Μια νέα ταινία από τον Δημήτρη Κουτσιαμπασάκο είναι, πάντα, μια έκπληξη, ευχάριστη. Θα είναι μυθοπλασία; Θα είναι ντοκιμαντέρ; Θα είναι στην Αθήνα ή στην περιφέρεια ή στα βουνά της Πίνδου; Θα είναι δράμα ή θα έχει χιούμορ;
Για τον Δημήτρη Κουτσιαμπασάκο όλα αυτά είναι ένα, όπως μας εξηγεί, μια ηλιόλουστη μέρα στο νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ, όπου τον επισκεφθήκαμε για να παρακολουθήσουμε γύρισμα. «Πραγματικά αισθάνομαι ορισμένες φορές πολύ αμήχανος απέναντι στο ερώτημα ντοκιμαντέρ ή μυθοπλασία,» μας λέει. «Νιώθω ότι κάνω το ίδιο πράγμα, κινηματογράφο δηλαδή, και ανάλογα με το πώς κάθε φορά αισθάνομαι ότι με κινητοποιεί ένα θέμα. Αλλοτε με κινητοποιεί μέσω της παρατήρησης, άλλοτε με κινητοποιεί μέσω της μυθοπλασίας. Κι αυτό συμβαίνει εντελώς αβίαστα. Τώρα, για παράδειγμα, γράφω για την επόμενη ταινία μου μυθοπλασίας, ενώ το καλοκαίρι ξέρω ότι θα γυρίσω ένα ντοκιμαντέρ…»
φωτογραφίες © Γιάννης Στεφανίδης
Η νέα, αυτή, ταινία, με προσωρινό τίτλο «Το Κορίτσι του Λεωφορείου», έχει για κεντρική ηρωίδα ένα κορίτσι στο μεταίχμιο της ενηλικίωσης. Η Βασιλική, τελειόφοιτη του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας στο ΠΑ.Δ.Α, ξεκινά την πρακτική της άσκηση στο Ειδικό Σωφρονιστικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα, παρά τις αντιρρήσεις της υπερπροστατευτικής μητέρας της. Εκεί, στην προσπάθειά της να βοηθήσει έναν νεαρό κρατούμενο, παραβαίνει τους κανόνες της πρακτικής της, έρχεται σε ρήξη με το περιβάλλον της και προκαλεί απρόβλεπτες συνέπειες. Οταν η κατάσταση περιπλέκεται επικίνδυνα, η Βασιλική καλείται να βρει τη δύναμη να βγει από το δύσκολο αδιέξοδο που δημιούργησε και να έρθει αντιμέτωπη με το τίμημα των επιλογών της.
«Η εμπειρία αυτού του χώρου,» λέει ο Κουτσιαμπασάκος, «ιδωμένου από έναν άνθρωπο που ανήκει σε μια άλλου είδους φυλακή, μια φυλακή καθωσπρεπισμού, φροντίδας – διότι η ηρωίδα αυτό που κάνει είναι να πάει σε μια φυλακή για να μπορέσει να βγει από τη δική της φυλακή – αυτό δεν θα μπορούσε να αποδοθεί μ’ ένα ντοκιμαντέρ. Επίσης αυτός ο κόσμος, ιδωμένος από τα μάτια ενός επισκέπτη νομίζω ότι θα μπορούσε να αποδοθεί, με τις διαστάσεις που δίνονται στο σενάριο, μόνο μέσα από μία ταινία μυθοπλασίας.»
Η ταινία γυρίζεται σε χώρους απαιτητικούς, στον Κορυδαλλό, στο Δρομοκαΐτειο, στο Νοσηλευτικό Ιδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού που επισκεφθήκαμε και συναντήσαμε ζεστή φιλοξενία, στον Αυλώνα, σε κάποια διαμερίσματα της Αθήνας. Παραγωγός, για πρώτη φορά σε μεγάλου μήκους ταινία, η Μαίρη Κολώνια, με χρόνια εμπειρίας στο κινηματογραφικό μάρκετινγκ και στην παραγωγή μεγάλων events αλλά και σκηνοθέτης, ήδη, της μικρού μήκους ταινίας «Η Πολυθρόνα στο Πεζοδρόμιο». Σενάριο του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου μαζί με τον Παναγιώτη Χριστόπουλο και την Ανθή Γιαννακοπούλου, διεύθυνση φωτογραφίας από τον Δημήτρη Κατσαΐτη κι ένα καστ που συνδυάζει νεότατα πρόσωπα με κάποιους από τους αγαπημένους μας διακεκριμένους ηθοποιούς.
