Τι σημαίνει να παραμένεις πιστός στις πολιτικές σου πεποιθήσεις όταν όλα γύρω σουκαταρρέουν; Και τι απομένει από έναν ηγέτη όταν η ιστορία τον έχει ήδη στριμώξει στηγωνία; Στο «Ο Αλιέντε στον Λαβύρινθό του», ο Μιγκέλ Λιτίν επιστρέφει σε ένα από ταπιο τραυματικά κεφάλαια της σύγχρονης ιστορίας της Χιλής, ανασυνθέτοντας τιςτελευταίες ώρες του Σαλβαδόρ Αλιέντε μέσα στη Λα Μονέδα, στις 11 Σεπτεμβρίου1973.
Ο Αλιέντε εξελέγη πρόεδρος της Χιλής στις 4 Σεπτεμβρίου 1970, ως ηγέτης τηςσοσιαλιστικής Λαϊκής Ενότητας, σε μια εκλογική νίκη που προκάλεσε έντονεςαντιδράσεις τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στην Ουάσινγκτον. Η κυβέρνησήτου βρέθηκε αντιμέτωπη με αυξανόμενη πολιτική και οικονομική αστάθεια, εσωτερικήαντιπολίτευση και πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ στις 11 Σεπτεμβρίου 1973 οστρατός, υπό τον Αουγούστο Πινοσέτ, κατέλαβε την εξουσία.
Ο Λιτίν, μία από τις σημαντικότερες μορφές του Νέου ΛατινοαμερικάνικουΚινηματογράφου, έχει συνδέσει το έργο του όσο λίγοι με την πολιτική και ιστορικήμνήμη της Χιλής. Η επιστροφή του στις τελευταίες ώρες του Αλιέντε, επομένως, δεναποτελεί απλώς μια ακόμη ιστορική αναδρομή, αλλά συνέχεια μιας κινηματογραφικήςδιαδρομής βαθιά δεμένης με το τραυματικό παρελθόν της χώρας.
Η σχέση του με την περίοδο αυτή, είναι άλλωστε προσωπική και ιστορική καθώς πριναπό το πραξικόπημα είχε αναλάβει, με διορισμό του ίδιου του Αλιέντε, τη διεύθυνση τηςChile Films. Η ταινία αυτή επομένως, αποτελεί μέρος μιας κινηματογραφικής διαδρομήςπου αντιμετωπίζει το σινεμά ως εργαλείο διατήρησης της ιστορικής μνήμης.
Η επιλογή του τίτλου είναι ενδεικτική της προσέγγισης αυτής. Ο Αλιέντε βρίσκεταικυριολεκτικά και μεταφορικά παγιδευμένος σε έναν λαβύρινθο: οι στρατιωτικέςδυνάμεις κινούνται προς το Σαντιάγο, οι πολιτικοί του σύμμαχοι αδυνατούν να τονστηρίξουν, οι άνθρωποι που εμπιστεύτηκε δεν μπορούν πλέον να εγγυηθούν τηνασφάλειά του και ο στρατηγός Πινοσέτ, τον οποίο ο ίδιος είχε εμπιστευτεί, βρίσκεταιστην άλλη πλευρά. Η ταινία περιορίζει σχεδόν ολοκληρωτικά τον χρόνο και τον χώρο της, μετατρέποντας τις τελευταίες ώρες του προέδρου σε μια κλειστοφοβική αντίστροφη μέτρηση.
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη δύναμή της. Ο Λιτίν δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθείολόκληρη την πολιτική του διαδρομή, αλλά να παρακολουθήσει έναν άνθρωπο τη στιγμήπου οι πολιτικές του επιλογές έχουν φτάσει στο τελικό τους όριο. Ο Αλιέντε δενεμφανίζεται ως ένας ηγέτης που αναζητά τρόπο διαφυγής. Ακόμη και όταν τουπροτείνουν να εγκαταλείψει τη Λα Μονέδα, αρνείται κατηγορηματικά. Η απόφασή τουδεν παρουσιάζεται απλώς ως ηρωική χειρονομία, αλλά ως η τελευταία συνέπεια μιαςπολιτικής στάσης από την οποία δεν είναι διατεθειμένος να παρεκκλίνει.
Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να μεταφέρει αυτή την ασφυξία μέσα από μια ιδιαίτερακοντινή και νευρική κινηματογράφηση. Τα πρόσωπα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος τουκάδρου, ενώ ο χώρος της Λα Μονέδα συχνά μοιάζει να χάνεται γύρω τους.Η επιλογή λειτουργεί ως αντανάκλαση της ψυχολογικής κατάστασης του Αλιέντε, έχειόμως και το αντίθετο αποτέλεσμα καθώς ορισμένες φορές, ακόμη και όταν η δράσηκορυφώνεται, η υπερβολικά περιορισμένη οπτική δεν επιτρέπει πάντοτε στον θεατή νααντιληφθεί με σαφήνεια το μέγεθος της επίθεσης ή τη γεωγραφία του χώρου.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο αισθητό στο πρώτο μέρος, όπου η ταινία επιβαρύνεταιαπό εκτεταμένο exposition. Οι πολιτικές εξελίξεις, οι συσχετισμοί δυνάμεων και οι λόγοιπου οδήγησαν στη σύγκρουση μεταφέρονται συχνά μέσα από διαλόγους καιπληροφορίες που εξηγούν στον θεατή τι συμβαίνει, αντί να το μετατρέπουν σεκινηματογραφική εμπειρία. Ετσι, ενώ η ταινία έχει στα χέρια της ένα πραγματικόιστορικό θρίλερ, αρκετές στιγμές μοιάζουν περισσότερο με μάθημα ιστορίας παρά μεδραματική αναπαράσταση.
Και είναι κρίμα, γιατί το υλικό προσφέρεται για ένα πολύ πιο έντονο πολιτικό καιανθρώπινο θρίλερ. Η πολιορκία της Λα Μονέδα, η επικείμενη επίθεση, η αδυναμία τουΑλιέντε να γνωρίζει ποιον μπορεί να εμπιστευτεί και η σταδιακή συνειδητοποίηση πως ηήττα είναι πλέον αναπόφευκτη δημιουργούν από μόνες τους μια εξαιρετικάκινηματογραφική συνθήκη. Ο Λιτίν, ωστόσο, επιλέγει συχνά να εξηγεί αυτή την έντασηαντί να την αφήσει να γεννηθεί μέσα από την εικόνα.
Παράλληλα, υπάρχει μια θεατρικότητα στον τρόπο με τον οποίο δίνει τις εντολές του καιαπευθύνεται στους ανθρώπους γύρω του. Οι κινήσεις, οι διάλογοι και ορισμένες από τιςηρωικές του δηλώσεις έχουν μια ιδαίτερα πομπώδη διάσταση με αποτέλεσμα σεορισμένες στιγμές να μοιάζει σχεδόν υπερβολική.
Η ταινία θέλει ξεκάθαρα να αναδείξει την αξιοπρέπεια και την αποφασιστικότητα τουήρωά της, αλλά κάποιες φορές η επιμονή της σε αυτή την εικόνα περιορίζει τιςαντιφάσεις και τις αδυναμίες του.
Αυτό είναι και το βασικό της πρόβλημα. Ο Αλιέντε παραμένει περισσότερο σύμβολοπαρά άνθρωπος. Ο Λιτίν κάνει μια σαφή προσπάθεια να τον παρουσιάσει ως έναν ηγέτηπου βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα αδύνατο δίλημμα, αλλά η πολιτική του πίστη είναιτόσο ακλόνητη ώστε ελάχιστος χώρος απομένει για αμφιβολία, φόβο ή εσωτερικήσύγκρουση. Ακόμη και στις πιο προσωπικές στιγμές του, η παρουσία του μοιάζει ναυπηρετεί περισσότερο τη μνήμη του ιστορικού προσώπου παρά την αποδόμησή του.
