Ο Στεφάν Ντεμουστιέ ανήκει στη σύγχρονη γενιά Γάλλων δημιουργών που συνδυάζουν το προσωπικό βλέμμα με έντονο ενδιαφέρον για την πραγματικότητα και τις πολιτικές της προεκτάσεις: πιο πρόσφατο παράδειγμα, η ταινία του 2023, «Το Κορίτσι με το Βραχιόλι».
Τώρα, ο σκηνοθέτης επιστρέφει με το «Ο Αγνωστος της Μεγάλης Αψίδας», που προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη, 26 Μαρτίου, από τη One from the Heart. Πρόκειται για μια ιστορία που κινείται ανάμεσα στη βιογραφία και το μυστήριο. Στην ταινία, ένας άγνωστος Δανός αρχιτέκτονας, ο Οτο Φον Σπρέκελσεν, κερδίζει, ενάντια σε όλες τις προβλέψεις, έναν διαγωνισμό του Προέδρου Φρανσουά Μιτεράν για ένα εμβληματικό έργο: τη Μεγάλη Αψίδα της Ντεφάνς, που θα τοποθετηθεί στον Ιστορικό Αξονα του Παρισιού, την ευθεία γραμμή που ξεκινά από το Λούβρο, περνά από τον Κήπο των Τουιλερί, την Πλατεία Κονκόρντ και τα Ηλύσια Πεδία, φτάνει στην Αψίδα του Θριάμβου και συνεχίζει μέχρι το μοντέρνο κομμάτι της πόλης, την Ντεφάνς.
Μέσα σε ένα βράδυ, ο Σπρέκελσεν φθάνει με τη γυναίκα του στο Παρίσι και μπαίνει στο τιμόνι αυτού του φαραωνικού σχεδίου. Ενώ ο αρχιτέκτονας σκοπεύει να χτίσει τη Μεγάλη Αψίδα ακριβώς όπως την οραματίστηκε, οι ιδέες του γρήγορα συγκρούονται με τους ρεαλιστικούς περιορισμούς, τη γαλλική γραφειοκρατία και τις πολιτικές αντιξοότητες, σ' ένα φιλμ που φωτίζει τη σχέση τέχνης, εξουσίας και ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Με αφετηρία την αρχιτεκτονική και φόντο τη Γαλλία της δεκαετίας του ’80, ο Ντεμουστιέ μιλά στο Flix για όσα συνδέουν τη γαλλική και ευρωπαϊκή ιστορία με το σήμερα.
Σπρέκελσεν, Μιτεράν και Αψίδα
Τι σας ενέπνευσε σε αυτή την ιστορία και στο γεγονός ότι ο ήρωάς της είναι, όντως, τόσο... άγνωστος;
Ανακάλυψα την ιστορία όταν διάβασα το ομότιτλο βιβλίο της Λοράνς Κοσέ και με ενδιέφερε γιατί η μοίρα του Οτο φον Σπρέκελσεν είναι εκπληκτική, πραγματικά ξεχωριστή. Είναι σπάνιο να δεις κάποιον που έχει μια τόσο εντυπωσιακή πορεία, να ξεκινά από το τίποτα και να φτάνει στο φως, μόνο και μόνο επειδή έκανε ένα όμορφο σχέδιο. Επίσης με ενδιέφερε γιατί είναι η ιστορία ενός αρχιτέκτονα και, ως σκηνοθέτης, η αρχιτεκτονική είναι πολύ ενδιαφέρουσα όσον αφορά τα αισθητικά στοιχεία και τη χρήση του χώρου. Και ακόμη, είναι ενδιαφέρον γιατί όταν μιλάς για αρχιτεκτονική, μιλάς και για πολιτική. Για όλους αυτούς τους λόγους με ενδιέφερε.
Το γεγονός ότι επέλεξα να δώσω έμφαση στο ότι αυτός ο άνθρωπος είναι άγνωστος σχετίζεται με το ότι, όταν διάβασα το βιβλίο, συνειδητοποίησα πως δεν είχαμε σχεδόν καμία πληροφορία για τον Σπρέκελσεν. Αυτό το μυστήριο ήταν που με τράβηξε. Αν δεν ήταν τόσο μυστηριώδης, δεν θα είχα τόσο μεγάλο ενδιαφέρον να κάνω την ταινία. Η ταινία δεν υπάρχει για να λύσει το μυστήριο, αλλά για να θέσει ερωτήματα γύρω από αυτόν τον άνθρωπο και το μυστήριό του και αυτό μου αρέσει.