«Η ιδέα της ταινίας γεννήθηκε από μια προσωπική εμπειρία,» λέει ο Κουτσιαμπασάκος και εξηγεί. «Πριν κάποια χρόνια εργάστηκα για περίπου ένα έτος στις φυλακές του Αυλώνα, σ’ ένα πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ. Παρέδιδα μαθήματα κινηματογράφου και ντοκιμαντέρ. Αυτή η εμπειρία των επτά μηνών οδήγησε και στην ιδέα για το σενάριο. Ηταν τόσο δυνατή η εμπειρία αυτή που ούτε καν, αρχικά, μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι θα μπορούσε να γίνει μια ταινία. Εγινε αρκετά αργότερα, πέρασαν κάποια χρόνια και ξαφνικά αυτό προέκυψε, αναπήδησε αυτή η ιδέα και οδήγησε στο «Κορίτσι του Λεωφορείου» που είναι ο προσωρινός τίτλος, μια ταινία μυθοπλασίας η οποία είναι ένα κοινωνικό – ψυχολογικό δράμα που εστιάζει στη Βασιλική. Είναι μια κοπέλα, τελειόφοιτη του τμήματος Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, η οποία πηγαίνει να κάνει την πρακτική της στις φυλακές του Αυλώνα. Αυτή η εμπειρία κι αυτή η σειρά λαθών που διαπράττει κατά τη διάρκεια της ταινίας τη φέρνουν αντιμέτωπη με τα δικά της προβλήματα και αδιέξοδα και τελικά "ενηλικιώνεται" μέσα από πολύ δύσκολα διλήμματα και συγκρούσεις που βιώνει και προβλήματα που προκαλεί στο περιβάλλον της. Στο κέντρο αυτής της ιστορίας βρίσκεται το θέμα της βοήθειας προς τον συνάνθρωπό μας. Δηλαδή ότι η βοήθεια προς τον συνάνθρωπό μας προϋποθέτει τη συνείδηση του εαυτού μας και της θέσης του στον κόσμο. Προϋποθέτει δηλαδή κι ένα είδος αυτογνωσίας. Οταν αυτό δεν υπάρχει, ιδιαίτερα σ’ ένα περιβάλλον δομημένο, όπως μια φυλακή, τότε δημιουργούνται μια σειρά από δυσκολίες και απρόβλεπτες καταστάσεις, τις οποίες βλέπουμε να προσωποποιούνται στην ίδια την πρωταγωνίστρια.»
Ποια είναι, όμως, αυτή η πρωταγωνίστρια; Είναι η Δανάη Καλούτσα, στα πρώτα της «μεγάλα» βήματα, στην πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία, ενώ αυτή τη σεζόν παίζει στο θέατρο, στην «Κουζίνα» του Γιώργου Κουτλή. Λέει η Καλούτσα για την ηρωίδα της, «Η Βασιλική ξεκινάει τώρα την πρακτική της, θα πάει στις φυλακές συχνά, στον Αυλώνα. Γενικά προέρχεται από μια αρκετά ασφυκτική μονογονεϊκή οικογένεια. Οι γονείς της είναι χωρισμένοι, ζει με τη μητέρα της και όλο αυτό είναι ένα ταξίδι ενηλικίωσης το οποίο ξεκινάει και νομίζω μ’ έναν ασυνείδητο τρόπο συνδέεται με τις φυλακές γιατί, τελειώνοντας όλο αυτό, ξεφεύγει κι η ίδια από μια δική της, προσωπική φυλακή.»
Στο κέντρο αυτής της ιστορίας βρίσκεται το θέμα της βοήθειας προς τον συνάνθρωπό μας. Δηλαδή ότι η βοήθεια προς τον συνάνθρωπό μας προϋποθέτει και τη συνείδηση του εαυτό μας.» Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος
Τη μητέρα της Βασιλικής υποδύεται η Αγγελική Παπούλια (ναι, γελάσαμε με τον Κουτσιαμπασάκο που, όταν είδε για πρώτη φορά Παπούλια και Καλούτσα έτοιμες και βαμμένες για το ρόλο, είπε, μα δεν θέλω να μοιάζουν αδελφές!). «Ο ρόλος είναι μια γυναίκα που ανησυχεί για την κόρη της γιατί έχει φτάσει σ’ αυτό το σημείο που πρέπει ν’ ανεξαρτητοποιηθεί και να κάνει αυτό που θέλει να κάνει και η μητέρα της διαφωνεί με τις επιλογές της,» περιγράφει η Αγγελική Παπούλια. «Παρόλ’ αυτά τη στηρίζει αλλά στη διάρκεια της ταινίας βλέπουμε τελικά ότι συγκρούεται μαζί της, στην προσπάθειά της να κάνει αυτό που η ίδια θεωρεί ότι η κόρη της πρέπει να κάνει, όπως δυστυχώς κάνουν πολλές φορές οι γονείς. Νομίζω όμως ότι κάποιες φορές καταλαβαίνουν κι οι δύο, και η μητέρα και η κόρη, τα λάθη που έχουν συμβεί κι από τις δύο πλευρές. Νομίζω ότι υπάρχει μια υπερπροστατευτικότητα από τη μεριά της μητέρας και μαθαίνει κι αυτή μέσα απ’ όλο αυτό τα καινούρια όρια σ’ αυτή τη σχέση. Γιατί η κόρη της πια πρέπει να τραβήξει τη δική της πορεία, που δεν έχει να κάνει με την πορεία της μαμάς της, είναι διαφορετική, ακόμα κι αν η μαμά της δεν "εγκρίνει" τόσο πολύ αυτό που έχει επιλέξει, γιατί είναι αρκετά διαφορετική κι είναι και έξω από το πλαίσιο το οικογενειακό και το κοινωνικό, στο οποίο βρίσκεται η μητέρα και αυτή η κόρη.»
