Ο Αργύρης ζει μια μικρή ζωή, αλλά έχει μεγάλα όνειρα. Λίγο πριν τα 50, έχει μια δουλίτσα στον Δήμο Αθηναίων, θυρωρός που στο γραφειάκι του έχει στήσει παράτυπα ένα γκαζάκι και φτιάχνει καφέδες και μεζέ για τους υπαλλήλους, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το οικοπεδάκι της γυναίκας του, της Πόπης, γκρινιάζει στον πατέρα και στη μάνα του, αγρότες που ζουν στο σπιτάκι στο χωριό. Κυρίως, ο Αργύρης θέλει να στείλει τον γιο του στη Σχολή Σμιντ (διασκεδαστική αναφορά στη Σχολή Χιλλ), το «σχολείο των σχολείων όπου πάει ο τάδε και ο δείνα», για να μπορέσει εκείνος να έχει μια καλύτερη ζωή. Το μόνο που του λείπει είναι μπόλικα χιλιάρικα.
Σε κάθε περίπτωση, παρά τον θεματικό παλαιολογισμό τού «τον κόκορα τον μαδάν οι κότες», η ταινία έχει μια συνέπεια και κοινωνική αναγνωρισιμότητα που κάνει τη θέασή της, αν όχι ξεχωριστή, σίγουρα οικεία και ευχάριστη.»
Διαβάστε ακόμη: Ο Τάσος Γερακίνης δεν κοκορεύεται, απλώς κάνει καλό, άμεσο, ελληνικό σινεμά
Στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του μετά το «Ενας Ησυχος Ανθρωπος», ο Γερακίνης αλλάζει ύφος προς τη σάτιρα ηθών. Η πρόθεσή του είναι ξεκάθαρη, μια γνώριμη φιγούρα και περιπέτεια στο μικροαστικό ελληνικό σύμπαν.
Ο ρυθμός είναι χαριτωμένος, οι δεύτεροι ρόλοι θαυμάσιοι (Καρβούνη, Κοκκίδου, Καταλειφός), ο Νίκος Κασάπης ως Αργύρης έχει σκηνές εμπνευσμένες και άλλες λιγότερο πειστικές. Κυρίως, το σενάριο δυσκολεύεται ν’ αποφασίσει αν ο κεντρικός ήρωας είναι ένα χαρακτηριστικό νεοελληνικό τεμπέλικο λαμόγιο, ή ένας άνδρας του οποίου τα φτερά έκοψε η παλιοζωή.
Σε κάθε περίπτωση, παρά τον θεματικό παλαιολογισμό τού «τον κόκορα τον μαδάν οι κότες», η ταινία έχει μια συνέπεια και κοινωνική αναγνωρισιμότητα που κάνει τη θέασή της, αν όχι ξεχωριστή, σίγουρα οικεία και ευχάριστη.