Στεφάν Ντεμουστιέ και Κλάες Μπανγκ στα γυρίσματα της ταινίας
Η ταινία διαδραματίζεται γύρω από τη Μεγάλη Αψίδα της Ντεφάνς. Πώς επηρέασε αυτή η τοποθεσία τη δραματουργία και το οπτικό ύφος της ταινίας;
Κινηματογράφησα σε σχέση με τον χαρακτήρα, αλλά και σε σχέση με το ίδιο το κτίριο. Το κτίριο έχει μια πολύ απλή μορφή και αποφάσισα να κινηματογραφήσω με την ίδια απλότητα, με αυτό το είδος γεωμετρίας.
Ενα άλλο στοιχείο είναι ότι νομίζω πως ο Σπρέκελσεν εντυπωσιάστηκε πολύ από το πόσο μεγάλο ήταν αυτό το έργο και για μένα ήταν πολύ σημαντικό να έχω εικόνες που να δείχνουν πόσο τεράστιο ήταν στα μάτια του. Ετσι, τα ευρυγώνια πλάνα ήταν πολύ σημαντικά. Για να τα πετύχουμε, έπρεπε να βρούμε λύσεις, γιατί είναι πολύ ακριβά και δεν μπορούσαμε να κατασκευάσουμε τα πάντα.
Σήμερα δεν έχουμε πολιτικούς που να έχουν όραμα για τη Γαλλία και την Ευρώπη. Γεννήθηκα το ’77, οπότε μεγάλωσα τη δεκαετία του ’80, όταν η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν πολύ ισχυρή. Σήμερα η Ευρώπη δεν λειτουργεί καλά και δεν πιστεύουμε πια σε αυτήν.»
Οπότε χρησιμοποιήσαμε φωτογραφίες της πραγματικής κατασκευής της Αψίδας. Οταν σκεφτόμουν την ταινία, είχα δει πολλές τέτοιες φωτογραφίες. Τις έδειξα στην υπεύθυνη των VFX και τη ρώτησα πώς θα μπορούσαμε να το κάνουμε. Μετά από σκέψη, μου πρότεινε: αν σου αρέσει αυτή η φωτογραφία, μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε ως πλάνο της ταινίας, να τοποθετήσουμε τον χαρακτήρα μέσα σε αυτήν και μετά να την «ζωντανέψουμε». Αυτό ακριβώς κάναμε σε ορισμένα ευρυγώνια πλάνα. Ετσι ήταν λιγότερο ακριβό από το να γίνει εξ ολοκλήρου ψηφιακά και, ταυτόχρονα, είχαμε μια πολύ ρεαλιστική βάση. Μου άρεσε πολύ αυτή η προσέγγιση.
Με τον Σουαν Αρλό που υποδύεται τον Πολ Αντρέ
Ερευνήσατε αρχεία και ήρθατε σε επαφή με κάποιους ανθρώπους της ιστορίας που ζουν ακόμη;
Στην πραγματικότητα, όλα όσα αφορούν την κατασκευή και την πολιτική διάσταση της ιστορίας βασίζονται στην πραγματικότητα και σε αρχειακό υλικό. Αυτό υπάρχει χάρη στη Λοράνς Κοσέ, που έγραψε το βιβλίο στο οποίο βασίστηκα.
Μπόρεσα να μιλήσω με ανθρώπους που είχαν συνεργαστεί με τον Σπρέκελσεν στη Γαλλία, με άτομα από την ADP, την εταιρεία του Πολ Αντρέ. Μίλησα επίσης με τον πραγματικό Ζαν-Λουί Σουμπιλό, τον χαρακτήρα που υποδύεται ο Ξαβιέ Ντολάν, ο οποίος είναι υπαρκτό πρόσωπο και είχε εργαστεί για το κράτος στην κατασκευή. Επιπλέον, μιλήσαμε με μαθητές του Σπρέκελσεν στη Δανία, που είχαν δουλέψει μαζί του όταν έκανε το έργο στο Παρίσι, καθώς είχε πάρει κάποιους φοιτητές μαζί του για να είναι στην ομάδα του.