Στον αντίποδα της μητέρας, ο πατέρας που υποδύεται ο Βασίλης Κουκαλάνι. «Υποδύομαι τον πατέρα της πρωταγωνίστριας,» μας λέει ο ηθοποιός «κι είναι ένας ήρωας που μέχρι ένα σημείο της ταινίας μένει αρκετά αινιγματικός αλλά έρχεται σ’ ένα σημείο που, πολύ ουσιαστικά, ολοκληρώνει την εικόνα της ηρωίδας που πιστεύω έχει όλο το ενδιαφέρον. Είναι ένας άνθρωπος που κάνει το δικό του πράγμα, είναι κυρίαρχος της ζωής του και αρκετά αδέσμευτος κι ανεξάρτητος και μια επιβλητική παρουσία. Ωστόσο όταν έρχεται στην ίδια την ιστορία ολοκληρώνει χωρίς μεγάλες συγκρούσεις αλλά με πολύ ουσιαστικό τρόπο την εικόνα της Βασιλικής. Η οποία Βασιλική, πιστεύω, και αυτή έχει μια γενναιότητα κι ενώ μοιάζει φαινομενικά ότι την κινούν τα γεγονότα της ζωής της, που έχει αποφασίσει να πάει σ’ αυτά, το κάνει με πάρα πολύ γενναίο τρόπο, δεν είναι έρμαιο των καταστάσεων στην πραγματικότητα. Αυτή η γενναιότητα είναι, νομίζω, που τη συνδέει και με τον πατέρα της. Είναι ένα σενάριο που το βρίσκω πάρα πολύ καλό, πολύ ολοκληρωμένο, όπως και τη βασική ηρωίδα κι έτσι είναι χαρά μου που συμμετέχω κι εγώ σ’ αυτό το παζλ της ηρωίδας, να είμαι ένα κομμάτι αυτής της ιστορίας και του μωσαϊκού της Βασιλικής.»
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της Βασιλικής έχει η ηρωίδα της Μαρίας Καλλιμάνη. Η Μαρία μάς εξηγεί, «Η ηρωίδα μου είναι η Μυρτώ, η οποία είναι μια κοινωνική λειτουργός στις φυλακές ανηλίκων στον Αυλώνα. Είναι μια γυναίκα που είναι δοσμένη στη δουλειά της, αφιερωμένη και παίρνει και πολύ προσωπικά όλα αυτά που συμβαίνουν στους κρατούμενους, είναι δίπλα τους, τους εμψυχώνει αλλά βάζει και τα όρια. Είναι μία γυναίκα που έχει αφιερώσει όλη της τη ζωή στο επάγγελμά της, στο λειτούργημά της.»
Και δίπλα στη Βασιλική, η στενότερη φίλη της - στο ρόλο η Χαρά Κυριαζή που ξεκίνησε την πορεία της στο σινεμά πολύ πρόσφατα, με τη μικρού μήκους (και τη μεγάλου στη συνέχεια), «Αρκουδότρυπα». Λέει η Κυριαζή, «Εγώ είμαι η Μαρία και είμαι η κολλητή της Βασιλικής από τα φοιτητικά της χρόνια, γνωριστήκαμε στη Σχολή, εγώ ήρθα από Καρδίτσα στην Αθήνα. Την είδα πιο κλειστή, αλλά κάτι μου είχε βγάλει αυτό το κορίτσι κι ήθελα να τη γνωρίσω. Η Μαρία είναι μια κοπέλα που ήθελε να ξεφύγει από το κομμάτι της επαρχίας, ένιωθε ότι δεν κολλάει πολύ, έχει ένα δικό της, προσωπικό στιλ και υφολογικά και ως χαρακτήρας. Σκέφτεται λίγο πιο out of the box σε σχέση με το περιβάλλον όπου μεγάλωσε, οπότε η Αθήνα της φαίνεται σαν όνειρο.»
Με το καστ του, ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος δηλώνει πως νιώθει πολύ τυχερός. «Είμαι ευγνώμων στο καστ, διότι κατ’ αρχάς η Δανάη Καλούτσα είναι όλη η ταινία, δεν υπάρχει σκηνή χωρίς να είναι παρούσα. Αρα λοιπόν φοβόμουν πάρα πολύ πρώτον εάν ήταν σωστή η επιλογή, δεύτερον ένας ηθοποιός ο οποίος δεν έχει την εμπειρία άλλων γυρισμάτων πώς θα μπορούσε ν’ ανταπεξέλθει σ’ αυτές τις συνθήκες τις πολύ δύσκολες. Είμαι πάρα πολύ χαρούμενος γιατί η πρωταγωνίστριά μας είναι πραγματικό δώρο. Επίσης έχω και τη βοήθεια καταξιωμένων ηθοποιών, όπως είναι αυτή τη στιγμή η Αγγελική Παπούλια, η οποία παίζει τη μητέρα της. Και η Μαρία Καλλιμάνη, ο Βασίλης Κουκαλάνι, ο Κωνσταντίνος Σειραδάκης με τον οποίο έχω συνεργαστεί ξανά και πολλοί νέοι ηθοποιοί, αρκετοί απ’ αυτούς κάνουν τα πρώτα τους βήματα. Επίσης είμαι πολύ χαρούμενος γιατί στο συνεργείο έχω ανθρώπους που είναι απόφοιτοι της Σχολής Κινηματογράφου του ΑΠΘ και είναι εξαιρετικοί επαγγελματίες και αισθάνομαι πολύ όμορφα μ’ αυτό.»
