Buzz

Πατρίσιο Γκουσμάν: «Χώρα χωρίς ντοκιμαντέρ είναι σαν μια οικογένεια χωρίς φωτογραφίες»

στα 10

Στα 85 του χρόνια πέθανε ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς ντοκιμαντέρ στον κόσμο, ο άνθρωπος που χαρτογράφησε την ιστορία της Χιλής ως μια διαρκή αντίσταση στη λήθη.

Πατρίσιο Γκουσμάν: «Χώρα χωρίς ντοκιμαντέρ είναι σαν μια οικογένεια χωρίς φωτογραφίες»

«Χώρα χωρίς ντοκιμαντέρ είναι σαν μια οικογένεια χωρίς φωτογραφίες.»

Η παραπάνω διάσημη ρήση του Πατρίσιο Γκουσμάν που πέθανε στις 15 Σεπτεμβρίου του 2026 σε ηλικία 85 ετών σε ένα νοσοκομείο στο Παρίσι, εξηγεί σχεδόν όλη τη φιλοσοφία του γύρω από το τι σημαίνει «τεκμηρίωση» σε έναν κόσμο σαν αυτό που ζούμε.

Από τους διασημότερους ντοκιμαντερίστες του πλανήτη και εμβληματική προσωπικότητα στη Χιλή από την εποχή της προεκλογικής εκστρατείας του Σαλβαντόρ Αλιέντε, ο Γκουσμάν έζησε όλη την ταραγμένη ιστορία της πατρίδας του, αποτυπώνοντάς την σε πολύτιμα κουτιά φιλμ που τον οδήγησαν από το να γίνει pesona non grata για την κυβέρνηση και μετά από δεκαετίες ο χρονογράφος της μνήμης της Χιλής.

Γεννημένος το 1941 στο Σαντιάγκο της Χιλής, σπούδασε κινηματογράφο στη Μαδρίτη και στα τέλη της δεκαετίας του ’60 επέστρεψε στην πατρίδα του με στόχο να πραγματοποιήσει την πρώτη του ταινία μυθοπλασίας. Η κοινωνικοπολιτική έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε όμως τη δεδομένη στιγμή στη Χιλή άλλαξε ριζικά τα σχέδια του δημιουργού, καθορίζοντας – σχεδόν ορίζοντας - την μετέπειτα πορεία του.

Κατά την προεκλογική εκστρατεία του Σαλβαδόρ Αλιέντε, ο Γκουσμάν στρέφει την κάμερά του σε όσα διαδραματίζονται στους δρόμους της Χιλής, οριοθετώντας την αρχή ενός έργου – σταθμού στη φιλμογραφία του. Η πρώτη του ταινία η «Mάχη της Χιλής» (1972-’79, χωρισμένη σε τρία μέρη - «Η εξέγερση της Μπουρζουαζίας», «Το Πραξικόπημα», «Η Δύναμη του Λαού»), αποτελεί το καθηλωτικό χρονικό μιας εποχής που σηματοδότησε την πρόσφατη ιστορία της χώρας. Η διακυβέρνηση και το όραμα του Αλιέντε, το πραξικόπημα Πινοσέτ, οι ραγδαίες κοινωνικές μεταβολές, όλα καταγράφονται εν τη γενέσει τους και ταυτόχρονα αναλύονται με βάση τη μαρξιστική θεωρία. Το έργο ολοκληρώθηκε μέσα σε πέντε χρόνια, ωστόσο διατρέχει όλη την κινηματογραφική πορεία του Γκουσμάν. Ο χιλιανός σκηνοθέτης ανασύρει συχνά ντοκουμέντα, εικόνες και μνήμες από τη Μάχη της Χιλής, ως αντίδοτο ενάντια στη λήθη.

«Δεν μπορώ να ξεφύγω από εκείνη την εποχή. Είναι σαν να είδα σαν παιδί το σπίτι μου να τυλίγεται στις φλόγες. Σαν όλα τα βιβλία της ιστορίας μου, τα αντικείμενα, τα κόμικς μου να τυλίχθηκαν όλα στις φλόγες. Νιώθω σαν ένα παιδί που δεν μπορώ να ξεχάσω αυτή τη φωτιά, που συνέβη τόσο πρόσφατα. Ο χρόνος μετράει διαφορετικά για τον κάθε άνθρωπο. Στη Χιλή, όταν ρωτάω τους φίλους μου αν θυμούνται το πραξικόπημα, πολλοί απαντούν πως μοιάζει με κάτι μακρινό, ότι συνέβη πολύ καιρό πριν. Αλλά για μένα είναι σαν να συνέβη πέρσι, τον προηγούμενο μήνα ή την προηγούμενη εβδομάδα. Μοιάζει σαν να ζω μέσα σε μία κάψουλα, σαν αυτά τα αρχαία έντομα που έχουν ακινητοποιηθεί από πάντα μέσα σε μια σταγόνα.»

