Γνωρίσαμε τον Τάσο Γερακίνη με το ντεμπούτο του, το «Ενας Ησυχος Ανθρωπος» που, το 2021, μάς σύστησε έναν... ήσυχο αλλά με τόσο ενδιαφέρον δημιουργό και μια ταινία που ήταν ένα σύγχρονο γουέστερν για τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Τώρα, με πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και στο Los Angeles Greek Film Festival όπου και κέρδισε το Βραβείο Κοινού, ο Τάσος Γερακίνης επιστρέφει με τον «Κόκορα», μια σάτιρα των ελληνικών ηθών, μια «γλυκόπικρη κωμωδία με υπαρξιακό και κοινωνικό υπόστρωμα», όπως περιγράφεται η ταινία, όμως φτιαγμένη με τρυφερότητα και βάθος.
Ηρωας της ταινίας είναι ο Αργύρης (Νίκος Κασάπης), θυρωρός στον Δήμο Αθηναίων κι αυτό́ το καλοκαίρι είναι το πιο καθοριστικό́ για τη ζωή του. Η είδηση ότι ο γιος του κληρώθηκε να φοιτήσει σε ένα από́ τα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία της χώρας, έρχεται να ταράξει την έτσι κι αλλιώς δύσκολη σχέση με τη σύζυγό́ του Πόπη (Κόρα Καρβούνη), επίσης υπάλληλο του Δήμου. Παρόλο που το να φοιτήσει εκεί το παιδί τους είναι όνειρο απατηλό́ για τα οικονομικά τους, ο Αργύρης αποφασίζει ότι δεν έχει δικαίωμα να γίνει τροχοπέδη στη μοίρα του γιου του, που είναι σαφώς φτιαγμένος για μεγάλα πράγματα! Με όχημα το χιούμορ και τον σαρκασμό́, το κυνήγι του «ελληνικού ονείρου» καταλήγει σε μια δίνη κωμικοτραγικών συγκρούσεων, που φέρνουν τον Αργύρη μπροστά στην πιο πικρή ανατροπή: ίσως οι ψευδαισθήσεις να ήταν ό,τι καλύτερο είχε ποτέ.
Ο «Κόκορας» έρχεται στις αίθουσες την Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου, από τη The Film Group (διαβάστε και δείτε περισσότερα εδώ) και ο Τάσος Γερακίνης μίλησε στο Flix για όσα αντιπροσωπεύει το λειράτο πτηνό για την ελληνική κουλτούρα και συνείδηση, αλλά και για όσα αντιμετωπίζει ένας σκηνοθέτης που τολμά, στην Ελλάδα, να κάνει τη δεύτερη ταινία του.
Διαβάστε ακόμη: Σινεμά Ξανά: Αυτό το φθινόπωρο μαθαίνουμε να (ξαν)αγαπάμε τις ελληνικές ταινίες
Ποιος είναι ο Αργύρης; Ενας ονειροπόλος; Ενα μικρο-λαμόγιο; Ο νέος (ή παντοτινός) μικροαστός; Ενας ρομαντικός; Πώς τον γράψατε και πώς τον αγαπήσατε;
Ο Αργύρης είναι ένας άνθρωπος που θέλει να τα καταφέρει, αλλά δεν είναι πάντα σίγουρος γιατί θέλει να τα καταφέρει. Για το παιδί του; Για τη γυναίκα του; Για τη μάνα του; Για τον πατέρα του; Για να αποδείξει στους άλλους ότι αξίζει; Ή για να το αποδείξει στον εαυτό του; Νομίζω για όλα μαζί. Και αυτό είναι που αγαπάω σε αυτόν τον χαρακτήρα: ότι στην ουσία πασχίζει να ανακαλύψει τον εαυτό του χωρίς να το ξέρει.
Δεν τον σκέφτηκα ποτέ ως «καλό» ή «κακό». Είναι από αυτούς τους ανθρώπους που μας είναι οικείοι, τους αναγνωρίζουμε, αλλά συχνά τους προσπερνάμε σαν να μην υπάρχουν. Είναι τόσο οικείοι που τελικά γίνονται αόρατοι. Μπορεί να είναι ένας συγγενής μας, ένας υπάλληλος σε μια δημόσια υπηρεσία, ένας φίλος, ένας γείτονας ή, ακόμα χειρότερα, ένα κομμάτι δικό μας που δεν θέλουμε πολύ να κοιτάξουμε.
