Φεστιβάλ / Βραβεία

Φεστιβάλ Δράμας 2026: Δυο γάμοι + 18 ακόμα ελληνικές ταινίες που ξεχωρίσαμε φέτος

στα 10

Το Flix είδε όλες τις ελληνικές ταινίες του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας και γράφει γι' αυτές που ξεχώρισε.

Flix Team
Φεστιβάλ Δράμας 2026: Δυο γάμοι + 18 ακόμα ελληνικές ταινίες που ξεχωρίσαμε φέτος

Φέτος, μετά από 14 χρόνια, το Flix δεν ανέβηκε στη Δράμα. Ο λόγος ήταν η διαφωνία μας με το Φεστιβάλ σχετικά με τον τρόπο μετακίνησης των δημοσιογράφων, απόφαση που δεν τιμά σίγουρα το ρόλο του Τύπου στην κάλυψη της διοργάνωσης αλλά και τον διεθνή της χαρακτήρα.

Αναγκαστική συνέπεια της απουσίας του Flix από το Φεστιβάλ Δράμας ήταν να επηρεαστεί και η κάλυψή μας. Εκτός από τις παρουσιάσεις των ταινιών και δημιουργών του Εθνικού Διαγωνιστικού Τμήματος, απουσίασαν φέτος και οι καθημερινές κριτικές για κάθε μία από τις ταινίες του Εθνικού Διαγωνιστικού Προγράμματος, κάτι που το Flix έκανε πρώτο από την πρώτη χρονιά που ανέβηκε στη Δράμα, το 2012.

Ωστόσο είδαμε όλες τις ελληνικές ταινίες όλων των προγραμμάτων του Φεστιβάλ και παρουσιάζουμε εδώ τη λίστα με τις ταινίες που ξεχωρίσαμε.

Οπως γνωρίζουν όσ@ παρακολουθούν το Flix και τη σχέση μας με τις ελληνικές ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, οι τίτλοι που απουσιάζουν από αυτή τη λίστα δεν λείπουν επειδή υπολείπονται σε αρετές, ενδιαφέροντα στοιχεία και προσπάθεια. Κρατήσαμε ωστόσο τη λίστα πιο περιορισμένη, με τις ταινίες που θεωρήσαμε πιο ολοκληρωμένες - θεματικά και αισθητικά.

Συνολικά 18 ταινίες από το Εθνικό Διαγωνιστικό Πρόγραμμα, συν μια από το Διεθνές Διαγωνιστικό Πρόγραμμα Ντοκιμαντέρ και μια από το Διεθνές Σπουδαστικό Διαγωνιστικό Πρόγραμμα.

Γράφουν οι Λήδα Γαλάνου και ο Μανώλης Κρανάκης.

Το το 49ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας διεξάγεται από τις 6 ως τις 12 Σεπτεμβρίου 2026. Ακολουθήστε τα νέα της διοργάνωσης στο επίσημο site του Φεστιβάλ, στην επίσημη σελίδα του στο Facebook και το λογαριασμό του στο Instagram.

γάμος

Dasma 96’ της Φιορίντα Τσενάι (Διεθνές Διαγωνιστικό Ντοκιμαντέρ)

H Φιορίντα Τσενάι «βλέπει» το βίντεο του γάμου των γονιών της. Είναι ένας από τους πρώτους γάμους που βιντεοσκοπήθηκαν στην Αλβανία, μετά την πτώση του κομμουνισμού. Μαζί της βλέπουμε κι εμείς μια αναλογική γιορτή που κρύβει μέσα της όλη την προσμονή μιας νέας ζωής και μαζί τη ματαίωση μιας ή και περισσοτέρων προσδοκιών μιας γυναίκας, ενός ζευγαριού, μιας ή περισσότερων οικογενειών, μιας ολόκληρης χώρας. Κάπου ανάμεσα στο καταγεγραμμένο τότε που μοιάζει πλέον vintage και το ανομολόγητο τώρα που, απόν από την εικόνα, σχολιάζει σχεδόν μεγαλόφωνα όλα όσα έγιναν ή δεν έγιναν (και αυτά που δεν μπόρεσαν να γίνουν), η Φιορίντα Τσενάι βρίσκει το χώρο και τον τρόπο να αναταράξει το οικογενειακό της αρχείο. Θα ζουμάρει στην εικόνα, θα παίξει με τον ήχο, θα χωρίσει την οθόνη στα δύο, δεν θα προσθέσει ή αφαιρέσει όμως τίποτα, αφήνοντας το προσωπικό να γίνει συλλογικό, κυρίως μέσα από αυτήν την αίσθηση μιας αφοπλιστικής διυποκειμενικότητας που κάνει τις τελετές των ανθρώπων να μοιάζουν, ανεξάρτητα από τον τόπο και την εποχή όπου λαμβάνουν χώρα. Βλέπουμε λιγότερα από όσα η Τσενάι στα μελαγχολικά πρόσωπα των γονιών της, αλλά στην πραγματικότητα βλέπουμε περισσότερα από όσα η ίδια θα μπορούσε να φανταστεί ή εμείς να ομολογήσουμε για τους εαυτούς μας, την Ελλάδα, τα Βαλκάνια, το ψηφιακό μας παρόν. Με διαφορά η πιο «πολιτική» ταινία του Φεστιβάλ Δράμας. Μ.Κ.