Η παραγωγός, Μαίρη Κολώνια, δεν ήθελε πολύ για να συνταχτεί με το όραμα του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου. «Το να ασχοληθώ με την κινηματογραφική παραγωγή,» μας λέει, «νομίζω ότι είναι σαν μια φυσική συνέχεια όλων των πραγμάτων που έχω κάνει στη ζωή μου, γιατί έχω μπει στον κινηματογραφικό, οπτικοακουστικό χώρο από τη δεκαετία του ’90 που άνοιξε η Village στην Ελλάδα. Εχω μπει κι έχω βγει, αλλά πάντα αυτό ήταν το πάθος μου. Μετά τον κορονοϊό, όταν η εταιρεία παραγωγής με την οποία έκανα πολύ μεγάλα events σταμάτησε, το αντικείμενο της δουλειάς αυτής τελείωσε ολοσχερώς, πήρα μια πολύ μεγάλη, συνειδητή απόφαση να μπω σ’ αυτό το χώρο ξανά, έχοντας πια εμπειρία παραγωγής πολύ μεγάλων πραγμάτων και βέβαια έχοντας και τον καημό να κάνω και τα δικά μου πρότζεκτ. Αρα αποφάσισα να το κάνω γιατί ήταν ένα σενάριο που με πάθιασε πάρα πολύ, όπως και η ιδέα της συνεργασίας με τον Δημήτρη Κουτσιαμπασάκο και συνέπεσε τη στιγμή που πραγματικά ήθελα κι εγώ να μπω πιο δυναμικά σ’ αυτό το χώρο.»
Σε μια ταινία που μοιάζει απαιτητική και πολύπλοκη στο στήσιμό της, ποιες ήταν οι δυσκολίες παραγωγής και ποιες οι ευχάριστες εκπλήξεις; «Θ’ αρχίσω απ’ το θετικό,» λέει χαμογελώντας η Κολώνια. «Αυτό που με εξέπληξε είναι η καλοσύνη και η γενναιοδωρία κατ’ αρχάς των πολύ απλών ανθρώπων. Ανθρωποι σε γειτονιές μας άνοιξαν τις πόρτες τους, πέρα απ’ αυτούς που είχαμε κανονίσει να συνεργαστούν στα γυρίσματα. Για παράδειγμα στους Αγίους Αναργύρους είχαμε ένα γύρισμα, μας έβαλαν στα σπίτια τους, βγήκαν στο δρόμο για να συμμετάσχουν ως κομπάρσοι επειδή το θέλανε, σταμάτησαν τη δουλειά τους στη μέση για να μην κάνουν θόρυβο κι αυτό πραγματικά μου έκανε φοβερή εντύπωση γιατί δεν ήταν μεμονωμένο, ήταν αρκετά μαζικό. Επίσης είχαμε πολύ μεγάλη διευκόλυνση απ’ όλους τους δημόσιους φορείς στους οποίους απευθυνθήκαμε. Οχι πάντα με ευκολία αλλά πείστηκαν ότι ήταν πολύ σημαντικό να γίνει αυτή η ταινία. Και μιλάω για το Υπουργείο Δικαιοσύνης το οποίο ευχαριστούμε και πάρα πολύ, που με πολύ μεγάλη επιφύλαξη βέβαια και πολύ ειδικές προδιαγραφές και περιορισμούς μας επέτρεψε να μπούμε στον Αυλώνα και στον Κορυδαλλό, το Δρομοκαΐτειο που μας παρασχέθηκε και βέβαια το ΝΙΜΤΣ, στο οποίο βρισκόμαστε τώρα, που μας φιλοξενούν πραγματικά μ’ έναν πολύ απρόσμενο τρόπο.»
Οσον αφορά τις δυσκολίες, η Κολώνια απαντά, «Δεν θα έλεγα κάτι διαφορετικό από τις δυσκολίες που όλοι ξέρουμε στο ελληνικό σινεμά. Δεν θέλω να γκρινιάζω μόνο, προφανώς η χρηματοδότηση της ταινίας είναι οριακή, αλλά είπαμε ότι θα το κάνουμε, με πάρα πολύ καλό συντονισμό όλων μας και κυρίως όλων των συνεργατών, τεχνικών και ηθοποιών και όλης της ομάδας, οι οποίοι μπήκαν στην ταινία με αυτήν τη συνθήκη, για να την κάνουμε. Αυτός είναι ένας καημός όλων όσων κάνουν σινεμά, αλλά ήταν μια προϋπόθεση την οποία, δυστυχώς ή ευτυχώς, θεωρούμε δεδομένη για να πάμε παρακάτω. Αρα είναι πάρα πολλές οι χάρες που ζητάς, οι χάρες που οφείλεις, οι διευκολύνσεις συνεργατών και υπάρχει κάπως ένα κοινό όραμα που βέβαια πηγάζει από τον ίδιο τον Δημήτρη Κουτσιαμπασάκο νομίζω κι από το σενάριο που θέλει να κάνει ταινία.»