Τον δούλεψα κυρίως μέσα από συμπεριφορές. Από ανθρώπους που έχω δει να μιλάνε πολύ για να κρύψουν ότι φοβούνται, να θυμώνουν με τους άλλους ενώ στην πραγματικότητα είναι θυμωμένοι με τον εαυτό τους, να κάνουν σχέδια όχι επειδή είναι σίγουροι ότι θα πετύχουν, αλλά επειδή δεν αντέχουν να παραδεχτούν ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά. Ηθελα ο Αργύρης να πιστεύει ειλικρινά ότι παλεύει για κάτι σωστό - και κάποιες φορές όντως το κάνει - αλλά να χρησιμοποιεί λάθος τρόπους.
Εχει κάτι από ονειροπόλο, αλλά και κάτι από μικρο-λαμόγιο. Με την έννοια του ανθρώπου που πιστεύει ότι, αφού όλοι γύρω του κάπως τα βολεύουν, δικαιούται κι εκείνος να βρει έναν δικό του δρόμο. Να κάνει μια μικρή παράκαμψη. Να σπρώξει λίγο τα πράγματα. Να κοροϊδέψει λίγο την ήττα του.
Ο Αργύρης έχει κάτι από ονειροπόλο, αλλά και κάτι από μικρο-λαμόγιο. Με την έννοια του ανθρώπου που πιστεύει ότι, αφού όλοι γύρω του κάπως τα βολεύουν, δικαιούται κι εκείνος να κοροϊδέψει λίγο την ήττα του.»
Στη γραφή (αλλά και στη σκηνοθεσία) η έγνοια μου ήταν να μην τον προστατέψω. Να τον αφήσω να εκτεθεί όσο περισσότερο μπορούσα. Να μη βιαστώ ούτε να τον δικαιολογήσω ούτε να τον καταδικάσω. Να γίνει αστείος, εκνευριστικός, άδικος, μικρός, αλλά χωρίς να πάψει να είναι άνθρωπος. Και σε αυτό ταυτιστήκαμε απόλυτα και με την Κατερίνα Παπαναστασάτου, με την οποία δουλέψαμε μαζί το σενάριο. Στα μάτια μου είναι σαν ένας άνθρωπος που ψάχνει την έξοδο και, επειδή δεν τη βρίσκει, αρχίζει να κάνει όλο και περισσότερο θόρυβο. Και όσο περισσότερο θόρυβο κάνει, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται.
Τον αγάπησα γιατί είναι αστείος, εκνευριστικός, εγωιστής, τρυφερός, γελοίος και βαθιά ανθρώπινος. Ενας άνθρωπος γεμάτος αντιφάσεις, συμπλέγματα, φόβους και μικρές ντροπές - πολύ σύγχρονος δηλαδή και γι’ αυτό τόσο οικείος. Ελπίζω ότι πάνω του δεν αναγνωρίζουμε μόνο τους άλλους, αλλά αναγνωρίζουμε και εκείνα τα κομμάτια του εαυτού μας που συνήθως κάνουμε πως δεν βλέπουμε.
Πώς επιλέξατε τον Νίκο Κασάπη για τον ρόλο, πώς δουλέψατε μαζί του και ποια είναι η αγαπημένη σας σκηνή του;
Με τον Νίκο γνωριζόμαστε πολλά χρόνια πια, οπότε για μένα η επιλογή του είχε και κάτι πολύ προσωπικό. Ηταν όμως και ένα στοίχημα. Ο Νίκος, ως άνθρωπος, είναι σχεδόν το αντίθετο του Αργύρη· έχει ελάχιστα κοινά μαζί του. Αυτό αρχικά έβαζε εμπόδια, γιατί έπρεπε να πλησιάσει έναν χαρακτήρα που δεν του μοιάζει καθόλου. Από την άλλη, ακριβώς επειδή δεν τον αφορούσε προσωπικά με έναν άμεσο τρόπο, μπορούσε να τον κοιτάξει χωρίς άμυνα, χωρίς να τον δικαιολογεί και χωρίς να τον φοβάται.