multi family garage sale

Multi Family Garage Sale του Ζακ Σιμχά (Εθνικό Διαγωνιστικό)

Η Δάφνη και τα δύο αδέλφια της προσπαθούν να ετοιμάσουν ένα «τρισδιάστατο» βίντεο - δώρο για τα γενέθλια του πατέρα τους. Ο ενθουσιασμός τους είναι όμως δυσανάλογος με το πώς νιώθουν και το σώμα τους αντιδρά ακόμα και στο άκουσμα του ονόματός του. Ο ίδιος ζει πλέον αφοσιωμένος στη νέα του οικογένεια και τις επιδόσεις της μικρής του κόρης στο τένις, ενώ οι τρεις τους προσπαθούν να «σώσουν» την όψιμη εφηβεία τους, μένοντας μαζί σε ένα σπίτι που έχουν μετατρέψει σε μια κιβωτό του Νώε, καταφύγιο για ζώα που οι ιδιοκτήτες τους θέλουν να εμπιστευτούν για λίγες μέρες όταν λείπουν σε ταξίδι. Επιστροφή στην αθωότητα των '90s, στη σύγκρουση του αναλογικού με το ψηφιακό, στο σινεμά με το οποίο ο Ζακ Σιμχά συστήθηκε στο «Rosa Cairo», για να ανοίξει εδώ περισσότερο τον κύκλο των θεματικών του, έχοντας πάντα στον πυρήνα του τη διακεκομμένη εφηβεία. Στην προσπάθειά του να πει περισσότερα από όσα μπορεί να υπονοήσει, σε παγιδεύει σε ένα σύμπαν χωρίς απαντήσεις, αλλά διαρκείς πιθανές ερωτήσεις, μια ατελή τελικά, αλλά γοητευτικά ειλικρινή εξομολόγηση για τα παιδιά που αρνούνται (ή τους αρνούνται) να μεγαλώσουν. Μ.Κ.

holterline

Holterline της Αλεξάνδρας Ντεληθέου (Εθνικό και Διεθνές Διαγωνιστικό)

Είναι απίστευτο πώς μια ηθοποιός μπορεί να παίξει ακόμα και με τους αστραγάλους της, καθώς οι γόβες της τρέχουν ανάποδα πάνω στο πεζοδρόμιο. Ο χρόνος γυρίζει προς τα πίσω. Η γυναίκα χάνει τον πατέρα της, τα προσωπικά του αντικείμενα σε μια πλαστική σακούλα. Ο ήχος ενός τηλεφώνου που κανείς δεν σηκώνει. Η άβυσσος στην οποία βουλιάζεις με την απώλεια, για λίγο, μια και μια εμπειρία θανάτου, είναι η τελευταία μιας ζωής. Η γυναίκα θα φορέσει ένα 24ωρο holter, για να βεβαιωθεί ότι η δική της καρδιά χτυπάει ακόμα. Με την αγωνία του θανάτου καταπιάνεται στην πρώτη ταινία της η Ντεληθέου, ένα φιλμ που αγγίζει την τελειότητα στη φόρμα, έστω και μ' έναν αισθητικό μαξιμαλισμό. Η φωτογραφία του Χάρη Πατραμάνη δημιουργεί το ένα ποιητικό ή μεταποκαλυπτικό κάδρο μετά το άλλο, πάντα σε ζοφερά χρώματα και φωτισμούς που σπρώχνουν στο άυλο, εδώ συγκατοικούν το Επιψυχίδιο του Σέλεϊ, η εξέλιξη της ιατρικής, η δυσκολία της ανάσας στην κρίση πανικού, η κάρπα, ο Βιβάλντι και το θεώρημα επαναληψιμότητας του Poincaré. Εδώ, πιο θαυμαστά, ο σχεδιασμός ήχου αποκτά δική του ζωή, σαν μια μπάντα που θα μπορούσε κανείς ν' ακούει και χωρίς εικόνα. Μια ταινία για το χτύπημα και την παύση της καρδιάς που, φορτωμένη αισθητικά ευρήματα, ξεχνά να βάλει ψυχή. Αυτή τη φέρνει το βλέμμα της Αγγελικής Παπούλια που, ανέκαθεν ξωτικό, έχει ωριμάσει σαν καρποφόρο δέντρο. Λ.Γ.

γιασεμί και ρόδον

Γιασεμί και Ρόδον του Σπύρου Χαραλάμπους (Εθνικό Διαγωνιστικό)

Η Ζεχρά περνάει κρυφά από το σύζυγό της την πράσινη γραμμή για να βρεθεί στην ελληνική πλευρά και να επισκεφθεί την αγαπημένη της γειτόνισσα, τη Μαρούλα. Εχουν περάσει 40 χρόνια, όσα έχει να δει η μία την άλλη και όσα η Ζεχρά αναζητά τι απέγινε ο γιος της ο Αλί που τον έχασε την ημέρα της εισβολής όταν αυτός ακολούθησε τον γιο της Μαρούλας. Η συνάντηση των δύο γυναικών, φωτογραφημένη με τον κόκκο ενός home movie που λες και δεν έχει σταματήσει να παίζει - ως υπενθύμιση - όλες αυτές τις δεκαετίες, θα γίνει αφορμή για μια «πολύ γλυκιά» αλλά εξίσου πικρή εξομολόγηση. Ενας καθρέφτης μιας διχοτομημένης χώρας που ο Σπύρος Χαραλάμπους στρέφει σε μια αναπάντεχη αντανάκλαση που συγκινεί, αφήνοντας τις ιστορίες που δεν έχουν ακόμη ειπωθεί να προστίθενται στη λίστα των «αγνοουμένων» - μόνη οδός τελικά προς την όποια λύτρωση. Μ.Κ