Σε μια ταινία που μιλά για φυλακές, κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά, φυλακές του πνεύματος και της ψυχής, πού εντοπίζουν οι συντελεστές τα βήματα προς την ελευθερία;
«Σίγουρα και στην περίπτωση του χαρακτήρα μου,» εξηγεί η Καλούτσα, «το σημαντικό είναι πρώτα να έρθει κανείς σε μεγαλύτερη επαφή με τον εαυτό του. Να καταλάβεις ποιος είσαι, τι θέλεις απ’ τη ζωή σου. Νομίζω βρίσκοντας τον εαυτό σου αρχικά, θα βρεις και τα υπόλοιπα.»
Για την Παπούλια, στο επίκεντρο βρίσκεται η επιθυμία: «Νομίζω ο τρόπος είναι να προχωράμε προς την επιθυμία, όποια κι αν είναι η επιθυμία του καθενός. Η επιθυμία είναι μια λέξη που έχει πολύ μεγάλη ενέργεια, είναι πολύ δραστική, υπάρχει ένα "θέλω" στην επιθυμία. Οπότε νομίζω ότι όταν κάποιος ακολουθεί αυτό που θέλει, όποιο κι αν είναι αυτό, όπως κι αν είναι, με όποιον τρόπο, νομίζω έρχεται πιο κοντά στην ελευθερία. Η ελευθερία είναι μεγάλο θέμα, δεν είναι πάντα εύκολο να την κατακτήσεις, αλλά πηγαίνεις προς τα εκεί, κάνεις τα βήματα του να υπηρετήσεις την επιθυμία σου, τη βούλησή σου στη ζωή σου.»
«Είναι πολύ κομβική ερώτηση αυτή,» λέει η Κολώνια, «και η απάντηση που μπορώ να δώσω είναι η συνειδητοποίηση του εαυτού. Δηλαδή όσο πιο νωρίς κανείς συνειδητοποιήσει τη δική του θέση, η οποία όμως δεν ορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο έχουν διαμορφωθεί οι ειδικές συνθήκες της ζωής του, κοινωνικά, πολιτιστικά και βρει τη δική του φωνή κι αποφασίσει να την ορθώσει, επαναλαμβάνω αποφασίσει να την ορθώσει, εκεί είναι το πρώτο βήμα για την ελευθερία. Κι απ’ την άλλη το πιο σημαντικό πράγμα για μένα είναι ότι η ελευθερία έρχεται πάντα με μια επίγνωση συναίσθησης ευθύνης, είναι κάτι το οποίο προφανώς δεν είναι ασυδοσία κι αυτή η λεπτή γραμμή είναι πολύ σημαντική, ειδικά αν θεωρήσουμε ότι κανείς κατακτά την ελευθερία, με τη μεταφορική της έννοια, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και δεν είναι κάτι που κατακτά στη νεότητα. Μακάρι, αλλά πολλοί άνθρωποι δεν την κατακτούν ποτέ. Αρα νομίζω ότι είναι η επίγνωση των ορίων, η υπευθυνότητα και η απόφαση να ορθώσεις τη φωνή σου, χωρίς ποτέ αυτό να είναι σε βάρος των άλλων.»
Η Κυριαζή συσχετίζει την ελευθερία και με την ανεξαρτησία: «Η ηρωίδα προσπαθεί να σπάσει τη φυλακή της, περνώντας σε μια άλλη πόλη. Και προσπαθώντας να ξεφύγει από τις δυσκολίες της καθημερινότητας με την εξωστρέφειά της, με το να δοκιμάζει καινούρια πράγματα, να γνωρίζει καινούριους ανθρώπους. Παρόλ’ αυτά δεν ξέρω αν τα έχει καταφέρει να τα σπάσει όλα. Υπάρχει ένα μικρό κομμάτι από το οποίο δεν μπορεί ακόμα ν’ απεμπλακεί, γιατί δεν είναι πλήρως ανεξάρτητη. Νομίζω, όπως συμβαίνει και σε όλους μας σ’ αυτή την ηλικία, δυστυχώς μέχρι να σταθούμε και κάπως οικονομικά στα πόδια μας, πάντα μας κρατάει κάτι πίσω. Παρόλ’ αυτά νομίζω ότι και τα μικρά βήματα είναι πολύ σημαντική πρόοδος σε βάθος χρόνου στο να καταφέρουμε να βγούμε απ’ ό,τι μας εγκλωβίζει, είτε εγκεφαλικά είτε σωματικά.»