Πρακτικά, το σενάριο γράφτηκε πάνω του. Και η Κατερίνα Παπαναστασάτου κι εγώ ξέραμε, όταν γράφαμε, ότι αυτός θα είναι ο Αργύρης. Δουλέψαμε μαζί του σχεδόν τρία χρόνια, όχι μόνο πάνω στις σκηνές, αλλά πάνω στον τρόπο που υπάρχει αυτός ο άνθρωπος: πώς μιλάει, πώς θυμώνει, πώς προσπαθεί να επιβληθεί, πώς κρύβει την αμηχανία του.
Αυτό που με εντυπωσίαζε ήδη από τις πρόβες είναι ότι κατόρθωνε να κρατάει πάντα κάτι πληγωμένο κάτω από την επιφάνεια. Γι’ αυτό στον Αργύρη δεν βλέπεις έναν τύπο που κάνει απλώς πλάκα. Βλέπεις έναν άνθρωπο που πιστεύει πραγματικά ότι εκείνη τη στιγμή παλεύει για κάτι σημαντικό, ακόμα κι αν ο τρόπος του είναι λάθος ή αστείος.
Αγαπημένες μου είναι οι σκηνές όπου ο Αργύρης προσπαθεί να σταθεί ως "αρχηγός", ενώ είναι ολοφάνερο ότι δεν ελέγχει τίποτα. Εκεί ο Νίκος είναι εξαιρετικός. Δεν παίζει την κατάρρευση. Παίζει την προσπάθεια του Αργύρη να μη φανεί ότι καταρρέει. Και αυτό, για μένα, είναι η καρδιά της ταινίας.»
Πέρασε πολλές ώρες στο θυρωρείο του Δήμου Αθηναίων, συναναστράφηκε με τους ανθρώπους που εργάζονται εκεί, παρατηρήσαμε συμπεριφορές, ρυθμούς, μικρές λεπτομέρειες. Πήγε σε καντίνες, δουλέψαμε με αυτοσχεδιασμούς, ψάξαμε τον τρόπο που ο διάλογος θα περάσει στο σώμα του, στην αναπνοή του, στον ρυθμό του. Ο διάλογος του σεναρίου κρατήθηκε στο ακέραιο, αλλά για να ακουστεί φυσικός έπρεπε πρώτα να γίνει δικός του. Σε αυτό ο Νίκος έδωσε πραγματικά τον καλύτερό του εαυτό και του είμαι ευγνώμων.
Και βέβαια ο Αργύρης δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τους ηθοποιούς γύρω του. Οι αντιδράσεις, οι συγκρούσεις, τα βλέμματά τους του έδιναν συνεχώς έδαφος. Ο Νίκος δεν έπαιζε σε κενό· έπαιζε απέναντι σε έναν ζωντανό κόσμο.
Δεν ξέρω αν υπάρχει μία σκηνή που μπορώ να χαρακτηρίσω αγαπημένη μου. Αν πρέπει όμως να διαλέξω μία αγαπημένη περιοχή της ερμηνείας του, είναι οι σκηνές όπου ο Αργύρης προσπαθεί να σταθεί ως «αρχηγός», ενώ είναι ολοφάνερο ότι δεν ελέγχει τίποτα. Εκεί ο Νίκος είναι εξαιρετικός. Δεν παίζει την κατάρρευση. Παίζει την προσπάθεια του Αργύρη να μη φανεί ότι καταρρέει. Και αυτό, για μένα, είναι η καρδιά της ταινίας.
Στην ταινία οι γυναίκες ηρωίδες, με πρωθιέρεια την Πόπη, είναι ξεκάθαρα πιο δυναμικές, προσγειωμένες, μυαλωμένες. Θέλατε να δείξετε κάποια αντίθεση των φύλων; Ισχύει και στην κοινωνία αυτό; Θα στεκόταν ένα σενάριο με αντεστραμμένα φύλα;
Το καταλαβαίνω αυτό που λέτε, αλλά δεν θα ήθελα να δω τις γυναίκες της ταινίας ως μια ενιαία κατηγορία απέναντι στους άντρες. Δεν πιστεύω πολύ σε τέτοιους γενικούς διαχωρισμούς. Τους χαρακτήρες μου τους προσεγγίζω κατά βάση ως ανθρώπους, με τις δυνάμεις, τις αδυναμίες, τους φόβους, τους συμβιβασμούς και τις αντιφάσεις τους.