Διαβάστε ακόμα: «Αγαπώ τη γεωγραφία και την αστρονομία, επειδή είναι το τοπίο που περιβάλλει τον άνθρωπο». Ο Πατρίσιο Γκουσμάν μιλά στο Flix

battle of chile O Πατρίσιο Γκουσμάν και ο Χόρχε Μίλερ στα γυρίσματα της «Μάχης της Χιλής»

Μετά το πραξικόπημα, o Πατρίσιο Γκουσμάν θεωρείται persona non grata από το καθεστώς. Συλλαμβάνεται και κρατείται για σύντομο χρονικό διάστημα, πριν καταφέρει να διαφύγει από τη χώρα το Νοέμβριο του 1973. Ταξιδεύει στην Κούβα, στην Ισπανία και τη Γαλλία, απ’ όπου, εξόριστος πλέον και μέχρι το τέλος της ζωής του υπερασπίζεται τα «πιστεύω» του και στηλιτεύει την πολιτική κατάσταση στη Χιλή, με όπλο του την κάμερα.

Στα ντοκιμαντέρ «Χιλή, η Επίμονη Μνήμη» (1997) και «Χιλή, ένας Γαλαξίας Προβλημάτων» (2010), ο Γκουσμάν θέτει ερωτήματα που σχετίζονται με τη μνήμη και την διαρκή προσπάθεια ενός λαού να επουλώσει τα τραύματα του παρελθόντος, ενώ «Η Υπόθεση Πινοσέτ» (2001), με αφορμή τη σύλληψη του Πινοσέτ στο Λονδίνο, δίνει φωνή στα ίδια τα θύματα που επέζησαν για να καταθέσουν ενώπιον των αρχών όσα βίωσαν. Το ντοκιμαντέρ «Σαλβαδόρ Αλιέντε» (2004), σε πρώτο πρόσωπο, αποτίνει φόρο τιμής στο χιλιανό πολιτικό και την ίδια στιγμή συνιστά μια εξομολόγηση του Γκουσμάν για την επιρροή που άσκησε η προσωπικότητα του Αλιέντε στη ζωή του. Εκτός από δικό του και αρχειακό υλικό, στην ταινία για τον Αλιέντε, ο κινηματογραφιστής χρησιμοποιεί και πλάνα που είχε γυρίσει ο Γιόρις Ιβενς, απ’ τους θεμελιωτές της τέχνης του ντοκιμαντέρ, συνθέτοντας, το πιο προσωπικό του ίσως έργο.

cas pinochet Υπόθεση Πινοσέτ (2001)

allende Σαλβαδόρ Αλιέντε (2004)

«Εγώ δουλεύω γιατί μ’ αρέσει το παρελθόν κι είμαι καλός στο να το εξερευνώ. Μ’ αρέσουν οι ήρωες από το παρελθόν κι όποτε μαθαίνω για παλιά γεγονότα, μου έρχονται στο μυαλό ιστορίες που θέλω να τις κάνω ταινίες. Είναι προσωπικό θέμα, βρίσκω τον εαυτό μου να τον συνεπαίρνουν τα περασμένα χρόνια. Περισσότερο από το να περάσω ένα μήνυμα, ή να διδάξω κάτι, είναι η δημιουργική επιθυμία μου. Επιπλέον, το θεωρώ σ’ ένα βαθμό χρέος μου. Δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου να καταδείξω εάν το παρελθόν ήταν καλό ή κακό, δεν είμαι στρατευμένος, δεν είμαι ιστορικός επιστήμονας. Είναι ένα σύμπαν που με ελκύει εδώ και πολλά χρόνια. Η πρώτη ταινία μου, "Η Μάχη της Χιλής", το 1975, ήταν για το παρόν, όσο προχωρούσε ο χρόνος έκανα σινεμά για το παρελθόν.

