Εχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια απ' όταν γνωριστήκαμε με την κοκκινομάλλα, ατίθαση Τζίλι και την καστανή, πιο σκοτεινά ρομαντική Σάλι, τις δυο ορφανές αδελφές που προσπάθησαν ν' απαρνηθούν τις μαγικές ικανότητες που βρίσκονταν στο DΝΑ τους και τις δυο θεότρελες, βεριτάμπλ μάγισσες αυτές, θείες τους, και με την ακατανίκητη κατάρα που όριζε ότι όποιον άντρα ερωτεύονταν, εκείνος θα πέθαινε μετά το προμήνυμα του μαύρου σκαθαριού.
Τρεις δεκαετίες μετά - και στην εποχή όπου τα sequel ταινιών των '90ς που, με τον καιρό, απέκτησαν cult διάσταση - η συνέχιση της ιστορίας της εκκεντρικής γυναικείας οικογένειας από τη μεσοαστική, αυστηρή Μασαχουσέτη, μοιάζει φυσική κι επόμενη. Αλλά δεν είναι.
Η Σουζάνε Μπίερ, η διακεκριμένη Δανή σκηνοθέτης που βρέθηκε υποψήφια για Ξενόγλωσσο Οσκαρ το 2007 για το «After the Wedding» και το κέρδισε (με συνυποψήφιο τον «Κυνόδοντα», τότε) το 2010 για το «In A Better World» και που, στην πορεία, έκανε ενδιαφέροντα βήματα στο αμερικανικό σινεμά και στην τηλεόραση, αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία, προσαρμόζοντας την ταινία στο σήμερα. Τι σημαίνει αυτό; Οτι διατηρεί την υφή της πρώτης ταινίας, την ελαφρώς εκκεντρική, ελαφρώς παραμυθένια αίσθησή της, ντεμί-γκοθ, ντεμί-pretty woman, τη νοσταλγία για τη δεκαετία του '90, τα μονταζιακά ξαφνιάσματα και το χιούμορ που προσεγγίζει Ρόαλντ Νταλ, αλλά προσθέτει τέμπο, ένταση και απλόχερα (υπερβολικά, μάλλον) δοσμένο cgi.
Αν το μήνυμα και του σίκουελ είναι πως καμιά κατάρα δεν στέκεται αρκετά δυνατή απέναντι στη γυναικεία αλληλεγγύη και την αληθινή αγάπη, αυτό που η αθωότητα και η τρέλα της πρώτης ταινίας έκανε εμφανές, το σίκουελ το καλύπτει με φλυαρία και μια ενήλικη αυταρέσκεια που υπονομεύει τη γοητεία και τη μαγεία της.»
Το μπέρδεμα βρίσκεται στο σενάριο που ανακατεύει συστατικά στη μεγάλη μαρμίτα της «ποιητικής άδειας» και της ασυνέπειας - παρότι υπογράφουν και πάλι ο Ακίβα Γκόλντσμαν, αλλά και η Αλις Χόφμαν, η συγγραφέας του βιβλίου όπου βασίστηκε και η πρώτη ταινία. Βρισκόμαστε, θεωρητικά, στο σήμερα, αλλά... μαγικά καμία από τις ηρωίδες δεν ανταποκρίνεται στην ηλικία που θα είχε βάσει της πρώτης ταινίας. Αλλά και ποιος νοιάζεται. Η σημερινή Σάλι έχει κόψει τους δεσμούς της με τη μαγεία, κυρίως γιατί, όπως μαθαίνουμε, ο υπέροχος Γκάρι του Εϊνταν Κουίν, λίγα χρόνια μετά τον γάμο τους, πέθανε κι αυτός. Η Σάλι λοιπόν, έχει αποκρύψει το κεφάλαιο μαγεία από τις κόρες της, οι οποίες, παρεμπιπτόντως, μαγικά δεν μεγαλώνουν και τις υποδύονται οι πιτσιρίκες ακόμα Τζόι Κινγκ και Μέισι Γουίλιαμς (παράξενη επιλογή η μετατόπιση των ηλικιών προς το νεότερο για μια ταινία που κήρυττε τη γυναικεία δύναμη).
Η ζωή, ωστόσο, ή μάλλον η απειλή του θανάτου, θα τα φέρει έτσι ώστε η Κάιλι ν' ανακαλύψει την αλήθεια και να το σκάσει από το σπίτι για ν' αναζητήσει τις μαγικές της ρίζες στην Αγγλία, με την Τζίλι και τη Σάλι στο κατόπι. Κι όσο η άλλη μικρή κόρη, η Αντόνια, θα μείνει με τη θεία Φραν (η Στόκαρντ Τσάνινγκ δεν έχει χάσει ίχνος της συναρπαστικής προσωπικότητάς της στην οθόνη, το ίδιο και η Νταϊάν Γουίστ), οι άλλες θα βρεθούν στην πατρογονική Αγγλία και θα συναντήσουν έναν καθηγητή του αποκρυφισμού με τη μορφή, τι χαρά, του Λι Πέις.
Τα side stories που προκύπτουν είναι μάλλον καταχρηστικά και, αν κάτι, στερούν από την κεντρική γυναικεία τετράδα ή εξάδα που κανείς θα ήθελε να βλέπει ακόμα περισσότερο, τα «μαγικά φίλτρα» που χρησιμοποιούνται για να παραποιήσουν όσο γίνεται τα μεγαλωμένα αλλά πάντα νέα πρόσωπα της Νικόλ Κίντμαν και της Σάντρα Μπούλοκ καλύπτουν εν μέρει και τις χαριτωμένες ερμηνείες τους. Κι αν το μήνυμα και του σίκουελ είναι πως καμιά κατάρα δεν στέκεται αρκετά δυνατή απέναντι στη γυναικεία αλληλεγγύη και την αληθινή αγάπη, αυτό που η αθωότητα και η τρέλα της πρώτης ταινίας έκανε εμφανές, το σίκουελ το καλύπτει με φλυαρία και μια ενήλικη αυταρέσκεια που υπονομεύει τη γοητεία και τη μαγεία της.