Η Πόπη, η Ζέτα και η μητέρα του Αργύρη είναι τρεις πολύ διαφορετικές γυναίκες. Η Πόπη έχει μια πρακτικότητα, μια αντοχή, μια καθαρότητα στο βλέμμα της. Η Ζέτα είναι άλλος άνθρωπος, με άλλες ανάγκες, άλλη σχέση με τη ζωή, άλλη σχέση με την επιθυμία της. Η μητέρα του Αργύρη κουβαλάει έναν ολόκληρο κόσμο από πίσω της, με τις δικές της βεβαιότητες, τις δικές της ενοχές, τις δικές της μικρές σκληρότητες. Αρα δεν θα έλεγα απλώς ότι «οι γυναίκες είναι πιο δυναμικές και πιο μυαλωμένες». Κάποιες στιγμές είναι. Αλλες στιγμές είναι αδύναμες, φοβισμένες, συμβιβασμένες, άδικες, όπως όλοι μας.
Οι άνθρωποι, όταν φοβούνται - ή βαθιά μέσα τους πιστεύουν - ότι δεν αξίζουν αρκετά, μπορούν να γίνουν χειριστικοί, άδικοι, σκληροί, αδύναμοι.»
Και οι τρεις, με διαφορετικό τρόπο, είναι άνθρωποι που μπορούν να σε εκπλήξουν: να σε κάνουν να γελάσεις, να σε θυμώσουν, να σε συγκινήσουν, καμιά φορά μέσα στην ίδια σκηνή. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει περισσότερο στους χαρακτήρες, όχι να λειτουργούν ως εκπρόσωποι ενός φύλου, αλλά ως άνθρωποι με αντιφάσεις.Αν υπάρχει ένα σχόλιο στην ταινία, δεν είναι ότι οι άντρες είναι έτσι και οι γυναίκες αλλιώς. Είναι ότι οι άνθρωποι, όταν φοβούνται - ή βαθιά μέσα τους πιστεύουν - ότι δεν αξίζουν αρκετά, μπορούν να γίνουν χειριστικοί, άδικοι, σκληροί, αδύναμοι. Στην ταινία αυτό περνάει κυρίως μέσα από έναν άντρα, τον Αργύρη, αλλά δεν θεωρώ ότι αυτά τα χαρακτηριστικά είναι αποκλειστικά αντρικά. Υπάρχει και γυναικεία σκληρότητα, υπάρχει και γυναικείος φόβος, υπάρχει και γυναικείος συμβιβασμός. Απλώς εδώ η ιστορία ακολουθεί αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
Θα στεκόταν το σενάριο με αντεστραμμένα φύλα; Ναι, απολύτως. Και νομίζω αρκετά εύκολα. Γιατί η ταινία δεν είναι για τους άντρες εναντίον των γυναικών ή το αντίστροφο. Είναι για έναν άνθρωπο που προσπαθεί να αποδείξει ότι αξίζει, που παλεύει να μη νιώσει αποτυχημένος, που μπερδεύει την αγάπη με την ανάγκη για επιβεβαίωση. Αυτό μπορεί να είναι άντρας, μπορεί όμως να είναι και γυναίκα. Ο λόγος που εδώ ο κεντρικός ήρωας είναι ο Αργύρης έχει μάλλον να κάνει με το ότι, ως άντρας, γνωρίζω αυτό το υλικό πιο βιωματικά. Αλλά με ενδιαφέρει πολύ και η αντίστροφη διαδρομή· υπάρχει ήδη στα επόμενα σχέδιά μου.
Για εσάς τι συμβολίζει ο «Κόκορας» του τίτλου;
Ο τίτλος «Κόκορας» για μένα έχει κάτι αστείο και κάτι πολύ σκοτεινό μαζί. Ο κόκορας είναι ένα ζώο που καμαρώνει, φωνάζει, προκαλεί, στήνεται σαν να είναι κυρίαρχος του χώρου. Είναι καυχησιάρης, καυγατζής, γεμάτος μια σχεδόν γελοία αυτοπεποίθηση. Και την ίδια στιγμή αγνοεί το βασικότερο: ότι πολύ συχνά προορίζεται για το σφαγείο.
Ο κόκορας είναι ένα ζώο που καμαρώνει, φωνάζει, προκαλεί, στήνεται σαν να είναι κυρίαρχος του χώρου. Είναι καυχησιάρης, καυγατζής, γεμάτος μια σχεδόν γελοία αυτοπεποίθηση. Και την ίδια στιγμή αγνοεί το βασικότερο: ότι πολύ συχνά προορίζεται για το σφαγείο.»