Αδέσποτοι

Αδέσποτοι της Αναστασίας Γκίβαλου (Εθνικό Διαγωνιστικό)

Ο Ορέστης ζει με τους τρεις φίλους του, κανείς τους δεν θέλει να πάει στρατό, όλοι θέλουν να απόσχουν ως αντιρρησίες συνείδησης, όχι να πάρουν τρελόχαρτο, το θεωρούν ντροπή ή συμβιβασμό. Ή μήπως ναι, να πάρουν; Τα χρέη από τα πρόστιμα γίνονται δυσβάσταχτα κι η ζωή κυλά με διακεκομμένες γραμμές: το μπασκετάκι, το κορίτσι, το σούφρωμα από το μπακάλικο, αλλά χωρίς ροή. Ενα φρέσκο δείγμα κοινωνικού σινεμά είναι η ταινία, μια συρραφή υπέροχων σεκάνς - το νυχτερινό ματς, η επίσκεψη στον πατέρα, η θεωρητικολογία μετά την μικροκλοπή, ο ψευτο-ιδεαλισμός πάνω από την ταπείνωση. Το ιδεολογικό υπόβαθρο των αποφάσεων της παρέας μένει ξεκρέμαστο, σαν να θεωρείται δεδομένο, ή δεδομένα ορθό, κι αυτό αντί να μεταφέρει την ιστορία σ' ένα συμβολικό πεδίο, όπως ίσως ήταν ο σκοπός, αφήνει μια αίσθηση ανικανοποίητου ή ακόμα και διδακτικού. Ομως οι φυσικές ερμηνείες, τα τραβηχτικά πρόσωπα των ηθοποιών, η αστική ζεστασιά στη φωτογραφία της Αρσινόης Πηλού γεννούν αγάπη γι' αυτά τ' αγόρια, ενώ ίσως το γεγονός ότι μια γυναίκα σκηνοθετεί αυτό το αμιγώς ανδρικό περιβάλλον βοηθά στο να γίνουν πιο στέρεα όσα δεν λέει το σενάριο. Λ.Γ.

Το Κατά του Αλέκτορος

Το Κατά του Αλέκτορος του Θάνου Τοκάκη (Εθνικό Διαγωνιστικό)

Τρία κεφάλαια στην ταινία, του Πατρός, του Υιού και του Πνεύματος, γιατί Αγιο σίγουρα δεν είναι. Ο Θάνος Τοκάκης, μετά το σενάριο του «Καουμπόη» και το ολόδικό του «tokakis ή What's My Name», κάνει ξεκάθαρο το στίγμα του σινεμά του, μια στιλιζαρισμένη, οξυδερκή, σατιρική ματιά στα στερεότυπα και στη διψασμένη για εύκολη αναγνώριση και πλούτη πολύ δική μας κοινωνία. Το 1994, στην «Ελλάδα μας», σ' ένα χριστιανικού προσανατολισμού σχολείο (δεν είναι όλα;), ένα μικροσκοπικό αγόρι αναλαμβάνει ν' αντικαταστήσει τον συμμαθητή του που θα έπαιζε τον Χριστό, στην παράσταση της γιορτής του Πάσχα, την ώρα που μια κατσαρίδα κρυφοδιατρέχει τις αίθουσες και τη σκηνή και κάποιου τα πόδια βρωμάνε αφόρητα. Το πρώτο μέρος ξεφεύγει σε υπερβολή και σε γκροτέσκο, κάνοντάς το να δείχνει και προφανές και πιο ντεπασέ, σαν τα ταγιέρ των παριστάμενων κυριών. Από τη στιγμή, όμως, που εμφανίζεται στη σκηνή η άλαλη νέα διευθύντρια (και η εκπληκτική διερμηνέας της, φανταστική Θεανώ Μεταξά που είδαμε και στο «The Great Organ») με το πνεύμα ευαγγελίστριας και τη μεταδοτικότητα που μόνο ο Ανδρέας στα πρωτοπασοκικά χρόνια είχε κερδίσει, η ταινία παίρνει αέρα και κριτικάρει σαρδόνια το τότε και το τώρα, την «ελλαδίλα» που ακόμα στέκεται πιο ψηλά κι από τη σημαία μας - και την ευρωπαϊκή επίσης. Λ.Γ.

Μεγάλη Παρασκευή

Μεγάλη Παρασκευή της Λουκίας Τζωρτζοπούλου (Εθνικό Διαγωνιστικό, Kiddo)

Απρίλιος 1944, Πάσχα στο χωριό. Το κοριτσάκι συμμετέχει στα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας και παρατηρεί τον κόσμο και τη φύση γύρω της. Τα μάτια της, όμως, θα δουν και μια στιγμή υπέρτατης βίας που θα την κάνει να βιώσει τι σημαίνει πόλεμος. Συναρπαστική, για αρχή, η ιδέα να μεταφερθεί μια αληθινή, άγνωστη στους πολλούς, ελληνική ιστορία αντίστασης και ηρωισμού σε παιδικό (και ενήλικο, φυσικά), animation. Το σενάριο έχει στιγμές που πλεονάζουν, η αγριότητα της μαμάς της μικρής μοιάζει αδικαιολόγητα υπερβολική, η μορφή του κοριτσιού που manga-φέρνει κάνει το σύνολο να μοιάζει πιο απλοϊκό απ' ό,τι είναι. Από την άλλη πλευρά τα γυναικεία χορωδιακά συνδέονται αριστουργηματικά με την κατάνυξη όχι του Πάσχα, αλλά του ανθρωπισμού, η τρυφερότητα είναι συγκινητική και η σεκάνς του στολισμού του Επιταφείου, σε διαφορετικό ύφος από την υπόλοιπη ταινία, δημιουργεί εικόνες που αποκλείεται να ξεχαστούν. Λ.Γ.

Starflyer

Starflyer της Μαρίας Χατζάκου (Εθνικό Διαγωνιστικό)

Στο Allou Fun Park (που πια έκλεισε οριστικά), οι πατάτες τηγανητές με κέτσαπ έχουν άλλη γεύση. Η Νίκη και η Ορόρα θα συναντηθούν εκεί, στο λαμπερά φωτισμένο σκοτάδι και θα δοκιμάσουν τα πάντα μαζί. Σύμφωνοι, το ρεύμα των νεο-βαμπιρικών ταινιών ως queer αλληγορία εξαντλείται κάπου εδώ. Σίγουρα η τυπολογία του είδους κάνει και την ταινία κατά στιγμές να μοιάζει πιο σφιγμένη, πιο καταχρηστική. Ομως η Χατζάκου, στην τέταρτη μικρού μήκους ταινία της ως σκηνοθέτης και μάλλον την καλύτερη, χτίζει μέσα σ' αυτή τη φόρμα ένα σύμπαν σαγηνευτικό και διαβολεμένα κεφάτο. Το hot pink πρωταγωνιστεί, η σκηνή της Αλεξάνδρας Ματθαίου που πάντα επίμονα και πάντα αποτυχημένα προσπαθεί ν' ανέβει στο Starflyer είναι σκηνή ανθολογίας και υπαρξιακά η πιο ουσιαστική της ταινίας και, το ωραιότερο, σ' ένα φιλμ φτιαγμένο από μια εξολοκλήρου γυναικεία ομάδα, οι δυο ηρωίδες (η χαριτωμένη αθωότητα της Ντόνας Πετροπούλου και ο επιβλητικός αισθησιασμός της Ορόρα Μαριόν) χτίζουν ένα ρομαντικό ζευγάρι απελευθερωτικό, που ανεβάζει την ενέργεια και την πηγαία χαρά πιο ψηλά κι από το εμβληματικό παιχνίδι του λούνα παρκ, σε κάνει να θέλεις να φας παρέα τους, ακόμα και να... meet the devil tonight. Λ.Γ.

sisters

Sisters της Μαριάννας Μποζαντζόγλου (Εθνικό Διαγωνιστικό, Kiddo)

Δυο κορίτσια, η Δέσποινα, έφηβη, υπεύθυνη, δυναμική κι η Αννυ, η μικρή της αδελφή που της αρέσει το γκλίτερ, είναι bubbly και κουράζεται εύκολα, φεύγουν κρυφά από το σπίτι. Διανύουν όλη την Αθήνα προς έναν προορισμό που μόνο η μεγαλύτερη ξέρει. Μόνο τρυφερότητα μπορεί να σου εμπνεύσει αυτή η μερακλίδικα σκηνοθετημένη πορεία, με δυο μικρές αλλά θαυματουργές πρωταγωνίστριες. Ωραίο αφηγηματικό σινεμά, με κάποιες μικρές σεναριακές ανακολουθίες, κι ένα φινάλε που, τελικά, μοιάζει να ξεφουσκώνει, υπερβολικά ήσυχο για τη διαδρομή που έχουμε κάνει ως εκεί. Ωστόσο και δυο σκηνές μεγαλειώδεις, η τρεχάλα των κοριτσιών στην Αλεξάνδρας με μια ενέργεια πυρηνική και συναισθηματική ταυτόχρονα και η ευαίσθητα γραμμένη και σκηνοθετημένη τελική συνάντηση των αδελφών με τη μαμά τους (την υπέροχη Μαρία Φιλίνη που πρέπει να έπαιξε σε όλες της φετινές ταινίες της Δράμας). Συγκινητική και, ευπρόσδεκτα, πιο dark παρά ροζ. Λ.Γ.

The Great Organ

The Great Organ του Μιχάλη Κίμωνα και της Ρωξάνης Κριμιζή (Εθνικό και Διεθνές Διαγωνιστικό)

Το «The Great Organ» είναι μια ιστορία αγάπης. Δύο ανθρώπων που δεν ανήκουν σε αυτόν τον κόσμο, αλλά που η μοίρα τους ήθελε μαζί σε αναζήτηση ενός πλανήτη όπου θα μπορούσαν να είναι ευτυχισμένοι. Είναι η ιστορία αγάπης του Βάιου, ενός εργάτη εργοστασίου με αυτισμό και της Ακακίας, μιας κοπέλας με σύνδρομο Τουρέτ. Οι δυο τους θα συναντηθούν, θα πάνε σινεμά, θα κάνουν σεξ, θα γίνουν σύντροφος ο ένας για τον άλλον, αλλά γύρω τους ο κόσμος θα αρνηθεί πεισματικά την «κανονικότητά» τους, σπρώχνοντάς τους προς μια έξοδο κινδύνου. Μετά από το «Kiddo» που είχε εντυπωσιάσει, παραξενεύοντας πολλούς στο Φεστιβάλ Δράμας του 2022 όταν κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας, ο Μιχάλης Κίμωνας (εδώ μαζί με την πρωτοεμφανιζόμενη στη σκηνοθεσία ηθοποιό και παραγωγό Ρωξάνη Κριμιζή) ενηλικιώνεται και ο ίδιος, ενηλικώνοντας το σινεμά του ξανά σε μια συμπαντική έκρηξη παράδοξης τρυφερότητας που όμως εδώ σε πιάνει απροετοίμαστο - πρωτίστως συναισθηματικά. Οχι μόνο με την ανεπιτήδευτη υφή της καταγραφής δύο ασυνήθιστων ηρώων (υπέροχα και θαρραλέα ερμηνευμένων από τους Τζεφ Μααραουί και Θεανώ Μεταξά), αλλά με αυτήν την αίσθηση μιας ιστορίας που πατάει γερά στα πόδια της στη Γη, μόνο και μόνο για να μπορέσει να γίνει και φαντασία και ποίηση, μια τελικά διακήρυξη άρτια σε κάθε της πτυχή, κυρίως όμως στον αφοπλιστικό της πυρήνα: ενός love story που πρέπει να βρει το δικό του σπίτι. Μ.Κ.

shift

Shift της Ιωάννας Σκυλογιάννη (Εθνικό Διαγωνιστικό)

H Νίνα δέχεται να καλύψει την απογευματινή βάρδια στο μπαρ όπου εργάζεται χωρίς να γνωρίζει ότι θα πρέπει να μείνει και ως τη νυχτερινή. Αν μείνει μέχρι το κλείσιμο θα χρειαστεί να πάρει ταξί και έτσι το μισό μεροκάματο θα πάει στράφι, συν τις ώρες που χάνει από το διάβασμά της εν μέσω εξεταστικής. Κανείς όμως δεν νοιάζεται. Ούτε η κοπέλα της προηγούμενης βάρδιας που την κάλεσε ζητώντας βοήθεια, ούτε ο μπάρμαν που προσπαθεί να την καθησυχάσει φορτώνοντάς την δίσκους με ποτά, ούτε φυσικά το αφεντικό της που το τελευταίο πράγμα που τον απασχολεί είναι πώς θα γυρίσει σπίτι μία από τις υπαλλήλους του. Νευρική, νταρντενική κινηματογράφηση που εκμεταλλεύεται έξυπνα και με ένταση το δαιδαλώδες σκηνικό ενός μπαρ, σε μια ταινία κοινωνικής παρατήρησης που στηρίζεται στην πηγαία, σωστή σε όλες τις της διακυμάνσεις και εντάσεις ερμηνεία της Κατερίνας Σκυλογιάννη. Οπου η ταινία της Ιωάννας Σκυλογιάννη φλερτάρει με το μπανάλ και το φλύαρο - για να φτάσει και σε ένα φινάλε ανώφελα πεσιμιστικό - η Κατερίνα Σκυλογιάννη επαναφέρει στην τάξη τον τόνο μιας δυναμικής γυναίκας που κρατάει ψηλά τον πήχη της αξιοπρέπειας, της επιμονής και της τελικά προσωπικής αυτοεκτίμησης. Μ.Κ.

Τρύπες

Τρύπες του Πέτρου Καλφαμανώλη (Εθνικό Διαγωνιστικό)

Στο Φαρ Γουεστ που ίσως είναι η Ελλάδα, γύρω στο 1880 που ίσως είναι το 1980 αν κρίνει κανείς από το ροζ τρανζίστορ και τις πεταγμένες βιντεοκασέτες της νοσταλγίας και της μνήμης, δυο αδέλφια, ο εύγλωττος Μάικ και ο εσωστρεφής Τζορτζ, σκάβουν τρύπες στην έρημο: έχουν στα χέρια τον χάρτη του μακαρίτη (πατέρα τους) και σίγουρα θα βρουν τον θησαυρό του. Ομως έχουν ανοίξει πολλές, πολλές τρύπες κι ακόμα δεν τον έχουν βρει. Ενα στιλάτο και μαζί διασκεδαστικό γουέστερν, με διαλόγους που αποκλείεται να μην είναι φόρος τιμής στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», φωτογραφημένο από τον Ευάγγελο Πολυχρονόπουλο στο χρυσοκίτρινο της άμμου και στις σκιές του καυτού ήλιου, με το production value που δικαιολογεί η Filmiki, μπορεί και να χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο σε διασκεδάζει και ιντριγκάρει, το δεύτερο θα μπορούσε και να μην βρίσκεται εκεί και το τρίτο επιστρέφει, όπως ο ήρωάς του, με συγκίνηση και μια αχνή αναφορά στις προδομένες προσδοκίες και το πείσμα για την ευτυχία, το «μαζί» και τα ωραία ηλιοβασιλέματα. Stay high. Λ.Γ.

ιουλία μπίμπα

Μια Μικρή Ιστορία Αντίστασης. Ιουλία Μπίμπα του Διαμαντή Αναστασιάδη (Εθνικό Διαγωνιστικό)

H ιστορία της Ιουλίας Μπίμπα είναι αληθινή. Υπήρξε πρωτεργάτης της ανατίναξης των γραφείων της φιλογερμανικής ΕΣΠΟ (Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωση) την περίοδο της κατοχής και η πρώτη γυναίκα που μεταφέρθηκε στη Βιέννη για να αποκεφαλιστεί - καταδικασμένη σε θάνατο από το στρατοδικείο Αθηνών. Η ταινία του Διαμαντή Αναστασιάδη αποτελείται - όπως αναφέρει και ο ίδιος - από θραύσματα της ζωής της, της δράσης της, της σκέψης της και της διαδρομής της, χαρτογραφημένης με ποιητικό ειρμό πάνω σε αρχειακό υλικό και με πυξίδα την εσωτερική ερμηνεία της Κάτιας Γκουλιώνη που μεταφέρει όχι μόνo την ιστορία αλλά και την πορεία μιας θαρραλέας γυναίκας προς την… αθανασία. Τίποτα ωστόσο δεν θα ήταν αυτό που είναι, αν το ασπρόμαυρο 16άρι που ο Γιώργος Φρέντζος αφήνει ελεύθερο να καταγράψει όλη την ένταση που λείπει από τον ισχνό σεναριακό ιστό της ταινίας, δεν γινόταν ο καίριος και αναντικατάστατος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία - και τον πυκνό χώρο και χρόνο ανάμεσά τους. Μ.Κ.

Wheel to live

Wheel to Live της Βίκυς Αναστασιάδου (Εθνικό και Διεθνές Διαγωνιστικό)

Ο Νίκος προσπαθεί να ξαναβρεί το σώμα του μετά από ένα ατύχημα που τον έχει αφήσει σε αμαξίδιο. Προτιμά να αγνοεί τη σοβαρότητα της κατάστασής του και να μην δίνει σημασία στις ιατρικές οδηγίες που θα τον βοηθήσουν να μπορεί να κινηθεί. Γραμμένο και ερμηνευμένο από τον τετραπληγικό Νίκο Τσογγίδη, σε μια ιστορία αυτοβιογραφική που τον βρήκε μετά από ένα ατύχημα να επαναπροσδιορίζει τη ζωή του, το «Wheel to Live» διαθέτει έναν αυθεντικό πρωταγωνιστή αλλά και μια αυθεντικότητα στη γραφή που όσο κι αν δεν «κινείται» περισσότερο από το προφανές, διαθέτει μια αλήθεια που συνοψίζεται στις σκηνές του με τον κολλητό του στο νοσοκομείο (ο νεαρός Πασχάλης Τερζής σε δεύτερο ρόλο που κλέβει την παράσταση), την νοσηλεύτρια (η μαγνητική Νατάσσα Δαλιάκα στις σκηνές που φωτίζουν συναισθηματικά τον ήρωα) και σε ένα, αν και «απότομο», φινάλε που όμως μετατρέπει ένα ραπάρισμα σε μια ανυψωτική δήλωση αυτοδιάθεσης. Μ.Κ.

Αρκάνσας

Αρκάνσας του Γιάννη Καρπούζη (Εθνικό Διαγωνιστικό)

Ο Γιάννης Καρπούζης μας είχε συνηθίσει σε άλλο ύφος με τη μεγάλου μήκους «Νίκος Καρούζος: Ο Δρόμος για το Εαρ» (2021) και τις μικρού «Μαγκνταλένα Χάουζεν: Παγωμένος Χρόνος» (2025) και «Left Behind» (2025), αλλά φέτος τον έπιασε το ντέρτι του. Ενα ζευγάρι, η Μπέτυ Μπατσακούτσα κι ο Θέμης Καραμπέτσος φτάνουν σ' ένα μπουζουκτζίδικο, το Αρκάνσας, με τραπέζι κλεισμένο από το αφεντικό της Μπέτυς, για να δουν τον αγαπημένο της λαϊκό τραγουδιστή. Ομως εκείνος θα βγει μόνο όταν έρθει το «πρώτο τραπέζι» κι η αναμονή κάνει τους εργαζόμενους του μαγαζιού, από τον μετρ ως τις γλάστρες, ν' αγχώνονται και τον Θέμη να φουντώνει με σύμπλεγμα κατωτερότητας και μαζί ψευτολεβεντοσύνης. Στις επιλογές του Καρπούζη, στο βλέμμα του που και κοροϊδεύει αλλά και χαζεύει, φαίνεται ότι είναι ξένος στο περιβάλλον: από την προφανή επιλογή του να μπλέξει το μπλε της νύχτας με το κόκκινο τής αλά Ντέιβιντ Λιντς μυστηριώδους κουρτίνας, στη χρήση ενός ωραίου και επώνυμου καστ που δεν έχει, στ' αλήθεια, ρόλο, στο γραφικό χάζι στους θαμώνες και το... όλα τα ρομπότ στην πίστα. Ομως από την πρώτη σκηνή επιβεβαιώνει ότι είναι ένας σκηνοθέτης που μπορεί να χτίσει ατμόσφαιρα (κι όπου μοιάζει να ξεστρατίζει, ο μοντέρ Γιάννης Χαλκιαδάκης πιάνει ρυθμό) και το σχόλιό του για τον ελληνικό ταξικό κώδικα, περισσότερο στα '80ς-'90ς αλλά και σήμερα, που βασίζεται στο ποιου το επώνυμο θα περάσει τη δύσκολη πόρτα (από τα μπουζούκια ως τις κυβερνήσεις) και ποιος θα κάνει μεγαλύτερη ζημιά στο μαγαζί, είναι ειρωνικό και εύστοχο. Λ.Γ.

Αμάραντη

Αμάραντη της Ανθής Δαουτάκη (Εθνικό Διαγωνιστικό)

Η Αννα προσπαθεί να συγκρατήσει τη μνήμη της μητέρας της, μνήμη που η μητέρα της έχανε σταδιακά, αφήνοντας τα αγαπημένα της λουλούδια απότιστα, σαν να ήθελε να πεθάνουν. Η αρρώστια της όμως δεν φαίνεται στο σώμα της αλλά στους τοίχους του σπιτιού. Η Αννα θυμάται. Η Αννα δεν θυμάται. Η Αννα στάζει. Η Αννα γίνεται νερό, το νερό γίνεται ποτιστήρι, το ποτιστήρι ποτίζει τα λουλούδια. Ακόμη κι αν αγνοήσεις την ποίηση με την οποία η Ανθή Δαουτάκη - σε δεύτερο πιο ολοκληρωμένο και πιο εμμονικό με το νερό φιλμ μετά το «Οπως θα Συνέβαιναν Μέσα στο Νερό» - εξερευνά τον αχαρτογράφητο τόπο ανάμεσα στο «είναι» και «δεν είναι» μιας μητέρας και της διαδοχής της «μέσα» στην κόρη της. Ακόμη κι αν αδιαφορήσεις για την φωτογραφία της Φίλης Ολσέφσκι που εικονογραφεί ένα ημερολόγιο αντί-αναμνήσεων με χειρουργική προσοχή στη λεπτομέρεια και αυτήν την αίσθηση του άπιαστου το απόγευμα καλοκαίρι στο οικογενειακό σαλόνι. Ακόμη κι αν δεν νιώσεις αυτό το λυγμό στον τρόπο που η (σπάνια) Ολια Λαζαρίδου στέκεται σαν απόηχος του εαυτού της, υπέροχα κινηματογραφημένη για μια (σπάνια) ακόμη φορά εδώ και χρόνια. Είναι, όμως, αδύνατον να μην θαυμάσεις την τόλμη με την οποία μια ταινία προσπαθεί να συλλάβει το παράλογο της «απώλειας» (της μνήμης, του άλλου, του ίδιου σου του εαυτού…) στέλνοντας συμφιλιωτικά μηνύματα για ό,τι απομένει μετά από αυτήν - μια επώδυνη ενηλικίωση, συνήθως ή ένα κενό που κι όμως βρίσκει αναπάντεχους λυτρωτικούς τρόπους να γεμίζει. Μ.Κ.

ηερημος

ηΕρημος της Ιωάννας Διγενάκη (Εθνικό Διαγωνιστικό)

Αθήνα, καλοκαίρι με καύσωνα και δεν έχει νερό, η πόλη στέρεψε. Η Κλέα, ο Κωστής και η Μελίνα περπατούν στην πόλη, πίνουν ποτά έξω, ψάχνουν κάποιον με αυτοκίνητο για να πάνε για μπάνιο, να φύγουν απ' την έρημο. Ομως η έρημος (ή ηΕρημος), έχει τον τρόπο να τρυπώνει μέσα μας αν δεν βρούμε πώς να την ξορκίζουμε. Νέο-Τσακαλέας-Βαρτζιώτη η ταινία (φτάσαμε να το δούμε κι αυτό!), αν και οι διάλογοι παραείναι ανούσιοι κι αυτοσχεδιαστικοί κι η πόζα σού φαίνεται μια αυθεντική και μια... πόζα. Παρόλ' αυτά η ταινία έχει μια αίσθηση ανεμελιάς πολύ γοητευτική και, το καλύτερο, μια σειρά από συντελεστές (ηθοποιούς, σκηνογραφικό, ρούχα, μοντάζ, μουσική, ήχο, φωτογραφία) τόσο καινούριους που γυαλίζουν και μια σκηνοθέτη που, μαζί με τις «Τρίχες» (Εθνικό Σπουδαστικό 2022), δείχνει ότι έχει ταυτότητα. Κι ένα φινάλε που σε πείθει ότι αν έχεις φίλους, ε, θα βγεις κι από την έρημο. Λ.Γ.

Free Eliza

Free Eliza της Αλεξάνδρας Ματθαίου (Εθνικό και Διεθνές Διαγωνιστικό)

Στο «Free Eliza», με πλήρη τίτλο «Free Eliza (Notes on an Anatomical Imperfection)», που εξελίσσει το στιλ της Αλεξάνδρας Ματθαίου, την οποία γνωρίσαμε με το «A Summer Place», με μια πιο ειρωνική αλλά ταυτόχρονα και πολύ τρυφερή ματιά πάνω σε μια ηρωίδα εγκλωβισμένη από την εργασία, την κοινωνική συνθήκη και την εικόνα που οι άλλοι θέλουν να έχουμε ώστε να ταιριάζουμε στο μεγάλο χάρτη μιας κανονικότητας, παρακολουθούμε τις μέρες, τις νύχτες και τις ώρες που δεν περνούν στη ζωή της Ελίζας, μιας νεαρής γυναίκας που εργάζεται σε ένα πολυτελές resort. Με όχημα την υπέροχη Γρηγορία Μεθενίτη, άσο (όχι μόνο σεναριακό) στο μανίκι το εύρημα της σπάνιας ανατομικής ανωμαλίας που κάνει την Ελίζα να μην μπορεί να χαμογελάσει, με χιούμορ, φαντασία, μελαγχολία, αλλά και αναφορές στον Ζακ Τατί, η Ματθαίου φτιάχνει ένα μικρό, αξιοπερίεργο (με συχνά έμφαση στο περίεργο) μανιφέστο απελευθέρωσης που ακυρώνει το θερινό (τουριστικό) όνειρο, επανεφευρίσκοντας το πραγματικό καλοκαίρι που αξίζει η καθημερινότητά μας. Μ.Κ

Σουαρέ μετά Ξενάγησης

Σουαρέ Μετά Ξενάγησης του Χρήστου Σαμαρά (Εθνικό Διαγωνιστικό)

Ενας μοναχικός 30χρονος άγεται και φέρεται από μια συμβουλευτική τηλεφωνική γραμμή που - σε μια έκλαμψη πρωτοτυπίας - του προτείνει να διοργανώσει ένα open house με την πρόφαση ότι θέλει να φύγει από το σπίτι στο οποίο μένει και αναζητά πιθανούς αγοραστές/ενοικιαστές. Στην πραγματικότητα είναι μια ευκαιρία για να «γεμίσει» το σπίτι του με ανθρώπους και να μπορέσει να νιώσει έστω και για λίγο ως ένα φυσιολογικό κοινωνικό ον. Γραμμένο με ταυτόχρονη βιωματική αλλά και «αρχιτεκτονική» ενσυναίσθηση (που οφείλεται προφανώς στο γεγονός πως ο δημιουργός του είναι εκτός από σκηνοθέτης και αρχιτέκτονας και σκηνογράφος), το «Σουαρέ Μετά Ξενάγησης» δεν χάνει στιγμή τον κωμικοτραγικό του τόνο, παραμένοντας όμως σε όλη τη διάρκειά του μια αστεία, τρυφερή, ειρωνική, queer, μελαγχολική ματιά πάνω στη μοναξιά. Το 70% του είναι ο αδιανόητα ταλαντούχος Αντώνης Τσαμόπουλος και αυτός που τελικά δίνει νόημα στο 30% ενός ιδιοσυγκρασιακού σύμπαντος που, όπως ακριβώς και το υπέροχο διαμέρισμα της ταινίας, χωρίζεται στο φωτεινό και στο σκοτεινό του κομμάτι. Μ.Κ.

Ο Γάμος της Ξαδέρφης μου

Ο Γάμος της Ξαδέλφης μου της Σίλβας Τσουμάνα (Εθνικό και Διεθνές Σπουδαστικό)

Στην οθόνη στιγμιότυπα από ένα γάμο γυρισμένο με μια παλιά βιντεοκάμερα. Η κάμερα εστιάζει σε ένα μικρό κορίτσι, παρανυφάκι στο γάμο, που αρνείται να χαμογελάσει στην κάμερα. Στη συνέχεια στιγμές από τη ζωή του. Μια σχολική παράσταση, ένα τραμπολίνο για δώρο γενεθλίων. Χρόνια μετά με την ίδια κάμερα, το ενήλικο κορίτσι καταγράφει στιγμές οικογενειακές, τη μαμά, τον μπαμπά, την αδερφή της, εκδρομές και τσακωμοί στο τραπέζι, μια αίσθηση αποξένωσης σαν αυτή που μαθαίνουμε ότι ένιωθε και η ξαδέλφη του γάμου που χώρισε γρήγορα αυτόν που είχε παντρευτεί. Ενα αναλογικό πείραμα πάνω στο παρελθόν που μιλάει πάντα για το μέλλον και που δεν έχει σημασία αν είναι αληθινό ή κατασκευασμένο, καθώς σε ένα σύνολο που μεταφέρει μελαγχολία και λυτρωτική απελευθέρωση από (όχι μόνο γαμήλια) σχήματα, η Σίλβα Τσουμάνα κάνει τη δική της μικρή επανάσταση. Και κινηματογραφικά. Μ.Κ.

Το το 49ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας διεξάγεται από τις 6 ως τις 12 Σεπτεμβρίου 2026. Ακολουθήστε τα νέα της διοργάνωσης στο επίσημο site του Φεστιβάλ, στην επίσημη σελίδα του στο Facebook και το λογαριασμό του στο Instagram.