Ωστόσο, κυρίως ο Κλάες Μπανγκ ήταν αυτός που μίλησε με αυτούς τους ανθρώπους, γιατί είναι Δανοί και μπορούσε να επικοινωνήσει πιο άμεσα μαζί τους.
Με τον Ξαβιέ Ντολάν που υποδύεται τον Ζαν-Λουί Σουμπιλόν
Αποτυπώνετε ένα κομμάτι από την περίοδο Μιτεράν, ο οποίος οπωσδήποτε ήταν δημοκράτης κι είχε όραμα. Τι αναλογία υπάρχει ανάμεσα σ' αυτή την εποχή και τη σημερινή, ζοφερή πολιτική σκηνή της Γαλλίας;
Νομίζω ότι είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον το ότι η ταινία βγαίνει σε μια περίεργη περίοδο για τη γαλλική πολιτική. Η ταινία μιλά για το σήμερα, δείχνοντας πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα.
Σήμερα δεν έχουμε πολιτικούς που να έχουν όραμα για τη Γαλλία. Αν δούμε τη δεκαετία του ’80, βλέπουμε πόσο μεγάλο όραμα είχε ο Μιτεράν. Στη Γαλλία κάποιοι δεν τον συμπαθούν και λένε ότι δεν τήρησε πλήρως τις δεσμεύσεις του όταν ανέλαβε, αλλά αν το δεις από απόσταση, καταλαβαίνεις ότι είχε όραμα για τη Γαλλία και για την τέχνη.
Δεν θα έλεγα ότι επειδή κάτι είναι ανάθεση πρέπει απαραίτητα να υπάρχει συμβιβασμός. Θα έλεγα ότι όταν μιλάς για αρχιτεκτονική ή για κινηματογράφο, δημιουργίες που συνδέονται με την πραγματικότητα, πρέπει αναγκαστικά να προσαρμοστείς στην πραγματικότητα.»
Σήμερα αυτό λείπει. Μας λείπουν πολιτικοί με όραμα για τη Γαλλία και για την Ευρώπη, γιατί είναι και μια ευρωπαϊκή ιστορία. Γεννήθηκα το ’77, οπότε μεγάλωσα τη δεκαετία του ’80, όταν η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν πολύ ισχυρή. Ο Φρανσουά Μιτεράν ήταν πολύ δεμένος με αυτήν και εργάστηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Σήμερα η Ευρώπη δεν λειτουργεί καλά και δεν πιστεύουμε πια σε αυτήν. Έτσι η ταινία λειτουργεί στο παρόν, γιατί δείχνει πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα.
* Η αψίδα για τον Σπρέκελσεν ήταν μια ανάθεση. Πιστεύετε ότι όταν ένα έργο τέχνης ανατίθεται, αυτό συνεπάγεται αναπόφευκτα συμβιβασμούς;*
Δεν θα έλεγα ότι επειδή κάτι είναι ανάθεση πρέπει απαραίτητα να υπάρχει συμβιβασμός. Θα έλεγα ότι όταν μιλάς για αρχιτεκτονική ή για κινηματογράφο, δημιουργίες που συνδέονται με την πραγματικότητα, πρέπει αναγκαστικά να προσαρμοστείς στην πραγματικότητα.
Η αρχιτεκτονική ξεκινά από μια ιδέα, ένα σχέδιο, αλλά αυτή η ιδέα πρέπει να γίνει κτίριο. Για να γίνει κτίριο, πρέπει να περάσει στην πραγματικότητα και εκεί πρέπει να προσαρμοστείς. Αυτό σημαίνει ότι κάποιες φορές γίνονται και συμβιβασμοί. Οταν προσαρμόζεσαι, λαμβάνεις υπόψη ανθρώπινους, οικονομικούς και άλλους παράγοντες και αυτό είναι μέρος της δουλειάς.
Αρα δεν είναι ότι πρέπει απαραίτητα να κάνεις συμβιβασμούς, αλλά ότι πρέπει να προσαρμόζεσαι στην πραγματικότητα. Και αυτό μπορεί να είναι πολύ ενδιαφέρον. Οταν ο Πολ Αντρέ αντιμετωπίζει εμπόδια, αυτά του δίνουν ιδέες για να βελτιωθεί. Είναι μέρος της διαδικασίας.