Αυτό με ενδιέφερε πολύ σε σχέση με τον Αργύρη. Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να φανεί δυνατός, να επιβληθεί, να αποδείξει ότι ξέρει τι κάνει. Φωνάζει, πεισμώνει, διεκδικεί, κοκορεύεται, συγκρούεται. Αλλά πίσω από όλη αυτή τη φασαρία υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει πόσο στριμωγμένος είναι. Νομίζει ότι παλεύει για να νικήσει, ενώ στην πραγματικότητα πολλές φορές παλεύει απλώς για να μη δει την ήττα του.
Ο κόκορας είναι επίσης ένα πολύ λαϊκό, καθημερινό σύμβολο. Δεν έχει τίποτα μεγαλοπρεπές. Και αυτό μου άρεσε. Δεν ήθελα έναν τίτλο βαρύ ή «σοβαρό». Ηθελα έναν τίτλο που να έχει μέσα του χιούμορ, ματαιοδοξία, ανδρική έπαρση, αλλά και μια αστεία, πικρή αλήθεια.
Από το «Ενας Ησυχος Ανθρωπος» κάνατε αλλαγή ύφους προς τη σάτιρα - συμφωνείτε ότι είναι σάτιρα; Τι διαφορές απαίτησε το είδος σκηνοθετικά, τι σας δυσκόλεψε, τι απολαύσατε;
Σάτιρα υπάρχει, ναι, αλλά δεν θα έλεγα ότι η ταινία είναι μόνο σάτιρα. Η σάτιρα πολλές φορές παρακολουθει τους ανθρώπους από μια λίγο υπεροπτική θέση. Εγώ δεν ήθελα να κάνω αυτό. Ηθελα να είμαι κοντά τους. Να γελάσω με τις αυταπάτες τους, αλλά όχι να τους ακυρώσω. Η ταινία σατιρίζει μια νοοτροπία - την ανάγκη να φανείς επιτυχημένος, αρχηγός, δυνατός - αλλά τους ανθρώπους που είναι παγιδευμένοι μέσα σε αυτήν του συμπονά και προσπαθεί να τους παρατηρήσει κατά βάση.
Δεν ξέρω αν ήταν τόσο το είδος που καθόρισε τις σκηνοθετικές μου επιλογές, όσο η ίδια η υφή της ιστορίας. Στο «Ενας Ησυχος Ανθρωπος» το σύμπαν ήταν πιο κλειστοφοβικό. Λίγοι άνθρωποι, εγκλωβισμένοι σχεδόν από την αρχή στις επιλογές τους, σε έναν κόσμο όπου το βάρος υπήρχε ήδη πριν αρχίσει η ιστορία. Εκεί η σκηνοθεσία ζητούσε περισσότερη σιωπή, περισσότερη αναμονή, μια αίσθηση ότι οι χαρακτήρες δεν μπορούν εύκολα να ξεφύγουν από τον χώρο και από τον εαυτό τους.Στην ταινία τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Εχουμε ένα σύμπαν πολλών χαρακτήρων, μια ιστορία πιο εξωστρεφή, πιο φωτεινή και κυρίως αστική. Ο Αργύρης δεν είναι κλεισμένος μόνο μέσα του· πέφτει πάνω στους άλλους, συγκρούεται, φωνάζει, παρεξηγεί, τρέχει, εκτίθεται. Αρα έπρεπε και η σκηνοθεσία να ακολουθήσει αυτή την ενέργεια. Να έχει περισσότερο ρυθμό, περισσότερη κίνηση, περισσότερες συγκρούσεις σωμάτων και χαρακτήρων μέσα στον χώρο.
Αυτό που απόλαυσα περισσότερο ήταν να βλέπω το χάος να παίρνει ρυθμό. Να βλέπω τους ηθοποιούς να μπαίνουν ο ένας πάνω στον άλλον, να συγκρούονται, να παρεξηγούνται, να γεννιέται το γέλιο όχι από ατάκες αλλά από ανθρώπους που προσπαθούν απελπισμένα να σώσουν την κατάσταση και την κάνουν χειρότερη.
Είχε διαφορά το γεγονός ότι γυρίσατε την ταινία κυρίως στο αστικό περιβάλλον; Μου φάνηκε ενδιαφέρον ότι, σε αντίθεση με την ύπαιθρο της προηγούμενης ταινίας, αυτή εδώ, στην πόλη, είναι πολύ πιο φωτεινή και ζεστή.