«Οι εκφάνσεις της φυλακής που περιέχει αυτή η ταινία είναι πραγματικά πολυεπίπεδες,» λέει ο Βασίλης Κουκαλάνι. «Πιστεύω ότι φαινομενικά ξεκινάει από τη φυλακή της κοινωνίας, την πραγματική φυλακή, το σωφρονιστήριο το οποίο ως κοινωνική απειλή για τον καθένα, τελικά ξεμπροστιάζει και ενδεχομένως αποκαλύπτει και τις νοοτροπίες μας απέναντι σ’ αυτό και ξεμπροστιάζει και τις προσωπικές μας φυλακές και τα δεσμά. Πιστεύω όλοι είμαστε μ’ έναν τρόπο φυλακισμένοι σε κάποια συμβατικά πράγματα που έχουν αποφασίσει τη ζωή μας αλλά και κάποιων κοινωνικών συγκυριών. Η μικρή, η Βασιλική, που είναι και το ενδιαφέρον της ιστορίας, προσχωρεί λίγο αφελώς σ’ αυτή τη νέα της ζωή αλλά αρκετά γενναία και προσπαθεί κι εκείνη να ξεφύγει από μία δικιά της φυλακή, είτε αυτή είναι η οικογένεια, είτε είναι το τι της έχει μοιραστεί κοινωνικά. Προσπαθεί να είναι κυρίαρχη του εαυτού της και να βγει απ’ αυτό. Και μέσα σ’ αυτό βέβαια υπάρχουν μονίμως άπειρα εμπόδια όπως είναι φυσικό. Νομίζω πάντως ότι είναι ένα ταξίδι προς την ελευθερία της, με ό,τι κόστος έχει αυτό. Το τέλος της αθωότητας, χωρίς να είναι τόσο μονοδιάστατο, το οποίο το κάνει πολύ γενναία κι υπάρχει μια υπόσχεση για παρακάτω.»
Σε μια περίοδο όπου το ελληνικό σινεμά, η παραγωγή, η χρηματοδότηση και η διανομή του, έχει ν' αντιμετωπίσει κάθε είδους αντιξοότητες, πού βρίσκει ο καθένας τη δύναμη και την αντοχή, ακόμα και τον ενθουσιασμό, να συνεχίζει να το κάνει;
Η απάντηση της Αγγελικής Παπούλια είναι ό,τι πιο θετικό μπορεί ν' ακούσει κανείς: «Μ’ αρέσει πολύ το σινεμά. Οι αντιξοότητες υπήρχαν και πολύ παλιά κι υπάρχουν και τώρα. Μακάρι να μην υπάρχουν κάποια στιγμή αλλά δεν είναι ικανές να μου σβήσουν τη δική μου θέληση να κάνω σινεμά και να συνεργάζομαι με ανθρώπους που εκτιμώ και με τους οποίους θέλω να συνεργάζομαι, είτε είναι στην Ελλάδα είτε εκτός. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο και δεν θέλω να κάνω κάτι άλλο, το κάνω πολύ συνειδητά και το κάνω ακόμα με πολύ μεγάλη χαρά, γιατί δεν θέλω όλες αυτές οι δυσκολίες και αντιξοότητες να μου κόβουν – είτε εμένα είτε των συνεργατών μου, είτε των ανθρώπων που έχουμε ζήσει όλα αυτά τα χρονια με το σινεμά – δεν θέλω να μου κόβουν τη χαρά μου και τη διάθεση και τον ενθουσιασμό μου για τα πράγματα. Δεν θέλω ν’ αφήνομαι κάθε φορά σ’ αυτή την περιρρέουσα αντιξοότητα σ’ αυτή τη χώρα που στην προσφέρει απλόχερα.»
Τόσο η Δανάη Καλούτσα, όσο και η Χαρά Κυριαζή, μοιράζονται το κέφι για κάτι με το οποίο ακόμα... συστήνονται. «Σίγουρα θα ήθελα πάρα πολύ να συνεχίσω να κάνω σινεμά,» λέει η Καλούτσα. «Η αλήθεια είναι ότι δεν το είχα φανταστεί ότι θα γίνει τόσο γρήγορα όλο αυτό, οπότε δεν έχω προλάβει κι εγώ η ίδια να καταλάβω ακριβώς τι έχει γίνει. Κάνοντας την οντισιόν στην αρχή έλεγα, εντάξει, είναι μία οντισιόν για μια ταινία. Μετά κατάλαβα ότι είναι μεγάλου μήκους, κατάλαβα ότι μιλάμε για κεντρικό ρόλο, κατάλαβα για πόσο κεντρικό ρόλο μιλάμε. Ολα ήρθαν πολύ γρήγορα και δεν νομίζω ότι έχω προλάβει να καταλάβω εκατό τοις εκατό τι σημαίνει αυτό. Σίγουρα μ’ ενδιαφέρει να κάνω πάλι στο μέλλον, γιατί είναι υπέροχη εμπειρία όλο αυτό. Αλλά ακόμα, επειδή τρέχω πάρα πολύ, νομίζω ότι θα καταλάβω αφού τελειώσουμε τα γυρίσματα, τι έχω κάνει!» (με πολλά γέλια...)
