Το ντοκιμαντέρ «Oasis: Don't Look Back in Anger» είναι, προφανώς, ένα ντοκιμαντέρ για τους Oasis, συγκεκριμένα για το Oasis Live '25, την περιοδεία επανένωσης της μπάντας και των δύο αδελφών, του Λίαμ και του Νόελ Γκάλαχερ, εκείνη που κανείς δεν περίμενε, όλοι εύχονταν και έγινε - απίστευτο - πραγματικότητα με τον πιο αρμονικό, ώριμο και συνταρακτικό τρόπο.

Είναι μια ταινία μόνο για εκείνα που αγάπησαν τους Oasis και ξέρουν τα τραγούδαι και την ιστορία τους; Ναι, γιατί θα νιώσουν σαν να ξεφυλλίζουν το ημερολόγιό τους από τα '90ς και την ίδια ώρα σαν να κάνουν breakthrough στον ψυχολόγο τους. Αλλά στην πραγματικότητα είναι και μια ταινία για κάθε άνθρωπο που προσπαθεί να ορθοστατήσει σ' έναν κόσμο που γυρίζει τόσο γρήγορα που σε κάνει να πέφτεις. Δηλαδή για όλους τους ανθρώπους.

Οι Oasis γεννήθηκαν δισκογραφικά το 1994 κι αυτόματα έγιναν όχι απλώς μέρος του μουσικού σίφουνα της εποχής, της brit pop, αλλά και από τις κορυφαίες μπάντες της Ιστορίας. Ο Λίαμ και ο Νόελ, ο φρόντμαν και ο τραγουδοποιός, έμειναν στα charts και στην επικαιρότητα για επτά άλμπουμ και άπειρες συναυλίες, ως εκείνη, τη μοιραία του 2009 στο Παρίσι, όταν οι παροιμιώδεις άγριοι καυγάδες μεταξύ των δύο αδελφών κορυφώθηκαν, η συναυλία ακυρώθηκε και η μπάντα διαλύθηκε. Πένθος.

Και όμως, μιάμιση δεκαετία αργότερα, οι δυο τους ξανασυναντήθηκαν, για πρώτη φορά από τότε, σ' ένα τεράστιο, τυφλό στούντιο για πρόβα (όπου ο Νόελ πηγαίνει καθημερινά με το μετρό!): θα ξανάπαιζαν μαζί, για όλο τον κόσμο (ή για όποιον είχε τα χρήματα και πρόλαβε να πάρει εισιτήριο), σε μια τεράστια τουρνέ που, για τον Νόελ έπρεπε να είναι απόλυτα σωστή μουσικά, για τον Λίαμ έπρεπε να είναι «carnage». Οι δυο τους, κοντά-κοντά, με την μπάντα τους από πίσω και μπροστά δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι να περιμένουν να μοιραστούν μαζί τους μια αγάπη που είχε μείνει για τόσα χρόνια στο συρτάρι και θέριεψε. Θα τα κατάφερναν; Κυρίως, θα έμενε ο Λίαμ στη σκηνή, ή θα την κοπανούσε βρίζοντας;

Πρώτο, πανέξυπνο βήμα, ο σεναριογράφος. Ο Στίβεν Νάιτ, creator των «Peaky Blinders», μαθημένος μόνο στη μυθοπλασία, έτοιμος και παραπάνω ικανός ν' αναλάβει δυο μύθους. Δεύτερο, οι σκηνοθέτες, ο Γουίλ Λάβλεϊς και ο Ντίλαν Σάδερν, βουτηγμένοι στις μουσικές ταινίες και σειρές (ο δεύτερος και σκηνοθέτης του «The Thing With Feathers»),  κι οι τρεις εντελώς Βρετανοί, ώστε να μην χαθεί ούτε μια λέξη στη μετάφραση. Μαζί, μαγνητοσκοπούν τη συνάντηση των Oasis (με άλλο φωτογράφο σε κάθε τοποθεσία της τουρνέ, τον Χάρη Ζαμπαρλούκο στο Λος Αντζελες), τις πρόβες, τις συναυλίες, με τρόπο μοναδικό: όχι εφετζίδικο, όχι εντυπωσιακό. Με πλάνα είτε πολύ-πολύ γενικά, με γερανό, που να μεταφέρουν το μέγεθος, τη λαοθάλασσα, το δεν-ξανάγινε του πράγματος, είτε πολύ κοντινά, στους αδελφούς Γκάλαχερ και, κυρίως, στους θεατές. Πρόσωπα εκφραστικά, σε υπερδιέγερση, συγκινημένα, σαρωτικά στα βλέμματα, τ' αγκαλιάσματα, τα χοροπηδητά και το τραγούδι τους. Σε μια «τελετή» που μοιράστηκαν μόνο αυτοί (κι όσοι βλέπουμε το ντοκιμαντέρ), μια στιγμή απόλυτα προσωπική και ταυτόχρονα με ακτίνα εκατομμυρίων ανθρώπων. Κανένα talking head, κανείς άλλος δεν μιλά, δεν θυμάται, δεν αφηγείται. Μόνο εκείνοι (ο Λίαμ και ο Νόελ) κι εκείνοι (οι εκατοντάδες χιλιάδες των φαν), που το 2025 έγιναν ένα. Και κομμάτια καταπληκτικού αρχειακού υλικού που χρησιμοποιούνται, όμως, μόνο ως αντιπαραβολή ή επιβεβαίωση, εικονοποιώντας τα λόγια των Γκάλαχερ ή υπογραμμίζοντας όσα αφηγούνται.