Ναι, είχε μεγάλη διαφορά. Η πόλη στην ταινία δεν είναι απλώς το μέρος όπου συμβαίνουν τα πράγματα. Είναι ο ρυθμός της ταινίας.
Η μητρόπολη σου δίνει την αίσθηση ότι όλα είναι δίπλα σου: δουλειές, ευκαιρίες, άνθρωποι, λύσεις. Και την ίδια στιγμή μπορεί να σε κάνει να νιώθεις ότι τίποτα δεν είναι πραγματικά δικό σου. Οτι τρέχεις συνέχεια, αλλά δεν προχωράς. Αυτό το αίσθημα με ενδιέφερε πολύ.
Στην Ελλάδα ειδικά, το να κάνεις ταινία έχει κάτι από τον ίδιο τον Αργύρη. Κάνεις ένα σχέδιο, λες "τώρα θα τα καταφέρω", και μετά αρχίζουν όλα να πηγαίνουν στραβά. Και εσύ πρέπει να συνεχίσεις. Κάποιες φορές από πίστη, κάποιες από πείσμα, κάποιες επειδή δεν ξέρεις να κάνεις αλλιώς.»
Ηθελα η ταινία να είναι φωτεινή και ζεστή, γιατί δεν ήθελα να φτιάξω έναν σκοτεινό κόσμο όπου όλα από την αρχή μοιάζουν χαμένα. Ο Αργύρης ζει σε έναν κόσμο γνώριμο. Σε σπίτια, δρόμους, υπηρεσίες, καφενεία, οικογενειακά τραπέζια, μικρές καθημερινές διαδρομές. Εκεί μέσα γεννιέται το χάος. Οχι σε κάτι εξωτικό ή μακρινό. Δηλαδή εκεί όπου συνήθως συμβαίνουν και τα πιο αστεία - αλλά και τα πιο αληθινά - πράγματα στη ζωή μας.
Πώς «επιβιώσατε» κάνοντας τη δεύτερη ταινία σας, αυτό που λέγεται πως είναι το δυσκολότερο βήμα στην πορεία ενός σκηνοθέτη;
Επιβίωσα; Μάλλον απλώς έφτασα στην άλλη άκρη λίγο πιο κουρασμένος και λίγο πιο έμπειρος.
Η δεύτερη ταινία έχει κάτι περίεργο. Στην πρώτη υπάρχει ακόμα μια αθωότητα. Προχωράς με μια πίστη σχεδόν τυφλή, γιατί δεν ξέρεις ακριβώς τι σε περιμένει. Στη δεύτερη ξέρεις περισσότερα. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να στηθεί μια ταινία, να βρεθούν τα χρήματα, να κρατηθεί η ενέργεια, να μη χαθεί η πίστη, να αντέξεις καθυστερήσεις, πρακτικά προβλήματα, αμφιβολίες, κούραση. Πόσο μάλλον όταν μια ταινία πρέπει να σταθεί όρθια έχοντας περάσει από πέντε συνεχόμενες απορρίψεις χρηματοδότησης από τον ΕΚΚΟΜΕΔ και την ΕΡΤ.
Αυτό που ξέρω είναι τι θέλω να κάνω: ταινίες προσωπικές, αλλά όχι κλειστές. Ταινίες που να μη φοβούνται το κοινό. Που να μιλούν για κανονικούς ανθρώπους, χωρίς να τους κολακεύουν αλλά και χωρίς να τους κοιτούν αφ’ υψηλού.»
Στην Ελλάδα ειδικά, το να κάνεις ταινία έχει κάτι από τον ίδιο τον Αργύρη. Κάνεις ένα σχέδιο, λες «τώρα θα τα καταφέρω», και μετά αρχίζουν όλα να πηγαίνουν στραβά. Και εσύ πρέπει να συνεχίσεις. Κάποιες φορές από πίστη, κάποιες από πείσμα, κάποιες επειδή δεν ξέρεις να κάνεις αλλιώς.
