Μία νέα γυναίκα φεύγει πρόωρα από τη ζωή, αφήνοντας πίσω της τον συντετριμμένο σύζυγό της και τα δυο της μικρά αγόρια. Υπάρχει κάτι πιο σκληρό από αυτό; Ναι. Οτι, η ζωή συνεχίζεται. Οσοι μένουν πίσω πρέπει να μάθουν να ζουν με την τραγωδία που τους βρήκε, να συμβιβαστούν με την απώλεια. Να βρουν νέα πατήματα και ρυθμούς μέσα στο σπίτι. Να συνηθίσουν στα συλλυπητήρια βλέμματα και λόγια έξω από αυτό. Ο μπαμπάς, ένας εικονογράφος graphic novels, βρίσκεται σε τέλμα. Προσπαθεί να στηρίξει τα παιδιά του, όπως τον έχουν μάθει: με τη «βρετανική στωικότητα» που θέλει τους άντρες ατσαλάκωτυς, να κρύβουν τα συναισθήματά τους, να σφίγγουν τα δόντια, να προχωρούν.

Ομως αυτό οδηγεί τον χήρο πατέρα στην αντίθετη κατεύθυνση και το πένθος μεταμορφώνεται σε απόγνωση. Οι ζωγραφιές από το μπλοκ του, μουτζούρες οργής, ζωντανεύουν. Παίρνουν την μορφή ενός γιγάντιου μαύρου πλάσματος, ενός κορακιού που κρύβεται στις βαριές σκιές του σπιτιού και τα βράδια ξεπροβάλει, τον καταδιώκει, τον προπηλακίζει. Με το δικό τους τρόπο, ζουν με το κοράκι και τα παιδιά. Είναι άσχημο και τρομακτικό και βίαιο. Ισως όμως πρέπει να το αντιμετωπίσουν. Ισως πρέπει να συγκρουστούν μαζί του, να αναμετρηθούν με όσα δεν αντέχουν, να ματώσουν, να συντριβούν για να βρουν την έξοδο κινδύνου από την μεγαλύτερη αδικία της ζωής - το θάνατο.

Γνωστός κυρίως ως σκηνοθέτης μουσικών βίντεο και ντοκιμαντέρ, ο Ντίλαν Σάουθερν αντιμετωπίζει, συγκρούεται και ματώνει κι ο ίδιος με την απόλυτη πρόκληση: το best seller μυθιστόρημα του Μαξ Πόρτερ «Η Θλίψη Είναι Ενα Πράγμα με Φτερά» (2018) είχε χαρακτηριστεί δυσπρόσιτο, σχεδόν απροσπέλαστο ως προς μια ενδεχόμενη κινηματογραφική μεταφορά. Πώς να δείξεις, με σωστό τόνο, το μαύρο κοράκι που συγκατοικεί με την καρδιά σου - κάθε νύχτα στην κατασπαράζει, κάθε μέρα ξυπνάς και εκείνη συνεχίζει και χτυπά; Πολλοί σκηνοθέτες είχαν αρνηθεί στο παρελθόν, όταν όμως η θεατρική διασκευή του βιβλίου γνώρισε επιτυχία —με πρωταγωνιστή τον Κίλιαν Μέρφι— ο Σάουθερν αποφάσισε να το τολμήσει. Αλλωστε, όταν έχεις σκηνοθετήσει την Μπιορκ, βρίσκεσαι ήδη στον σωστό δρόμο της σκοτεινής, μυστικιστικής ποίησης.

Βουτά θαρραλέα στο υλικό του, προσεγγίζοντας τον πόνο που παίρνει σάρκα και οστά — ή μάλλον φτερά — μέσα από όλες τις οπτικές: του πατέρα, των παιδιών, του κορακιού. Ως σκηνοθέτης διαθέτει εντυπωσιακές ιδέες και τολμηρά ευρήματα· δημιουργεί μια γοητευτική ατμόσφαιρα γκοθ παραμυθιού, μιας παραβολής που εναλλάσσει το δράμα με τον τρόμο, την τραγωδία με τη sci-fi φαντασία, την πραγματικότητα με την παράνοια, τις στιγμές τρυφερότητας με πινελιές κατάμαυρου χιούμορ. Και όταν η αφηγηματική πλοκή κορυφώνεται, δεν διστάζει να αποδώσει τη σύγκρουση με επικό τρόπο — σαν να έπαιρνε φωτιά ένα graphic novel, απελευθερωμένο πια από τους δισδιάστατους περιορισμούς του.

Μπορεί το αποτέλεσμα να καταλήγει άνισο (από ένα σημείο και μετά, οι συμβολισμοί επαναλαμβάνονται χωρίς τη φρεσκάδα των πρώτων σεκάνς) κι ο αφηγηματικός ρυθμός να μην απογειώνεται, όμως ο Σάουθερν έχει στα χέρια του ένα πολύ μεγάλο χαρτί: τον πρωταγωνιστή του. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς επιδίδεται σε ακόμα μία μεγάλη, αριστοτεχνική ερμηνεία. Μας έχει συνηθίσει. Εκείνο όμως που συνεχίζει να αιφνιδιάζει, κάθε φορά, είναι ο τρόπος με τον οποίο —είτε ως Doctor Strange σε ένα εμβληματικό, σουρεαλιστικό sci-fi, είτε ως σκληρός κάουμποϊ απέναντι στην «Εξουσία του Σκύλου» είτε ως εκδικητικός σύζυγος στον πικρόχολα κωμικό «Πόλεμο των Ρόουζ», μοιάζει να μελετά με τέτοια επιμέλεια τις νανολεπτομέρειες των χαρακτήρων του, που καταλήγουν να αποπνέουν μία αφοπλιστική αμεσότητα.

Κι εδώ, ως ένας Βρετανός άντρας (έχει σημασία) που έρχεται αντιμέτωπος με το πένθος, ο Κάμπερμπατς δεν αναμετριέται σχηματικά με τον πόνο. Μετουσιώνεται σε πόνο. Στοιχειώνεται, συνθλίβεται. Βλέπεις το σώμα, το πρόσωπο, τα βλέμματά του σταδιακά να εξαϋλώνονται. Μεταμορφώνει τον ρόλο σε κάτι πιο βαθύ, σε μια κατάρρευση πραγματικότητας που δεν ξεπερνά τον παραλογισμό, έχει αρχέγονη ρίζα. Ενας τραγικός Προμηθέας που ο καθημερινός βασανισμός του τον οδηγεί σε ψυχωτικό παραλήρημα, αλλά η αγάπη και η ευθύνη για τα παιδιά του κλέβει νανοστιγμές απίστευτης ευαλωττότητας, ευαισθησίας και ανθρωπιάς.

Ναι, κανείς δεν μπορεί να συναγωνιστεί το υπέροχο βιβλίο, ο Σάουθερν χάνει στα σημεία, όμως στο σύνολό της η ταινία δικαιώνει την τιτάνια προσπάθεια.