Η αφήγηση, εκεί βρίσκεται το κλειδί για τη μαγεία του ντοκιμαντέρ. Στον τρόπο αφήγησης που επιλέγει ο Στίβεν Νάιτ. Και, κυρίως, στον τρόπο με τον οποίο ο Νόελ περισσότερο, αποζητά μια διόρθωση: τα χρόνια πέρασαν και οι Oasis είναι η συγκλονιστική μπάντα των δυο αδελφών που τσακώθηκαν τόσο που χωρίστηκαν για πάντα. Αλλά γιατί για πάντα; Δεν πρέπει ο καθένας να έχει μια ευκαιρία ν' αλλάξει το αφήγημα της ζωής του;

Γεμάτη συγκινητικές στιγμές είναι η ταινία (τα δάκρυα έτρεχαν χωρίς φραγμό μετά το πρώτο εικοσάλεπτο), αλλά λίγες τόσο συγκινητικές όσο η σεκάνς όπου στην πρώτη συναυλία της περιοδείας, στο Κάρντιφ, ο κόσμος μαζεύεται, σαν να προσέρχεται για μια μοναδική ευκαιρία επικύρωσης της έννοιας «ευτυχία», με την υπερδιέγερση της γνώσης ότι τα δεδομένα καμιά φορά μπορεί να διαψευστούν προς το καλύτερο, όχι το χειρότερο, με μουσική υπόκρουση τη Λίμνη των Κύκνων, γιατί τίποτα λιγότερο κλασικό και λιγότερο δραματικό και camp δεν θα μπορούσε να συνοδεύσει συναισθήματα που ξεφεύγουν από την κλίμακα.

Ναι, πρωθιέρειες της brit pop, όμως οι Oasis ήταν ανέκαθεν λιγότερο ιδιοφυίες από τον Ντέιμον Αλμπαρν και τους Blur, λιγότερο ποιητές από τον Τζάρβις Κόκερ και τους Pulp, λιγότερο αισθησιακοί από τους Suede, λιγότερο ενθουσιαστικοί από τους Supergrass. Τι ήταν περισσότερο απ' όλους αυτούς; Αυθεντικοί, ειλικρινείς, I'm free to be whatever I like κι εκείνοι ήταν δυο αγόρια απ' το Μάντσεστερ, λαϊκά, που έπιναν τα pints τους στην παμπ, που πήγαιναν στο γήπεδο μαζί με όλους τους υπόλοιπους, που χαράχτηκαν στην ιστορία του τόπου τους κι έγιναν κειμήλιο, παράδοση κι αναφορά τους, κομμάτι της κουλτούρας τους, και τα τραγούδια τους, εθνικός ύμνος τους. Και πόσο αβίαστα φαίνεται αυτό στο ντοκιμαντέρ, χωρίς επίφαση, πέρα από την απαραίτητη κι ευπρόσδεκτη πόζα των ροκ σταρ, με τα μαύρα γυαλιά, τα bucket καπέλα και τα παρκά τους. Πώς ξεπηδά αυτό από το στόμα του υπεύθυνου ασφαλείας της πρώτης συναυλίας, τον αστυνομικό που, όσο δίνει οδηγίες στους άντρες του για το πώς να συγκρατήσουν το χειμαρρώδες πλήθος, κάνει λογοπαίγνια με στίχους των «αγοριών».

