Η ταινία «3 Ωρες Διορία» (να μην μπερδευτεί με την ταινία του Φρεντ Καβαγιέ με τον ίδιο ελληνικό τίτλο) έχει όλα εκείνα τα συστατικά που υποτίθεται πως αρκούν για να φτιάξουν μια απολαυστική action περιπέτεια: έναν τεράστιο πρώην στρατιώτη με σκοτεινό παρελθόν, έναν πολυλογά συνεργάτη, ένα πολύτιμο ανθρώπινο μόσχευμα, ένα παιδί που πρέπει να σωθεί πάση θυσία και ένα αδίστακτο καρτέλ που βρίσκεται διαρκώς πίσω τους. Αυτό που λείπει είναι το σημαντικότερο, δηλαδή η αίσθηση πως πίσω από όλα αυτά υπάρχει μια ταινία που έχει πραγματικά κάτι να πει ή έστω έναν δικό της τρόπο να διασκεδάσει τον θεατή. Ο Σκοτ Γουό σκηνοθετεί σαν να γνωρίζει πολύ καλά το εγχειρίδιο του είδους, αλλά σαν να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να γράψει κάτι καινούργιο πάνω στις σελίδες του.
Ο Χανκ Μαλόουν, ένας διανομέας πολύτιμων αποστολών, έχει στη διάθεσή του μόλις τρεις ώρες για να μεταφέρει ένα όργανο που θα σώσει τη ζωή ενός επτάχρονου κοριτσιού, το οποίο χρειάζεται άμεση μεταμόσχευση. Αυτό που μοιάζει με μια απλή αποστολή μετατρέπεται σε θανάσιμη καταδίωξη, όταν ο αρχηγός μιας διαβόητης εγκληματικής οργάνωσης γίνεται εμμονικός με το να αποκτήσει το πολύτιμο μόσχευμα.
Το πρόβλημα γίνεται αισθητό σχεδόν από τα πρώτα λεπτά, καθώς η ταινία παίρνει μια γνώριμη ιστορία καταδίωξης και τη γεμίζει με τα πιο αναμενόμενα κλισέ του είδους. Ο Χανκ Μαλόουν είναι ο σιωπηλός, βασανισμένος άντρας με στρατιωτικό παρελθόν, προβλήματα με το αλκοόλ, έναν αποτυχημένο γάμο και μια προσωπική τραγωδία που εξηγεί γιατί έχει κλειστεί στον εαυτό του. Απέναντί του βρίσκεται ο Μπεν Μπίσοπ του Οουεν Γουίλσον, ο ασταμάτητα ομιλητικός τύπος που υπάρχει για να σπάει τη σοβαροφάνεια του ήρωα και να προσφέρει τις απαραίτητες δόσεις χιούμορ. Η συνταγή είναι τόσο γνώριμη, ώστε ακόμη και η μεταξύ τους σχέση μοιάζει να ακολουθεί προκαθορισμένα σημεία, από την αμοιβαία ενόχληση μέχρι την αναπόφευκτη φιλία.
Κάπου ανάμεσα στις εκρήξεις, τις μοτοσικλέτες και τα ασταμάτητα κυνηγητά, η ταινία ξεχνά να γίνει... ταινία. Ούτε η σχέση των δύο πρωταγωνιστών αποκτά αρκετό βάθος ούτε το συναισθηματικό υπόβαθρο του Χανκ καταφέρνει να αποκτήσει πραγματικό βάρος, ενώ ο βασικός αντίπαλος μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό που ενεργοποιεί την επόμενη σκηνή δράσης παρά με χαρακτήρα. Το αποτέλεσμα είναι μια παραγωγή που κινείται συνεχώς, αλλά δραματουργικά παραμένει σχεδόν ακίνητη.»
Ο Αλαν Ρίτσον, γνωστός από τον ρόλο του Τζακ Ρίτσερ στην σειρά «Reacher», έχει ασφαλώς το παρουσιαστικό για έναν τέτοιο ρόλο και όταν η ταινία του ζητά να επιβληθεί σωματικά στους αντιπάλους του, η παρουσία του λειτουργεί. Ο Χανκ, όμως, είναι περισσότερο περίγραμμα χαρακτήρα παρά ολοκληρωμένος άνθρωπος, με το σενάριο να χρησιμοποιεί το παρελθόν του σαν εύκολο μηχανισμό για να δημιουργήσει συναισθηματικό βάρος. Ο Γουίλσον προσπαθεί να αξιοποιήσει το γνώριμο κωμικό του ύφος, όμως ο Μπεν συχνά καταλήγει να είναι περισσότερο ενοχλητικός παρά διασκεδαστικός. Ακόμη χειρότερα, ο Ροντρίγκο Σαντόρο ως Νταμιάν Ζαλντίβαρ βρίσκεται παγιδευμένος σε έναν κακό βγαλμένο από τις πιο τεμπέλικες σελίδες action σεναρίου, έναν απολύτως καρικατουρίστικο ψυχοπαθή που φωνάζει, απειλεί και σκοτώνει επειδή η ταινία δεν έχει βρει τίποτε πιο ενδιαφέρον για να τον κάνει επικίνδυνο.
Ο Γουό ξέρει να κινηματογραφεί τη σωματική σύγκρουση, όμως η δράση εδώ έχει κυρίως διεκπεραιωτικό χαρακτήρα. Οι καταδιώξεις, οι πυροβολισμοί και οι συμπλοκές εμφανίζονται επειδή απλώς πρέπει να εμφανιστούν, χωρίς να δημιουργούν πραγματική αγωνία. Ακόμη και η σκηνή όπου ένα SUV διαλύεται κυριολεκτικά στη μέση έπειτα από σύγκρουση έχει περισσότερο χαρακτήρα stunt επίδειξης παρά ουσιαστικής κινηματογραφικής κορύφωσης. Είναι μια εικόνα που τραβά στιγμιαία το βλέμμα, αλλά εξαφανίζεται από τη μνήμη σχεδόν αμέσως, όπως συμβαίνει με το μεγαλύτερο μέρος της δράσης.
Κάπου ανάμεσα στις εκρήξεις, τις μοτοσικλέτες και τα ασταμάτητα κυνηγητά, η ταινία ξεχνά να γίνει... ταινία. Ούτε η σχέση των δύο πρωταγωνιστών αποκτά αρκετό βάθος ούτε το συναισθηματικό υπόβαθρο του Χανκ καταφέρνει να αποκτήσει πραγματικό βάρος, ενώ ο βασικός αντίπαλος μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό που ενεργοποιεί την επόμενη σκηνή δράσης παρά με χαρακτήρα. Το αποτέλεσμα είναι μια παραγωγή που κινείται συνεχώς, αλλά δραματουργικά παραμένει σχεδόν ακίνητη.
Το «3 Ωρες Διορία» έχει ως βασική της ιδέα έναν αγώνα δρόμου ενάντια στον χρόνο, αλλά καταλήγει να μοιάζει εγκλωβισμένη στον ίδιο κύκλο από τον οποίο υποτίθεται πως προσπαθούν να ξεφύγουν οι ήρωές της. Ο Γουό παραδίδει ακριβώς όσα περιμένεις και σχεδόν τίποτα παραπάνω, με την διορία για να σου κρατήσει το ενδιαφέρον (και την υπομονή σου) να έχει εξαντληθεί στο πρώτο κιόλας τέταρτο.