Ωστόσο, η ταινία αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν εστιάζει στη σχέση με τουςανθρώπους γύρω του. Η επιμονή του να απομακρύνει τους αμάχους, τους συνεργάτες καιτις κόρες του από τη Λα Μονέδα αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που, παρά την προσωπικήτου απόφαση να μείνει, δεν απαιτεί από τους άλλους να ακολουθήσουν την ίδια μοίρα.Η αντίφαση αυτή είναι από τις πιο ανθρώπινες πλευρές του χαρακτήρα: η δική του θυσίααποτελεί προσωπική επιλογή, όχι κάτι που επιθυμεί να επιβάλει στους άλλους.
Αυτό που τελικά μένει από το «Ο Αλιέντε στον Λαβύρινθό του» είναι περισσότερο η πολιτική του πρόθεση παρά η κινηματογραφική του δύναμη. Ο σκηνοθέτης καταθέτει ένα έργο βαθιά προσωπικό, εμφανώς πολιτικοποιημένο και ειλικρινές στην ανάγκη του να διασώσει τη μνήμη ενός ηγέτη που θεωρεί πως θυσιάστηκε για τις ιδέες του.»
Η κορύφωση έρχεται με το τελευταίο διάγγελμα, όπου αποχαιρετά έναν λαό που ξέρειπως δεν μπορεί πλέον να προστατεύσει. Η σκηνή λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικήκαι ιστορική μνήμη παρά ως κινηματογραφική αποκάλυψη. Ο λόγος του αποκτά βάροςακριβώς επειδή ο θεατής γνωρίζει ήδη την κατάληξη. Η πεποίθησή του πως η θυσία τουδεν θα πάει χαμένη και πως η Χιλή θα ξαναβρεί κάποτε τον δρόμο της δημοκρατίας δίνειμια συγκινησιακή διάσταση που δεν χρειάζεται απαραίτητα να στηριχθεί σε επιπλέονδραματουργικά τεχνάσματα.
Η εισβολή στη Λα Μονέδα και η εικόνα του φλεγόμενου προεδρικού μεγάρου έχουν,αντίστοιχα, μια συμβολική δύναμη που η ταινία θα μπορούσε να έχει προετοιμάσεικαλύτερα. Η επιλογή να κοπεί η μουσική τη στιγμή της εισβολής είναι εύστοχη, όμως ησκηνή δεν αποκτά όλη την ένταση που θα μπορούσε, ακριβώς επειδή η προηγούμενησκηνοθεσία έχει επιμείνει περισσότερο στην πληροφορία παρά στη βιωματική ένταση.
Ο Λιτίν γνωρίζει, φυσικά, πως δεν κινηματογραφεί απλώς το τέλος μιας προεδρικήςθητείας.
Μετά τον θάνατο του Αλιέντε, η Χιλή θα περάσει 17 χρόνια υπό τη στρατιωτικήδικτατορία του Πινοσέτ, μέχρι το δημοψήφισμα του 1988 που άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή στη δημοκρατία. Το ιστορικό βάρος αυτής της συνέχειας βρίσκεται διαρκώς πάνω από την ταινία, ακόμη κι όταν δεν εμφανίζεται στην εικόνα.
Αυτό που τελικά μένει από το «Ο Αλιέντε στον Λαβύρινθό του» είναι περισσότερο ηπολιτική του πρόθεση παρά η κινηματογραφική του δύναμη. Ο σκηνοθέτης καταθέτειένα έργο βαθιά προσωπικό, εμφανώς πολιτικοποιημένο και ειλικρινές στην ανάγκη τουνα διασώσει τη μνήμη ενός ηγέτη που θεωρεί πως θυσιάστηκε για τις ιδέες του.
Ομως η αγιογραφική διάθεση, η υπερβολικά επεξηγηματική αφήγηση και μιασκηνοθεσία που δεν αξιοποιεί πάντοτε την ένταση του περιορισμένου χρόνου και χώρουστερούν από την ταινία μέρος της δυναμικής της. Σίγουρα πετυχαίνει στο να αναδείξει το ιστορικό βάρος και την αξιοπρέπεια τουανθρώπου που βρίσκεται στο κέντρο της πλοκής του, χωρίς όμως να μετατρέψει αυτήτην ιστορική γνώση σε μια εξίσου δυνατή κινηματογραφική εμπειρία.