Υπάρχουν έργα μυθοπλασίας που έχουν στοιχεία τεκμηρίωσης και είναι πολύ ενδιαφέροντα και σημαντικά. Στην περίπτωση μου, με ενδιαφέρει περισσότερο η γλώσσα του ντοκιμαντέρ και νομίζω ότι το ντοκιμαντέρ επιτρέπει μεγαλύτερη αντανάκλαση του κόσμου μας, απ' ότι προσφέρει η μυθοπλασία. Είναι σαν ένα δοκίμιο. Ενας τρόπος να κατανοήσεις ποιοι είμαστε και ποια είναι η πραγματικότητα μας.»

guzman

Το 2010, ο Γκουσμάν υπογράφει το ντοκιμαντέρ «Νοσταλγώντας το Φως», την πιο ώριμη στιγμή της φιλμογραφίας του, ένα υπαρξιακό δοκίμιο, στο οποίο αναμοχλεύει με ποιητική διάθεση, όλα όσα τον συγκινούν και τον παρακινούν ως άνθρωπο και ως δημιουργό. To ντοκιμαντέρ σκαλίζει μερικές από τις πιο σκοτεινές σελίδες στην ιστορία της χώρας του σε μια φιλόδοξη σπουδή για το βάρος της ιστορικής μνήμης και τα φαντάσματα του παρελθόντος. Η σχεδόν σουρεαλιστική όσο και νοσηρή αυτή αντιπαράθεση ανάμεσα στις εικόνες μακρινών γαλαξιών που προκαλούν δέος και τα ανατριχιαστικά στιγμιότυπα θρυμματισμένων ανθρώπινων οστών και μουμιοποιημένων σωμάτων αποτελεί για τον Γκουσμάν αφορμή για έναν πολυεπίπεδο και ποιητικό στοχασμό πάνω στην ίδια την αντίφαση του ανθρώπινου είδους και μιας κοινωνίας που προτιμά να στρέφει το βλέμμα στον ουρανό από το να αναγνωρίσει μια και καλή τα ίδια της τα λάθη.

Nostalgia for the LIght Νοσταλγώντας το Φως (2010)

The Pearl Button 607 Το Μαργαριταρένιο Κουμπί (2015)

Οι τρεις τελευταίες του ταινίες, από τις πιο όμορφες της φιλμογραφίας του, συνεχίζουν τη διαδρομή στην πολύπαθη ιστορία της Χιλής, πάντα όμως με μια διάθεση ποιητική, αυτή που έκανε πάντα τα ντοκιμαντέρ του να μιλούν για μια συγκεκριμένη γεωγραφική τοποθεσία, αλλά στην πραγματικότητα να είναι οικουμενικά, να αντηχούν την κοσμική ανησυχία πάνω στη λήθη που οδηγεί διαρκώς στο να επαναλαμβάνονται τα μοιραία ανθρώπινα λάθη και αφήνει τις πληγές ανοιχτές.

Στο «Μαργαριταρένιο Κουμπι», συνδέει την «ιστορία» του νερού της ακτογραμμής της Χιλής με την τραγική μνήμη που κρύβεται θαμμένη στο βυθό της θάλασσας.

O Γκουσμάν ξεκινάει με μια ωδή στο νερό, τη σημασία του, τους μύθους που το θέλουν να είναι το στοιχείο που μας ενώνει με το σύμπαν, τις δοξασίες για την υγρή απαρχή του κόσμου και την ζωοδότρα δύναμη που κρύβεται μέσα σε μια σταγόνα καθώς αυτή περιμένει υπομονετικά να πέσει στο χώμα από τα φύλλα ενός δέντρου. Οι εικόνες του μαγικές, λες τραβηγμένες από ένα προσωπικό οδοιπορικό στη φύση, τα ποτάμια και την (μία από τις μεγαλύτερες στον κόσμο) ακτογραμμή της Χιλής. Ο Γκουσμάν αφήνει το νερό να «μιλήσει» (ένας ειδικός βιολόγος μιμείται τη «φωνή» του σε μια αποκαλυπτική στιγμή), να διηγηθεί τις δικές του ιστορίες, να επιστρέψει στους πρώτους ιθαγενείς κατοίκους της χώρας και από εκεί να φτάσει μέχρι το διάστημα...