Μ’ αρέσει πολύ το σινεμά. Οι αντιξοότητες υπήρχαν και πολύ παλιά κι υπάρχουν και τώρα. Μακάρι να μην υπάρχουν κάποια στιγμή αλλά δεν είναι ικανές να μου σβήσουν τη δική μου θέληση να κάνω σινεμά και να συνεργάζομαι με ανθρώπους που εκτιμώ και με τους οποίους θέλω να συνεργάζομαι.» Αγγελική Παπούλια
Η Χαρά Κυριαζή μνημονεύει το timing και την τύχη: «Νομίζω ότι μπορώ να το αποδώσω στο γεγονός ότι έπαιξε ένα ρόλο το σωστό timing και, ίσως, η τύχη, που συνεχίζω πιο πολύ με το σινεμά σε σχέση με το θέατρο, ίσως επειδή η πρώτη μου δουλειά ήταν η "Αρκουδότρυπα" και ακούστηκε λίγο περισσότερο. Οπότε τα τρία χρόνια που ασχολούμαι με αυτό το επάγγελμα, ο δρόμος μ’ έχει πάει προς τον κινηματογράφο. Μ’ αρέσει πάρα πολύ και να βλέπω και να είμαι μέσα σ’ αυτό. Βέβαια δεν είναι κάτι για το οποίο έγινε με συνειδητή επιλογή, θα ήθελα να περάσω από τα πάντα, θέλω να δοκιμάσω τα πάντα. Λατρεύω το θέατρο, είναι σαν να είναι δυο διαφορετικά είδη υποκριτικής κι αντιμετωπίζεται και τελείως διαφορετικά από το υποκείμενο που φέρει τον χαρακτήρα. Είναι πολύ γοητευτικό, είναι πολύ ωραίο να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που βλέπεις ότι μοιράζονται μια συνεννόηση και κάτι μεγαλύτερο από πίσω, μέσα απ’ το έργο τους. Δίνω βαρύτητα και στα νοήματα που θα ήθελα να περάσει η κάθε δουλειά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα κατατάσσω, ίσα-ίσα νομίζω ότι όλα τα είδη μπορούν να δώσουν και κάτι πολύ μεγαλύτερο αν υπάρχει μια καλή γραφή, καλοί άνθρωποι και μια ωραία απόδοση.»
Τι σημαίνει το ελληνικό σινεμά για τη Μαρία Καλλιμάνη; «Είναι δυσκολίες, είναι θυσίες, είναι ανασφάλεια, αλλά την ίδια στιγμή είναι πάθος, είναι κατάρτιση, είναι επαγγελματισμός, είναι δημιουργικότητα, είναι χαρά, έμπνευση. Είναι διακρίσεις στο εξωτερικό και φέτος βλέπουμε και μια στροφή του ελληνικού κοινού που αρχίζει να πηγαίνει περισσότερο στο σινεμά και να βλέπει τις ελληνικές ταινίες.»
«Για το ελληνικό σινεμά που όλοι θα ευχόμασταν να υπήρχε, εύχομαι να δυναμώσει και να δοθούν οι ευκαιρίες σ’ όλες αυτές τις γενιές των τελευταίων 15 χρόνων που έχουν να πουν ιστορίες, πυκνές, αληθινές,» λέει ο Κουκαλάνι. «Υπάρχει πάρα πολύ υλικό στον τόπο αυτό αλλά και γενικώς στον κόσμο και δεν υπάρχει ακριβώς η ευκαιρία να τις πουν τις ιστορίες αυτές. Επιμένει όμως μια μερίδα - και ειδικά κάποιοι νέοι - στο σινεμά αυτού του τόπου και μάλλον μέσα από τη μεγάλη τους ανάγκη ν’ αφηγηθούν τις ιστορίες τις δικές μας, της εποχής μας και της φαντασίας και της πραγματικότητάς μας. Αυτή η ανάγκη δείχνει ότι στη σημερινή κατάσταση στον κόσμο υπάρχει πολύ πυκνό ενδιαφέρον και ενδιαφέρον υλικό προς αφήγηση κι ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Κι εδώ υπάρχει μια ευκαιρία. Ενδεχομένως υπάρχει ελληνικός κινηματογράφος αλλά είναι λίγο αθέατος, αόρατος και ζητάει συμμετοχή και διεκδικεί φωνή, καλλιτεχνική και κοινωνική. Να μη χαθεί αυτή η ευκαιρία. Υπάρχουν όνειρα για έναν ελληνικό κινηματογράφο. Ενα μικρό παράδειγμα, όταν είμαι σε κάποια συνεργεία πιο μεγάλα και βλέπω κάποια παιδιά που έχουν βγει μόλις από τη σχολή, κινηματογραφιστές κι είναι στις παρυφές της παραγωγής και τους συναντάς, ας πούμε, μια φορά στις τρεις μέρες στο συνεργείο, τους ρωτάω πάντα, παιδάκι μου θα κάνεις ταινία; Και πάντα η απάντηση είναι, ε, ξέρετε, έχουμε καταθέσει για development, περιμένω, γράφω το treatment. Και πάντα σκέφτομαι από μέσα μου, αγόρι μου, κορίτσι μου, θα περιμένεις επτά, οκτώ, εννιά χρόνια μέχρι να γίνει αυτή σου η ταινία, πολλές φορές. Οπότε αυτό με θλίβει, ενώ υπάρχει υλικό για να υπάρξει καλός ελληνικός κινηματογράφος.»
