Χωρισμένο σε δύο διακριτά μέρη, το «Δύο Εποχές, Δύο Ξένοι» του Σο Μιγιάκε βασίζεται σε δύο manga του διάσημου Γιοσιχάρου Τσούγκε και πατάει με ακρίβεια πάνω στον τίτλο του αφού μιλάει για δύο εποχές και δύο ξένους σε κάθε εποχή, σε ένα παιχνίδι με τη δυαδικότητα, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τις διαρκείς αντανακλάσεις μας πάνω στους άλλους.

Ολα ξεκινούν με μια σεναριογράφο, τη Λι, που προσπαθεί να γράψει ένα σενάριο. Στο άδειο τετράδιο της, γράφει με μολύβι την πρώτη σκηνή. Είναι καλοκαίρι και μια κοπέλα κοιμάται στο πίσω μέρος ενός αυτοκινήτου που είναι σταματημένο σε ένα αδιέξοδο. Από εκεί θα μεταφερθούμε στην άγνωστης κατάληξης ιστορία αυτής της κοπέλας που ταξιδεύει σε ένα παραλιακό μέρος, συναντά έναν άγνωστο της νέο και μαζί ξεκινούν μια σειρά συζητήσεων και περιπλανήσεων καθώς το καλοκαίρι δίνει τη θέση του στο φθινόπωρο. Κάπου στη μέση, θα επιστρέψουμε στην σεναριογράφο η οποία πλέον παρουσιάζει στους φοιτητές ενός Πανεπιστημίου την ταινία προσπαθώντας να εξηγήσει πράγματα που δεν της είναι εύκολο να μετατρέψει σε λέξεις. Και μπαίνοντας σε ένα τρένο θα ταξιδέψει σε ένα ορεινό χωριό, θα βρει καταφύγιο από το χιόνι σε ένα εγκαταλελειμμένο πανδοχείο και εκεί, στο ίδιο δωμάτιο με τον μοναχικό ιδιοκτήτη, θα ξαναβρεί την έμπνευση της.

Ο.τι ακούγεται στην παραπάνω περιγραφή σαν μια πολύπλοκη άσκηση πάνω στην αφήγηση, δεν φέρει ούτε στο ελάχιστο σημάδια επιτήδευσης, καθώς ο Μιγιάκε αντιμετωπίζει τις ιστορίες του με τον νατουραλισμό, τη διακριτικότητα και την ελαφριά αίσθηση του χιούμορ και της ειρωνίας ενός Χονγκ Σανγκ-σου. Μπορεί εδώ το κάδρο να είναι ταιριαστά (σε σχέση με την πρωτότυπη πηγή του υλικού) τετράγωνο και στο περιθώριο της πρόζας, να κρύβονται πανέμορφες σκηνές φύσης που εντείνουν την εσωτερικότητα της ταινίας, αλλά ο Μιγιάκε βασίζεται στο παιχνίδι του διαλόγου, στην ανταλλαγή σκέψεων που ανιχνεύουν απάτητες περιοχές μοναχικών ανθρώπων, στις λέξεις γενικά που βρίσκονται στο επίκεντρο της ταινίας του, εγκλωβίζοντας αλλά και ταυτόχρονα απελευθερώνοντας την ηρωίδα του.

Στο πρώτο μέρος, η γνωριμία των δύο νέων μοιάζει με ένα ερωτικό παιχνίδι που δεν περιλαμβάνει όμως ανθρώπινη επαφή. Οτιδήποτε θα είναι αυτή η πρόσκαιρη καλοκαιρινή γνωριμία ανάμεσα στους δύο, εκφράζεται με τη σιγουριά πως σε έναν άγνωστο είναι πιο εύκολο να εξομολογηθείς μέχρι και πράγματα που δεν έχεις πεις στον εαυτό σου. Με φόντο το τέλος του καλοκαιριού, ο Μιγιάκε στρέφει το βλέμμα του σε ησυχίες, βλέμματα στο κενό και μια αναζήτησή γύρω από το θέμα της μοναξιάς, της συντροφικότητας, της αισιοδοξίας χωρίς όμως να βγάζει από την εξίσωση τη θλίψη και τη μελαγχολία. Άλλωστε αυτά θα είναι και τα προτερήματα που θα αποδώσουν οι φοιτητές στην σεναριογράφο που έφυγε από την Κορέα για να ζήσει στην Ιαπωνία. Πριν αυτή η ίδια γίνει η ηρωίδα της δεύτερης ιστορίας που στον ίδιο τόνο εξελίσσεται πιο εύθυμα, πιο αινιγματικά ακόμη, με μια ζεστασιά και ανθρωπιά όμως πάνω στο εφήμερο, το ξαφνικό, το ανεπαίσθητο της ανθρώπινης ζωής όταν έρχεται σε επαφή με τον «άλλο».

Γυρισμένο με έναν ρυθμό που σε αναγκάζει να ακολουθήσεις το ταξίδι, σε μια ησυχία που ξαφνικά ανοίγει και το δικό σου βλέμμα προς τα μέσα και μια σχεδόν αθόρυβη έκρηξη συναισθημάτων που ελλοχεύει σε κάθε συνηθισμένη σκηνή, το «Δύο Ξένοι, Δύο Εποχές» είναι το δείγμα μιας ταινίας που όσο χρόνο της δίνεις τόσο σου ανταποδίδει και όσο απομακρύνεσαι τόσο μοιάζει απόμακρη, μετατρέποντας και τον θεατή στον ένα ξένο μιας εξίσωσης που όταν λειτουργεί φέρνει τους ανθρώπους κοντά. Εμπνευση γενικότερα για το writer’s block από το οποιό πάσχει η αποσπασματική, μακριά από τα ανθρώπινα εποχή μας.