Η δυσκολία είναι να βρεις το όριο: μέχρι ποιο σημείο μπορείς να κάνεις συμβιβασμούς χωρίς να προδώσεις την αρχική ιδέα. Αυτό είναι που πρέπει να έχεις πάντα στο μυαλό σου.
Οτο και Λιβ
Παράλληλα με την ιστορία της δημιουργίας της Αψίδας, εστιάζετε και στο ζευγάρι του Οτο και της Λιβ, που έχει μια εύθραυστη ισορροπία εξουσίας και υποταγής.
Πράγματι, αυτό δεν υπάρχει στο βιβλίο, είναι κάτι που αποφάσισα να προσθέσω στην ταινία. Εχουμε πολύ λίγες πληροφορίες για τον Σπρέκελσεν και ακόμη λιγότερες για τη σύζυγό του. Ομως όλοι όσοι τον γνώρισαν μου είπαν ότι ήταν πάντα μαζί της. Ο Σουμπιλόν μου είπε ότι δεν τον είδε ποτέ χωρίς τη γυναίκα του.
Αν ήταν πάντα μαζί, σημαίνει ότι η παρουσία της ήταν πολύ σημαντική για εκείνον. Και πρόκειται για μια εποχή όπου μόνο οι άντρες είχαν εξουσία και βρίσκονταν στο προσκήνιο. Για μένα ήταν σημαντικό να δείξω πόσο σημαντική ήταν αυτή η γυναίκα για τον Σπρέκελσεν και ότι υπήρχε ισορροπία μεταξύ τους. Δεν κυριαρχούσε εκείνος, γιατί εκείνη είχε εξίσου ισχυρή προσωπικότητα.
Γι’ αυτό και η επιλογή της Σίντσε Μπαμπέτ Κνούντσεν ήταν σημαντική, γιατί έχει άμεσα μια έντονη παρουσία η Σίντσε. Μπορείς να καταλάβεις γιατί την αγαπά και πόσο σημαντική είναι για εκείνον.
Επίσης, όταν ήμουν νεότερος είχα κάνει πολλές ταινίες για την αρχιτεκτονική και συχνά έβλεπα «σταρ» αρχιτέκτονες των οποίων οι σύζυγοι δούλευαν μαζί τους. Παρατηρούσα ότι, αν η γυναίκα έλειπε, ο άντρας «κατέρρεε». Ετσι σκέφτηκα να χρησιμοποιήσω αυτή την εικόνα. Στην ταινία, όταν εκείνος χάνει οριστικά τον δρόμο του, είναι η στιγμή που χάνει τη σύνδεσή του μαζί της.
Ο Στεφάν Ντεμουστιέ στα γυρίσματα της ταινίας
Τι πιστεύετε ότι θα κρατήσει από την ταινία το κοινό εκτός Γαλλίας;
Πιστεύω ότι το ευρωπαϊκό κοινό μπορεί να ταυτιστεί με όσα δείχνω στην ταινία. Θα έλεγα δύο πράγματα. Πρώτον, όσο πιο συγκεκριμένος και προσωπικός είσαι, τόσο περισσότερο αγγίζεις τους πάντες, γιατί όλοι μοιραζόμαστε κάτι κοινό.
Επίσης, στην ταινία βλέπουμε έναν Γάλλο Πρόεδρο που προσλαμβάνει έναν Δανό αρχιτέκτονα, ο οποίος χρησιμοποιεί ιταλικό μάρμαρο, ενώ ακούγονται και αγγλικά: είναι μια πολύ ευρωπαϊκή ιστορία. Και νομίζω ότι η δύναμη της Ευρώπης είναι αυτή η ποικιλομορφία, σε έναν μικρό χώρο υπάρχουν τόσοι διαφορετικοί πολιτισμοί.
Η Ελλάδα είναι το τέλειο παράδειγμα.Μια μικρή χώρα του νότου με τεράστια ιστορία και πολύ ισχυρό πολιτισμό. Εχουμε την τύχη να έχουμε αυτή την ποικιλομορφία στην Ευρώπη. Για μένα ήταν σημαντικό οι Δανοί να μιλούν δανέζικα, οι Ιταλοί ιταλικά κ.ο.κ., για να αναδειχθεί αυτή η διαφορετικότητα, που πιστεύω ότι είναι ένας θησαυρός τον οποίο δεν συνειδητοποιούμε ή δεν εκτιμούμε αρκετά.
