκ Γκίλις είναι η εκπαιδεύτρια του Μάβερικ, άλλοι για το ρομάντζο και τις βόλτες με τη μηχανή στο ηλιοβασίλεμα, άλλοι για το δράμα (κάθε φορά που πεθαίνει ο Γκουζ πεθαίνει μαζί του όλο το σινεμά, plus εδώ και η Μεγκ Ράιαν σε μικρό ρόλο), άλλοι για το «Danger Zone», άλλοι για τον «κακό» αλλά και «τρωτό» Αϊσμαν του Βαλ Κίλμερ, άλλοι για τα Ray Ban (που ανέβασαν πωλήσεις από αυτήν την ταινία και τις κρατούν μέχρι σήμερα), άλλοι για το «Take my Breath Away» των Berlin, άλλοι, φυσικά, για το επόμενο - το μεγαλύτερο δεν το ξεχάσαμε φυσικά - στρώμα που θα πρέπει να φύγει από την εξίσωση πριν δει κανείς τι ήταν, είναι και θα είναι το «Top Gun».
Γιατί πριν και μετά από οτιδήποτε, πρέπει να αφαιρέσεις και τον ίδιο τον Τομ Κρουζ. Εδώ ως τον απόλυτο σταρ που αποθεώθηκε μαζικά και με περισσή υστερία καθώς βρισκόταν ήδη στον αέρα, στο ρόλο του αλαζόνα νεαρού πιλότου που αψηφά κανόνες βαρύτητας, κάνει καντάδες με το «You’ve Got that Lovin’ Feeling» των The Righteous Brothers, έχει γραμμένο πάνω στο σώμα του όλον τον άγραφο κώδικα τιμής της ανδρικής φιλίας και μπαινοβγαίνει στην ίδια του την ταινία ως ένας άλλος φτωχός και μόνος καουμπόη που, όταν δεν πετάει, περιπλανιέται στους αιθέρες της αμερικανικής μυθολογίας από την ώρα που κάποιος τον σκέφτηκε και έκτοτε όλα τα 40 χρόνια που έχουν περάσει.
Κάτω από αυτές τις στρώσεις, αρχίζεις και ξύνεις την επιφάνεια μιας ταινίας που γεννήθηκε τόσο πολύ από την εποχή της, σε σημείο που θα μπορούσες να τη χρησιμοποιήσεις για να εξηγήσεις ακριβώς σε έναν της γενιάς Z τι ακριβώς συνέβαινε στην Αμερική τον όγδοο χρόνο της διακυβέρνησης του Ρόναλντ Ρέιγκαν, εν μέσω Ψυχρού Πολέμου. Η ιστορία του «Top Gun», αλλά περισσότερο κι από αυτήν ο ίδιος ο ήρωας του Τομ Κρουζ είναι η ίδια η Αμερική. Ο ηρωικός Αμερικάνος που πιστεύει με κλειστά μάτια στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας του και τις υπηρετεί μέχρι τελικής πτώσης, κάνοντας τα πάντα για να γίνει ο πρώτος των πρώτων, χωρίς ωστόσο να θυσιάζει το επαναστατικό του πνεύμα, μια επίφαση «αντίστασης» στο σύστημα που όμως δεν φτάνει ούτε για να προκαλέσει την πιο ανεπαίσθητη γρατζουνιά στη λαμαρίνα του αμερικανικού ονείρου.
Η υπερεξοπλιστική πολιτική και η ανάδειξη ως υπεραξίας της ατομικής ευθύνης που έχτισε στην πραγματικότητα την οικονομική και κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης Ρέιγκαν βρίσκει στον ήρωα του Τομ Κρουζ την απόλυτη εμψύχωση. Μόνος εναντίον όλων, πιστεύει μόνο στο ιδανικό της πατρίδας και του ηρωισμού και ξεσ-αλώνει τη φάση πετυχαίνοντας να είναι τελικά ένα κυβερνητικό υπόδειγμα, άντε λίγο πιο αντισυμβατικό και cool από το κανονικό. Φταίνε και οι κινηματογραφικές αναφορές του Ρέιγκαν (για το homage στο γουέστερν), αλλά και η ανάγκη της Αμερικής να δείξει υπεροχή σε κάθε επίπεδο λίγο πριν τα 90s φέρουν μια βαθιά μελαγχολία, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και οδηγήσουν μέχρι και τον ίδιο τον Κρουζ σε μια αντεστραμμένη εκδοχή του ίδιου ήρωα με άλλο όμως πρόσημο στο «Γεννημένος την 4η Ιουλίου» του Ολιβερ Στόουν.
Ο Τόνι Σκοτ, παρεξηγημένος και δίκαια για πολλά από τα «λάθη» που είχε διαπράξει στην καριέρα του, αλλά και για όλες τις «τολμηρές» στιγμές που ποτέ δεν του χρεώθηκαν, κάνει εδώ απλά τη δουλεία του, με την υπογραφή των παντοδύναμου για αρκετές δεκαετίες Ντον Σίμπσον και Τζέρι Μπρουκχάιμερ στην παραγωγή. Και το κάνει με τον καλύτερο τρόπο. Σκηνοθετεί τις σκηνές των αερομαχιών σαν να βρίσκεσαι σε video game (το λές και πρωτοπόρο), ρομαντζάρει ανεπανόρθωτα πάνω στις νότες του οσκαρούχου τελικά «Take my Breath Away» (που ακούγεται τουλάχιστον τέσσερις φορές back to back) και υπηρετεί το όραμα πετυχαίνοντας το ακατόρθωτο: να το κάνει τόσο ελαφρά όσο σε μια mainstream ταινία που δεν θέλει να σε κάνει να σκεφτείς και την ίδια στιγμή τόσο βαριά ώστε το ενδιαφέρον να μην μετατοπίζεται ούτε ίντσα σε κάτι λιγότερο μελοδραματικό από το προφανές. Ολοκληρώνοντας τελικά κάτι σαφώς λειτουργικό, αλλά την ίδια στιγμή και κάτι - που ειδικά σήμερα - θα έλεγε κανείς ότι είναι γραμμένο και με χαρακτήρες σκιαγραφημένους από AI.
Ελάχιστα relevant και αρκετά cringe και άρα έχοντας χάσει από χέρι τον τίτλο του κλασικού, το «Top Gun» μοιάζει σήμερα περισσότερο με ένα ντοκουμέντο. Για όσους το έζησαν live - τόσο την ταινία όσο και τον απόηχό της - θα θυμίζει πάντα μια (δική τους) εποχή πιο αθώα, που δεν ήταν τέτοια, άλλα κάπως έτσι τα καταχωρεί η μνήμη αν λίγο ξεχαστείς και σε παρασύρει το θέαμα. Για όσους δεν το έζησαν και γνωρίζοντας τον Μάβερικ στην εκδοχή των «σαράντα χρονων μετά» θα μοιάζει πάντα με ένα ξεχασμένο είδος σινεμά. Οσο κι αν επηρέασε σωρεία παρόμοιων ταινιών (σε αιθέρες, θάλασσες και ξηρά), παραμένει μια ταινία της εποχής της, έτοιμη πάντα να προτάξει το ανώδυνο fun ως αξία και την ποπ παράκρουση ως σημαία - για να μην αναφέρει κανείς πως ανέβασε 500% τις εγγραφές στην Αμερικανική αεροπορία ή ότι θεωρείται ήδη από την εποχή του μια ωδή στην (όχι και τόσο) λανθάνουσα gay εικονογράφηση και άλλα αναίτια σημαινόμενα, χωνεμένα ήδη από τότε μέσα στο DNA του αμερικάνικου entertainment.