Και κάπου εκεί στα μισά, ενώ τίποτα δεν σε προϊδεάζει για ό,τι θα ακολουθήσει, ο Γκουσμάν αλλάζει ρότα για να συνδέσει το νερό και τον τίτλο του νέου του ντοκιμαντέρ με τις τραγικές ιστορίες της ρίψης των πτωμάτων των ιθαγενών από τους Καθολικούς και χρόνια αργότερα των αντιστασιακών κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Πινοσέτ, δίνοντας στο νερό τη μνήμη μιας από τις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας της Χιλής.

Διαβάστε ακόμα: Ο Πατρίσιο Γκουσμάν, δύο κουμπιά και η τέχνη του να τεκμηριώνεις το άγνωστο

the cordillera of dreams Οροσειρά των Ονείρων (2019)

gusman Ο Πατρίσιο Γκουσμάν στα γυρίσματα της «Οροσειράς των Ονείρων»

Στην «Οροσειρά των Ονείρων» του 2019, o Γκουσμάν προσανατολίζει αυτή τη φορά τη sui generis ματιά του στην Κορδιγιέρα, την χαρακτηριστική οροσειρά των Χιλιανών Ανδεων που κοιτάζει από τη μια πλευρά της το Σαντιάγκο κι από την άλλη το γεμάτο τίποτα. Εκεί, αναζητά ξανά, με το δικό του τρόπο, την αλήθεια στην ιστορία και τους ανθρώπους της γενέτειράς του.

«Μ’ αρέσει πολύ η γεωγραφική εξερεύνηση, πάντα ενθουσιαζόμουν μ’ αυτό το αντικείμενο, όπως και με την αστρονομία. Μ’ ενθουσιάζει ολόκληρο το τοπίο που περιβάλλει την ανθρωπότητα. Και μέσα απ’ αυτή τη συνολική εικόνα, αρχίζω να «ζουμάρω» στον άνθρωπο. Αυτή τη διαδρομή ακολουθώ σε όλες τις ταινίες μου. Οπως, εξάλλου, λατρεύω την επιστημονική φαντασία και, φυσικά, όπως όλοι οι fans της, ενδιαφέρομαι για το χώρο που καταλαμβάνει εκεί μέσα ο άνθρωπος.»

my imaginary country My Imaginary Country (2022)

Η τελευταία ταινία του Πατρίσιο Γκουσμάν ήταν το «My Imaginary Country» με πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Καννών το 2022. Τελευταία παρακαταθήκη του μεγάλου δημιουργού προς τη νέα γενιά, η ταινία αφηγείται πως οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας των μαθητών στο Σαντιάγκο το 2019 ήταν η αφορμή για να ξεκινήσει η πιο πολυπληθής επανάσταση στην ιστορία της Χιλής.

«Παντού κρύβεται μια δυνάμει επανάσταση. Ζούμε σε μοιραίους καιρούς, με ένα σκληρό καπιταλισμό, με δικτατορικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι άνθρωποι αναζητούν διαρκώς έναν τρόπο να εκφραστούν. Και στη Χιλή, σήμερα, κάτω από μια επίφαση ηρεμίας κρύβεται μια επαναστατικότητα που βράζει και στον υπόλοιπο κόσμο, ιδιαίτερα στην Ευρώπη όπου και ζω, πια. Την ίδια στιγμή, σήμερα κανείς δεν μιλά, ζούμε σε μια εποχή σιωπής, δεν ξέρω γιατί. Ο καιρός περνά και τίποτα δεν συμβαίνει κι αυτό είναι πολύ δραματικό και πολύ δύσκολο να το δεχτείς. Δεν ξέρω καθόλου ποιο είναι το μέλλον της Χιλής, σήμερα είναι μια χώρα σιωπηλή, μια χώρα παγωμένη που, πιθανότατα, σύντομα θα εκραγεί, απλώς δεν ξέρουμε πότε. Η ψυχή της Χιλής είναι μοναχική, είναι μια πολύ απομονωμένη χώρα. Κάθε φορά που πηγαίνω στη Χιλή, γεμίζω με περισσότερες ερωτήσεις παρά απαντήσεις, είναι μια χώρα αινιγματική για μένα.»

Σημείωση: Το κείμενο περιλαμβάνει βιογραφικές πληροφορίες από το κείμενο του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης που το 2013 είχε οργανώσει αφιέρωμα στον Πατρίσιο Γκουσμάν, παρουσία του ίδιου στην πόλη.