Η Κολώνια βλέπει την επίτευξη αυτής, της νέας ταινίας του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου με αισιόδοξη ματιά: «Εύχομαι να φέρει κόσμο στις αίθουσες, τις κινηματογραφικές, να γνωρίσει ο κόσμος τους πρωταγωνιστές. Πέρα από τους επώνυμους και διακεκριμένους ηθοποιούς που έχουμε σε δεύτερους ρόλους, η ταινία δεν παύει να είναι μια ταινία ενηλικίωσης, απευθύνεται σε νέα παιδιά. Να βοηθήσει κι αυτή να ξεφύγουμε από τα στερεότυπα του καλού και του κακού και να δούμε ότι συνολικά, ως κοινωνία, όλα τα παιδιά και όλα τα προβλήματα είναι δικά μας και απευθύνεται προς όλους μας η από κοινού επίλυσή τους. Αρα για μένα μια μεγάλη επιτυχία θα είναι πραγματικά η ταινία να περάσει αυτό το μήνυμα στην κοινωνία, να ξεκινήσει ένας δημόσιος διάλογος γύρω από τα σωφρονιστικά ιδρύματα και ειδικότερα όσον αφορά τους ανηλίκους. Και θα ήθελα ιδανικά να καταφέρει η ταινία να διασχίσει τα ελληνικά σύνορα και να τη δουν κι άλλοι άνθρωποι στο εξωτερικό, για μένα αυτός είναι ο στόχος μου κι η ελπίδα μου.»
Οσο για τον Δημήτρη Κουτσιαμπασάκο, δοκιμασμένο στα καλά και στα κακά, στα σκαμπανεβάσματα και στις επιτυχίες του ελληνικού σινεμά, μας λέει πριν πάει για πρόβα πλάνου: «Δεν σου κρύβω ότι με την έναρξη των γυρισμάτων και με τις προοπτικές που είχε τότε και με τη στάση που είχε η Πολιτεία απέναντι στον ελληνικό κινηματογράφο, μου προκαλούσε ανησυχία. Μέσα στο διάστημα αυτό όμως είχαμε μία πάρα πολύ καλή είδηση από το ΕΚΚΟΜΕΔ με τον προϋπολογισμό του που αυξήθηκε σημαντικά κι αυτό θέλω να πω ότι λιγάκι, όχι καθησύχασε, αλλά τουλάχιστον μου αναπτέρωσε το ηθικό, λέω κάτι αρχίζει να γίνεται. Από την άλλη πλευρά το ζήτημα του ελληνικού κινηματογράφου δεν είναι μόνο προϋπολογισμού, αλλά αυτός είναι εκ των ων ουκ άνευ.»
info - (προσωρινός τίτλος: «Το Κορίτσι του Λεωφορείου» Σκηνοθεσία: Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος | Σενάριο: Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος, Παναγιώτης Χριστόπουλος, Ανθή Γιαννακοπούλου | Ηθοποιοί: Δανάη Καλούτσα, Στέφανος Καλτζίδης, Αγγελική Παπούλια, Μαρία Καλλιμάνη, Βασίλης Κουκαλάνι, Χαρά Κυριαζή, Γιάννης Μπέης, Μαρία Γεωργιάδου, Στάθης Κόκκορης, Ειρήνη Μακρή, Κωνσταντίνος Σειραδάκης, Αρης Τρουπάκης | Παραγωγός: Μαίρη Κολώνια | Διεύθυνση Παραγωγής: Αννα Δεληγιάννη | Διευθ. φωτογραφίας: Δημήτρης Κατσαίτης | Σκηνογράφος- Ενδυματολόγος: Μαρία Καβαλιώτη | Ηχολήπτης: Δημήτρης Αθανασόπουλος | Μοντάζ: Γιώργος Σαβόγλου | Συνθέτης: Θεόδωρος Παπαδημητρίου | Sound Design - Post Production: Authorwave | Μακιγιάζ: Γεωργία Απαλλοδήμα | Κομμώσεις: Αργυρώ Καρτσιώτη | Script Supervisor: Ιωάννα Τσεζαιλίδου | Casting Director: Σοφία Δημοπούλου | Βοηθός σκηνοθέτη Α’: Στράτος Κούβελας | Βοηθός Σκηνοθέτη Β’: Νεφέλη Δημακέα | Bοηθός Σκηνοθέτη Γ’: Ακης Σταυρόπουλος | A’ Βοηθός Κάμερας / focus:Νίκος Καρούζος | Β’ Βοηθός Κάμερας / DIT: Αγγελος Σκλάβος | Boom Operator: Βασίλης Αθανασόπουλος | Βοηθός Σκηνογράφου: Τατιάνα Μιχαηλίδου | Βοηθός ενδυματολόγου: Τατιάνα Νικολαΐδου | Φροντιστής: Πέτρος Παπακυριακού | Α ´Ηλεκτρολόγος: Μιλτιάδης Στόλι | Β’ Ηλεκτρολόγος: Κώστας Κωνσταντινέας | Βοηθός Διεύθυνσης Παραγωγής: Μάγια Σκοπετέα | Βοηθοί Παραγωγής: Μπάμπης Ντίνος, Αρης Κοτσέλης, Αλέξανδρος Βερνάδος | Βοηθοί Κάμερας Γ: Νεφέλη Σοφιανίδη, Μαρία Κονταριδού | Φωτογράφος πλατώ: Μάριος Μπάτρας | Παραγωγή: Lucid Dreamers Productions | Συμπαραγωγή: ΕΚΚΟΜΕΔ, ΕΡΤ, ΑUTHORWAVE | Με την ευγενική χορηγία Κρασιών Γεροβασιλείου