Αυτό που με κράτησε ήταν οι συνεργάτες μου, οι ηθοποιοί και η βαθιά μου ανάγκη να γίνει αυτή η ταινία. Οταν βλέπεις ότι οι άνθρωποι γύρω σου πιστεύουν σε αυτό που φτιάχνετε, παίρνεις δύναμη. Και όσο προχωρούσε η διαδικασία, ένιωθα όλο και περισσότερο ότι ο «Κόκορας» είχε λόγο ύπαρξης. Δεν ήταν απλώς «η δεύτερη ταινία». Ηταν ένας κόσμος, ένας ήρωας, μια ομάδα ανθρώπων που άξιζε να φτάσουν μέχρι το τέλος.
Δεν θέλω να το παρουσιάσω ρομαντικά. Είναι δύσκολο να κάνεις σινεμά εδώ. Πολύ δύσκολο. Αλλά όταν η ταινία αρχίζει να συναντά θεατές, όταν θυμάμαι την πολύ εκδηλωτική υποδοχή του κοινού στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ή το Βραβείο Κοινού στο Σαν Φρανσίσκο, τότε όλη αυτή η διαδρομή αποκτά άλλο νόημα. Ο ταν οι θεατές γελούν εκεί που ήλπιζες ότι θα γελάσουν, όταν αναγνωρίζουν κάτι δικό τους σε αυτούς τους ανθρώπους, τότε νιώθεις ότι άξιζε τελικά όλο αυτό.
Πέντε χρόνια μετά την πρώτη σας μεγάλου μήκους, πώς έχει αλλάξει το τοπίο του ελληνικού κινηματογράφου και τι θέση νιώθετε πως κατέχετε μέσα σ’ αυτό;
Δεν νομίζω ότι έχουν αλλάξει πολλά. Υπάρχουν, όπως πάντα, δημιουργοί, ηθοποιοί, τεχνικοί, παραγωγοί που δουλεύουν με τεράστια επιμονή και πολύ συχνά με πολύ λίγα μέσα. Γίνονται ταινίες που ταξιδεύουν, που έχουν φωνή, που αποδεικνύουν ότι υπάρχει πραγματική ενέργεια.
Οι συνθήκες όμως παραμένουν δύσκολες. Τουλάχιστον για τους περισσότερους. Δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να μιλήσει ειλικρινά για το ελληνικό σινεμά χωρίς να μιλήσει και για τον τρόπο που φτιάχνονται οι ταινίες εδώ: με καθυστερήσεις, αβεβαιότητα, περιορισμένη χρηματοδότηση, πολλή προσωπική φθορά. Συχνά μια ταινία γίνεται επειδή κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν να την κουβαλήσουν σχεδόν με το σώμα τους.
Προσωπικά, αυτό που με ενδιαφέρει πολύ, ειδικά σήμερα, είναι η σχέση με το κοινό. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε εκπτώσεις για να συναντήσουμε τον θεατή. Πιστεύω όμως ότι πρέπει να ξανασκεφτούμε πώς του μιλάμε. Οι ταινίες δεν υπάρχουν μόνο για να εκπροσωπούν έναν δημιουργό ή να ταξιδεύουν σε φεστιβάλ. Υπάρχουν κυρίως για να συναντούν ανθρώπους. Να τους κάνουν να γελούν, να λυπούνται, να προβληματίζονται, να αναγνωρίζουν κάτι δικό τους, να συγκινούνται, να βλέπουν την ίδια τους τη ζωή λίγο αλλιώς.
Τη δική μου θέση δεν ξέρω αν μπορώ ή αν πρέπει να την ορίσω εγώ. Αυτό που ξέρω είναι τι θέλω να κάνω: ταινίες προσωπικές, αλλά όχι κλειστές. Ταινίες που να μη φοβούνται το κοινό. Που να μιλούν για κανονικούς ανθρώπους, χωρίς να τους κολακεύουν αλλά και χωρίς να τους κοιτούν αφ’ υψηλού. Χωρίς εκπτώσεις, χωρίς εύκολους συμβιβασμούς, χωρίς ηθικολογία και χωρίς διάθεση καθοδήγησης.
Ο «Κόκορας» για μένα ανήκει εκεί: σε ένα σινεμά που θέλει να γελάσει με τους ανθρώπους του, να τους εκθέσει, να τους αγαπήσει και τελικά να τους επιστρέψει στο κοινό ως κάτι αναγνωρίσιμο. Οχι ως σύμβολα. Ως ανθρώπους που ξέρουμε.
Ο «Κόκορας» έρχεται στις αίθουσες την Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου, από τη The Film Group. Διαβάστε και δείτε περισσότερα εδώ.
Διαβάστε ακόμη:
