Η Ρόουζ μετακομίζει στον αδερφό της, Σαμ, μετά από μία αποτυχημένη σχέση. Είναι σαν να επιστρέφει σπίτι, αφού ο Σαμ είναι κάτι σαν το στήριγμα της, ο άνθρωπος που λατρεύει, εμπιστεύεται, η οικογένεια της που δεν την κρίνει ή την μαλώνει διαρκώς για την ανωριμότητα των επιλογών της. Μαζί λειτουργούν σαν τα αδέρφια που ήταν πάντα, αγαπημένα, σκανταλιάρικα, στηρίζοντας το ένα το άλλο, με μια υπόγεια ερωτική σχέση να υφέρπει και καμία σκιά να σκοτεινιάζει τη σχέση τους.
Οταν όμως θα κληθεί από έναν ανακριτή να καταθέσει ως μάρτυρας στην καταγγελία του αδερφού της ως βιαστή, η Ρόουζ θα δει τον κόσμο να υποχωρεί κάτω από τα πόδια της. Στην αρχή δεν θα μιλήσει καθόλου στον αδερφό της, στη συνέχεια θα του αποκαλύψει τη θέση στην οποία βρίσκεται, θα καταθέσει (περίπου) ό,τι θυμάται από την επίμαχη βραδιά στην οποία ήταν μάρτυρας, αλλά δεν θα ηρεμήσει. Βουτηγμένη στην αμφιβολία, θα προσπαθήσει να ελέγξει τα συναισθήματα της, προκειμένου να τα αποκολλήσει από τα γεγονότα και να μπορέσει να δει καθαρά την πράξη για την οποία κατηγορείται ο αδερφός της.
Με δύσκολα πράγματα καταπιάνεται στο μεγάλου μήκους ντεμπούτο της η Σάρα Μίρο Φίσερ, μεταφέροντας την «έρευνα» για την αλήθεια εκτός των αστυνομικών τμημάτων και των δικαστηρίων, καταδεικνύοντας την επίδραση που έχει μια αποκάλυψη σαν αυτή σε μια φαινομενική κανονικότητα που θα πρόδιδε ακριβώς το αντίθετο. Η Ρόουζ θα προσπαθήσει να δει τον αδερφό της έξω από το πλαίσιο της λατρείας που του έχει ή της αντικειμενικής ευγένειας και καλοσύνης του και θα παλέψει με τον εαυτό της για να ερμηνεύσει όλα όσα έτυχε να «ακούσει» εκείνο το βράδυ στο σπίτι.
Αν η φιλοδοξία της Μίρο Φίσερ ήταν να μιλήσει για τους «κανονικούς» ανθρώπους που μπορεί να γίνουν «τέρατα», τότε η ταινία της είναι μόνo ο πρόλογος σε μια ανάλυση που αναζητά περισσότερες απαντήσεις παρά διαρκείς αμφιβολίες.»
Η επίμαχη σκηνή, σκοτεινή και βασισμένη στον ήχο, εκτυλίσσεται νωρίς στην ταινία και προκαλεί το ενδιαφέρον και την απορία, γιατί ακόμη δεν γνωρίζουμε ότι αυτή θα είναι ουσιαστικά η «μαρτυρία» για τον καταγγελλόμενο βιασμό. Ευτυχώς, η Ρόουζ θα παραμείνει σε ολόκληρη την ταινία το pov της Μίρο Φίσερ, στο ρόλο μιας ντετέκτιβ που δεν αναζητά στοιχεία, αλλά μια κάποια αλήθεια για να μπορέσει να πιστέψει (ή όχι) τον αδερφό της.
Θα φτάσει σε ακραία σημεία - καλύτερο αυτό της συνάντησης της με το «θύμα», πιο αμήχανο αν και θαρραλέο αυτό με τον εραστή της που τον τοποθετεί στη θέση του «θύτη» - σε αντίθεση με την ταινία που παραμένει καρφωμένη στον άξονα της, αλλά με σαφή επιλογή τη διακριτικότητα και την διατήρηση ενός μυστηρίου που δεν είσαι σίγουρος πως λειτουργεί μέχρι και το - αναμενόμενο - φινάλε.
Επιμένοντας να θέτει τον θεατή στη θέση της ηρωίδας το «τι θα έκανες αν συνέβαινε σε σένα;» το φιλμ της Σάρα Μίρο Φίσερ λειτουργεί αρχικά, αλλά εξαντλείται αρκετά πριν το φινάλε, καθώς η διαδρομή της Ρόουζ είναι ειλικρινής μεν, αλλά θα έπαιρνε δόσεις έντασης που λείπουν για να δώσουν υπόσταση σε μια άβολη συνθήκη που κλείνει μάλλον «στρογγυλά», χωρίς δραματική (ή δραματουργική) κορύφωση, παίζοντας τελικά χωρίς λόγο με το θυμικό του θεατή.
Αν η φιλοδοξία της Μίρο Φίσερ ήταν να μιλήσει για τους «κανονικούς» ανθρώπους που μπορεί να γίνουν «τέρατα», τότε η ταινία της είναι μόνo ο πρόλογος σε μια ανάλυση που αναζητά περισσότερες απαντήσεις παρά διαρκείς αμφιβολίες. Είναι σαφές πως η επιλογή να μην υπάρξει καμία λύση, αλλά μια διαρκής αναρώτηση λειτουργεί σε επίπεδο αγωνίας, αλλά όχι και τελικής κάθαρσης - σε μια ταινία που θαυμάζεις τελικά περισσότερο για την επιλογή του θέματος παρά για τον τρόπο που τελικά το διαχειρίζεται.