Κι ακόμα περισσότερο, μια ταινία για τη συγχώρεση, για το «don't look back in anger», όμως καθόλου γλυκανάλατα, καθόλου θρησκευτικά, παρά την παρουσία ενός εξαιρετικά ποπ ιερέα. Αντίθετα, με την επιτομή του fuck it, με τη συνειδητοποίηση ότι τα χρόνια πέρασαν, για όλους, ποιος θυμάται τα πώς και τα γιατί, ας συγχωρέσουμε όσους μας θύμωσαν, μας υποτίμησαν, μας έφεραν στα όριά μας, γιατί η ζωή είναι μικρή.»

Από το 2009 και τη διάλυση των Oasis ως σήμερα, ο κόσμος άλλαξε. Πάρα πολύ. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, η πανδημία, οι πόλεμοι στη Συρία, στην Ουκρανία, στο Ιράν, στη Γάζα, το προσφυγικό, η περιβαλλοντική κρίση, το AI, η άνοδος της ακροδεξιάς, η ανασφάλεια, το αδιέξοδο. Μέσα σ' αυτόν τον ζόφο, να που οι Oasis υπάρχουν κι είναι αγαπημένοι, όχι τσακωμένοι και τα τραγούδια τους ακούγονται ακριβώς τόσο λαμπερά, οι κιθάρες τους τόσο δυνατές, όσο σ' εκείνο το «τότε» που μοιάζει καθησυχαστικό, δημιουργικό και φωτεινό.

Μια ταινία για το πέρασμα του χρόνου είναι το ντοκιμαντέρ, όμως χωρίς μελαγχολία, αντίθετα, σαν μια έκρηξη μιας... champagne supernova, μια επιβεβαίωση ότι αφού υπάρχουν εκείνοι, υπάρχουν και τα νιάτα μας, τα βιώματά μας, οι εμπειρίες και οι αναμνήσεις μας, υπάρχουμε εμείς. Και η gen-X που είχε τους στίχους των Oasis ως Ευαγγέλιο, αλλά και οι επόμενες, ακόμα και τα Alpha πιτσιρίκια, που έμαθαν τη μουσική τους από τους γονείς τους, συνεχίζοντας έτσι μια αλυσίδα γενεών που, κόντρα σε κάθε νέο, κατάμαυρο εμπόδιο, δεν σπάει. Μια εγγύηση ότι ο χρόνος είναι με το μέρος μας. Μια αναγνώριση ότι ακόμα και οι Γκάλαχερ ωρίμασαν, ξαναγαπήθηκαν («είχα ξεχάσει πώς ήταν ο Λίαμ στη σκηνή, πόσο... delightful» θα πει με έκπληξη ο Νόελ), συνειδητοποίησαν ότι μπορούν ν' αλλάξουν το αφήγημα των Oasis και να εμφανιστούν ξανά, απίστευτο, πιασμένοι χέρι-χέρι, ήρεμοι, ώριμοι, σαν ένα happy end που σε αμερικάνικη ταινία θα έβρισκες υπερβολικό, πλέον με το οικογενειακό group chat τους όπου ανταλλάσσουν βιντεάκια και σχόλια για πρόσωπα της δημοσιότητας και της πολιτικής κι όμως ακόμα αυθεντικοί, με τα άπειρα fuck να χρωματίζουν το λόγο τους και την αγγλική εσωστρέφειά τους να ξεγιελιέται σε λίγα σκανταλιάρικα βλέμματα.

Διαβάστε περισσότερα για την πρεμιέρα της ταινία στο Φεστιβάλ Βενετίας: Βενετία 2026: Maybe, they are the ones that saved us

Κι ακόμα περισσότερο, μια ταινία για τη συγχώρεση, για το «don't look back in anger», όμως καθόλου γλυκανάλατα, καθόλου θρησκευτικά, παρά την παρουσία ενός εξαιρετικά ποπ ιερέα. Αντίθετα, με την επιτομή του fuck it, με τη συνειδητοποίηση ότι τα χρόνια πέρασαν, για όλους, ποιος θυμάται τα πώς και τα γιατί, ας συγχωρέσουμε όσους μας θύμωσαν, μας υποτίμησαν, μας έφεραν στα όριά μας, γιατί η ζωή είναι μικρή. Κι έτσι βγαίνεις από την αιθουσα ευτυχισμένη, λίγο νοσταλγική, πολύ έτοιμη να συνεχίσεις με άλλη ενέργεια τη ζωή σου και, κυρίως, αναλογιζόμενη πόσους ανθρώπους από το παρελθόν και το παρόν σου πρέπει να συγχωρέσεις. Και θα τους συγχωρέσεις όλους. Definitely maybe.