Ο Μουνίρ δεν έχει πρόβλημα με τους πνεύμονες του. Αλλά υπάρχουν στιγμές που δεν μπορεί να αναπνεύσει. Θα μπορούσε να είναι μια απλή κρίση πανικού. Ή απλά αυτή η αναθεματισμένη νοσταλγία για την πατρίδα του που έχει αφήσει πίσω, εξόριστος στο Αμβούργο, με μοναδική επαφή με τις ρίζες του ένα τηλέφωνο που βρίσκει τη μητέρα του να αφηγείται ξανά και ξανά την ιστορία που του έλεγε όταν ήταν μικρός αλλά χωρίς πλέον να τον αναγνωρίζει.
O Μουνίρ δεν μπορεί να γράψει, δεν ξέρει κι αν θέλει. Τίποτα δεν μοιάζει να έχει ενδιαφέρον. Καμία έμπνευση δεν έρχεται από την μονότονη ζωή του. Η μοναξιά του μοιάζει να έχει καταπιεί τα πάντα. Ο γιατρός θα συστήσει ξεκούραση σε ένα μέρος μακριά από την πόλη και ο Μουνίρ θα ταξιδέψει μέχρι τα νησιά Χάλιγκ στη Βόρειο Θάλασσα, προσεγγίζοντας μαζί με το απόκοσμο τοπίο που θυμίζει το τέλος του κόσμου και το επερχόμενο δικό του. Εκεί θα βρει μια εναλλακτική οικογένεια στο πρόσωπο της αυστηρής ιδιοκτήτριας ενός πανδοχείου που δείχνει να αντιλαμβάνεται την αποξένωση του από τον κόσμο και από αυτό που τον ενώνει με τις - τελικά απροσδιόριστες όλες - χώρες της καταγωγής, του προορισμού και της φαντασίας του.
ΜΙα καταιγίδα απειλεί σχεδόν με βιβλική καταστροφή ανθρώπους και τοπίτα, την ίδια στιγμή που ο Μουνίρ αρχίζει να βάζει στο περιθώριο το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας και να αντιλαμβάνεται τα λυτρωτικά σημάδια της μνήμης…
Δεύτερη ταινία της τριλογίας του Αμίρ Φακίρ Ελντίν με γενικό τίτλο «Πατρίδα» - η πρώτη ήταν ο «Ξένος» του 2021, επίσημη υποβολή τότε της Παλαιστίνης για το Διεθνές Οσκαρ - το «Yunan» συνεχίζει μια (σχεδόν) αυτοβιογραφική διαδρομή του νεαρού επίσης σκηνοθέτη που γεννήθηκε από γονείς Σύριους εξόριστους στο Κίεβο και σήμερα κατοίκου Αμβούργου, στην πορεία μιας ποιητικής και βαθιά μελαγχολικής αναζήτηση των διαδρομών που τελικά μας κάνουν να νιώθουμε ότι ανήκουμε κάπου.
Σε μια παράδοση ενός σινεμά που στηρίζεται περισσότερο στην εικόνα και λιγότερο στις λέξεις, που επενδύει σε μια επική κλίμακα πλάνων που ανοίγουν θεματικά κυρίως με όπλο την απόκοσμη ομορφιά τους και σε μια υπαρξιακή περιπέτεια που απλώνεται πάνω σε βασικά θεμελιώδη ανθρώπινα ερωτήματα, το «Yunan» ξεκινάει και τελειώνει με τη φιλοδοξία να σε παρασύρει σε ένα παιχνίδι αναζήτησης μιας εσωτερικής σταθεράς σαν αυτήν που αναζητά ο Μουνίρ.
Το καταφέρνει σε επίπεδο ρυθμού και οπτικής αρτιότητας, αλλά και με μια υποβλητική κεντρική ερμηνεία από τον Λιβανέζο Ζορζ Καμπάζ που σαν ήρωας μια βιβλικής παραβολής περιπλανιέται μέσα στις ατραπούς μιας πρωτίστως «εσωτερικής» δυστοπίας, μεταφέροντας πηγαία μελαγχολία και σχεδόν ολόκληρο το βάρος μιας νέας γεωγραφίας που αλλάζει με τρόπους σαρωτικούς κάθε έννοια πατρίδας και καταγωγής. Αντίβαρο στην συμβολική διαδρομή του κεντρικού ήρωα - και στην πληθώρα συμβόλων που στεγανοποιούν το φιλοσοφικό «είναι» της ταινίας (με μεγαλύτερο και ταυτόχρονα πιο προφανές, αλλά άκρως λειτουργικό τη φάλαινα από την ιστορία του Ιωνά - το «Yunan» του τίτλου, στη στεριά), στέκεται η ερμηνεία της Χάνα Σιγκούλα που μεταφέρει την ανθρώπινη πλευρά μιας αποκομμένης από το ανθρώπινο ιστορίας.
Περισσότερο ίσως από την αναζήτηση πατρίδας, το «Υunan» μιλάει για τον τρόπο με τον οποίο το ανθρώπινο μυαλό επιστρέφει και ταξιδεύει μέσα στις αναμνήσεις του προκειμένου να φτιάξει «σπίτια», «οικογένειες» και βιβλικές ιστορίες για να μπορούν να μεταφερθούν από γενιά σε γενιά - με την παράλληλη ιστορία της μαμάς να λειτουργεί επίσης στο θυμικό, αν και όχι στο βαθμό που ήταν η αρχική σεναριακή και σκηνοθετική φιλοδοξία του θεματικά.
Οσο λειτουργική κι αν είναι η μείξη της φαντασίας με την πραγματικότητα, του ονείρου με την καθημερινή ζωή και της ελπίδας με τον… πανικό, το «Yunan» συγκινεί περισσότερο για τις μεγάλες ερωτήσεις που βάζει στον καμβά των υπέροχα φωτογραφημένων (από τον Καναδό Ρόναλντ Πλαντ) πλάνων του. Οταν παρασύρεται από αυτά χάνει δύναμη, ενώ στις στιγμές που αυτά αποκρυσταλλώνουν την ποιητική του, δυναμώνουν και μέσα στην οθόνη αλλά και στη σκέψη, το μυαλό και την καρδιά του θεατή.

