Oταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου, αποκαλύφθηκε ότι το Υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας της Ανατολικής Γερμανίας απασχολούσε 102.000 μόνιμους υπαλλήλους και είχε στρατολογήσει περίπου 300.000 ακόμα μυστικούς πληροφοριοδότες. Απλοί πολίτες κατασκόπευαν και κάρφωναν φίλους, συγγενείς, γείτονες - κάποιοι από πραγματική πίστη στο κομμουνιστικό καθεστώς, οι περισσότεροι από φόβο. Οι ασφαλίτες της Στάζι είχαν μάτια παντού - ήλεγχαν τις ζωές, τις επιλογές, ακόμα και την σκέψη των ανθρώπων. Οπότε, ίσως να μην είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ τοποθετεί την πλοκή αυτής της ιστορίας στο Οργουελικό έτος: Ανατολικό Βερολίνο, 1984.
Ο αξιωματούχος της Στάζι Γκερντ Βίσλερ, ειδικός στις παρακολουθήσεις και τις ανακρίσεις, είναι πιστός υπηρέτης του συστήματος. Ακόμα και το παρουσιαστικό του μοιάζει με ένα ρομποτικό εκτελεστή, κλειδωμένο στις διατάξεις του Κόμματος: ακίνητο πρόσωπο, σφιχτά χείλη, μάτια που αβίαστα κουβαλούν όλο το βάρος των απειλών μη υποταγής κι ένα άκαμπτο σώμα που νομίζεις ότι δεν βγαίνει ποτέ από το σφιχτό φερμουάρ του γκρι μπουφάν του - ίσως μόνο για να χωθεί στις καμπύλες μίας πόρνης που παραγγέλνει περιστασιακά στο παγερό, άδειο του διαμέρισμα. Ιχνος ζωής. Την έχει θυσιάσει στο όραμα της Λαϊκής Δημοκρατίας.
Αντιθέτως, το διαμέρισμα του δημοφιλούς θεατρικού συγγραφέα Γκέοργκ Ντράιμαν και της Κρίστα-Μαρία Ζίλαντ, της γοητευτικής ηθοποιού συντρόφου του, είναι γεμάτο βιβλία, μουσικές, φίλους, πάρτυ, έρωτα. Παρόλο που ο Ντράιμαν θεωρείται ο μοναδικός καλλιτέχνης που έχει καλές σχέσεις με την ΛΔΓ, δεν προκαλεί με τα κείμενά του και για αυτό του επιτρέπουν να συνεχίζει να εργάζεται, ο Βίσλερ δεν πείθεται ότι είναι «καθαρός». Προθυμοποιείται να τον παρακολουθήσει ο ίδιος, κάτι που ο Υπουργός Κρατικής Ασφάλειας εγκρίνει με ιδιαίτερη ζέση. Η ομάδα του Βίσλερ τοποθετεί κοριούς παντού κι εκείνος στήνει το «γραφείο» του στην σοφίτα πάνω από το ταβάνι του ζευγαριού. Με τα ακουστικά του συνδεδεμένα σε μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας αφουγκράζεται τα πάντα και μεθοδικά τα καταγράφει σε αναλυτικά ημερολόγια. Σταδιακά, κάτι περίεργο συμβαίνει στον Βίσλερ. Κάτι μαγνητικό στην προσωπικότητα του Ντράιμαν τον κερδίζει, κάτι από τις ζωές των άλλων τον επανατοποθετεί διαφορετικά στη δική του. Ειδικά όταν οι βεβαιότητές του καταρρέουν κι ο ηθικός του άξονας κλονίζεται: μαθαίνει ότι δεν είναι εκεί για να υπηρετήσει, με μία ακόμα υπόθεση, τις ανάγκες της κομμουνιστικής ουτοπίας. Αλλά γιατί ο γλοιώδης Υπουργός ποθεί για δική του ερωμένη την Κρίστα-Μαρία και θέλει να βγάλει τον ανταγωνιστή του από την μέση.
Υπάρχει μία κομβική στιγμή στην παρακολούθηση του Ντράιμαν. Οταν πληροφορείται ότι ο φίλος του και εχθρός του κράτους αυτοκτόνησε, κάθεται και παίζει στο πιάνο τη «Σονάτα για Εναν Καλό Ανθρωπο» - ένα κομμάτι που έγραψε ο Γκάμπριελ Γιάρεντ ειδικά για την ταινία και μοιάζει να ξεπερνά το σάουντράκ της. Γίνεται ο μυστικός της υπότιτλος. Ενα αξιακό χαλί που παίζει κάτω από την επιδερμίδα της υπόθεσης - μελαγχολικά, απαιτητικά, σύνθετα.
Γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Βίσλερ πίστευε ότι είναι ένας καλός άνθρωπος - υπηρετούσε το όραμα μιας κοινωνίας ισότητας και συλλογικής ευθύνης. Τι κάνεις όμως όταν συνειδητοποιείς ότι κάπου στην πορεία έχασες το δρόμο σου και την ανθρωπιά σου; Οτι υπηρετείς ένα παρανοϊκό πολιτικό σύστημα που έχει στραφεί εναντίον των πολιτών του; Οχι, αυτή η σονάτα δεν απευθύνεται σε εσένα.
Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο ότι «Οι Ζωές των Αλλων» είναι σεναριακό και σκηνοθετικό ντεμπούτο. Γιατί ο Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ καταφέρνει να συνθέσει με αυτοπεποίθηση κι ακρίβεια ένα σύνθετο σενάριο που κρύβει τα μικρόφωνά του πίσω από τις ταπετσαρίες της προσωπικής ιστορίας και μας αποκαλύπτει ψιθυριστά, αλλά εφιαλτικά, τι σήμαινε να ζεις κάτω από έναν μηχανισμό καταστολής. Παράλληλα, η κάμερά του κατασκευάζει ένα ανατριχιαστικό Καφκικό δράμα με την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα ενός πολιτικού θρίλερ - όπως αυτά του αμερικανικού σινεμά των 70ς. Με την ένταση να μην στοιχειοθετείται απλώς σκηνοθετικά -με τη δομή και τον ρυθμό των σκηνών- αλλά γιατί επιτυγχάνει να τρυπώσει στο μυαλό του θεατή (όπως και του ήρωά της) την ιδέα της ατομικής ευθύνης. Ο άνθρωπος έχει πάντα ελεύθερη βούληση. Οι συνέπειες απλώς αλλάζουν. Τι θα κάνει λοιπόν;
Ο ακηνοθέτης χτίζει ένα γκρίζο, θαμπό, παγερό, εγκλωβιστικό σύμπαν (τόσο ο διευθυντής φωτογραφίας του όσο κι ο σκηνογράφος του είχαν την οδηγία ότι «η μόνη ζεστασιά πρέπει να προέρχεται από τους ανθρώπους, όχι το περιβάλλον της ταινίας) κρατά τους τόνους χαμηλά, και φωτοσκιάζει τους ηθοποιούς του στο επίκεντρο κάθε σκηνής, εμπιστευόμενος το κείμενο και τη δύναμη των ερμηνειών τους.
Οχι άδικα. Ο Σεμπάστιαν Κοχ δανείζει απλόχερα την ακαταμάχητη, μποέμικη αύρα του, τον τρόπο που κυριαρχεί σε κάθε δωμάτιο με αβίαστη γοητεία. Ταυτόχρονα όμως διαθέτει την ερμηνευτική ικανότητα να τσαλακώσει το εκφραστικό του πρόσωπο, να σκοτεινιάσει, να γκρεμιστεί. με θαυμαστή ευαλωτότητα,
Aυτός όμως που δικαίως κλέβει την παράσταση και αφήνει ανεξίτηλο το αποτύπωμά του (κι ας έφυγε πρόωρα και άδικα από τη ζωή, λίγο μετά την πρεμιέρα της ταινίας) είναι ο Ούλριχ Μίε. Η ερμηνεία του είναι ένα μάστερκλας στην εγκράτεια: όπως το πειθαρχημένο του σώμα μοιάζει να μην έχει ίχνος λίπος, έτσι και οι επιλογές του δεν έχουν τίποτα το περιττό. Ακίνητος, αλλά αισθάνεσαι την ένταση να πάλλεται. Ανέκφραστος, αλλά με ανήσυχα, διεισδυτικά μάτια. Ατσαλάκωτος, αλλά με ρυτίδες που λες και χαρτογραφούν το βάρος της Ιστορίας. Μόνο εκ των υστέρων συνειδητοποιεί κανείς το βάθος και τη λεπτότητα των συναισθημάτων που υποβόσκουν στην ερμηνεία του. Πόσο υπομονετικά περιμένει να πάρει το πρόσωπό του ζωή - μέσα από τις ζωές των άλλων. Ναι, ίσως σήμερα που οι κατηγορίες έχουν ανοίξει σε μη αγγλόφωνους ηθοποιούς, η ταινία να μην έφευγε μόνο με το Οσκαρ Ξενόγλωσσης, αλλά και με ένα Α' Ανδρικού Ρόλου.
Είκοσι χρόνια έχουν περάσει και «Οι Ζωές των Αλλων» έχουν βρει κατακτήσει τη θέση τους στην κινηματογραφική ανθολογία ως κάτι πλέον ανεξίτηλα κλασικό. Βέβαια, δεν έχουν λείψει και οι φωνές που κριτικάρουν τον σκηνοθέτη για «Ostalgie» - έναν όρο που προέκυψε από την παράλογη νοσταλγία ταινιών που αθωώνουν τα πέτρινα χρόνια της σύγχρονης Γερμανικής Ιστορίας. Διαφωνούμε. Κάτω από το ξύλινο πάτωμα της ταινίας, ακόμα κι αν αυτό τρίζει από κάποια κλισέ, κρύβεται μία δυνατή καρδιά που ακόμα χτυπά σε πρόσταγμα. Οχι, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ένας πράκτορας της Στάζι είχε την ευελιξία να αλλάξει. Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι αλλάζει αυτός ο κόσμος - με καταιγιστικούς ρυθμούς. Σήμερα είμαστε όλοι οικειοθελώς φακελωμένοι από αλγόριθμους σε κοινωνικά δίκτυα. Δεν μας αρέσει, αλλά δεν μας σοκάρει κιόλας, η ιδέα ότι συστήματα ασφαλείας, cctv κάμερες, ψηφιακές πλατφόρμες ξέρουν τα πάντα για εμάς. Το μόνο που μένει, το μόνο που κρίνεται, είναι αν θα αλλάξουμε κι εμείς. Ή μία ταινία που παρακολουθούμε και μας παρακολουθεί θα μας θυμίσει ότι σε κάποια πράγματα αξίζει να μείνουμε αμετακίνητοι.

