[προσοχή: Το παρακάτω κείμενο δεν αποκαλύπτει σημαντικά τμήματα της πλοκής που έχουν νόημα για την αφήγηση της ταινίας, ωστόσο για τις ανάγκες της κριτικής ενδέχεται να χαλάσει εκπλήξεις για όποιον θεατή θέλει να δει την ταινία χωρίς να γνωρίζει τίποτα, γι' αυτό και προτείνουμε να διαβάσετε το κείμενο αφού έχετε δει την ταινία.]
Αν κάτι είναι αδιαφιλονίκητα μετά-μοντέρνο στο «Aμνετ», είναι αυτή η έκδυση κάθε περιτυλίγματος που υπό συνθήκες σε μια - ακόμη και την πιο κοινή - αφηγηματική διαδρομή μετατρέπει την ιστορία σε Ιστορία και το μύθο σε Μυθολογία. Η διάθεση, δηλαδή, της Κλόι Ζάο, μιας κατεξοχήν πιο δυναμικής δημιουργού όταν αγγίζει την απέριττα σοφή λιτότητα των πραγμάτων παρά όταν «φωνάζει», να αφηγηθεί εδώ μια ιστορία αρχέγονη, αλλά όχι με όρους «πρωτογονικούς». Σαν αυτή να ήταν μια μυθοπλασία που ακουμπάει στην πραγματικότητα, όχι για λόγους που έχουν να κάνουν με τους ήρωες της ή την εποχή της. αλλά με το ανώνυμο και το άχρονο του πυρήνα της που δεν είναι άλλος από μια (δεν είναι όλες;) γοτθική ιστορία απώλειας - και τον τρόπο να μπορέσεις να συνεχίσεις να ζεις μετά από αυτήν.
Το «Αμνετ» - διασκευή του ομότιτλου best seller της Μάγκι Ο' Φάρελ που κυκλοφόρησε το 2020 - είναι η ιστορία μιας μητέρας που βρίσκεται αντιμέτωπη αρχικά με την πιθανότητα του να χάσει το παιδί της και στη συνέχεια με την ίδια την απώλεια του. Πριν από αυτό είναι η ιστορία μιας γυναίκας που δεν χωράει πουθενά, σίγουρα όχι μέσα στους τοίχους μιας εγκλωβισμένης σε κανόνες κοινωνίας. Μιας γυναίκας που νιώθει γυναίκα μόνο μέσα στη φύση, που μόνο εκεί μπορεί να ερωτευτεί, να ονειρευτεί, να γεννήσει, να προστατέψει, να φροντίσει, να διασχίσει τη μικρή και μεγάλη ιστορία των «διαφορετικών» γυναικών που στο μυαλό των άλλων, των «φυσιολογικών» θα είναι για πάντα «ξένες», «μάγισσες» ή «καλλιτέχνες». Ενδιάμεσα, στο χρόνο που ορίζει η αδέκαστη νεότητα θα είναι κι ένα κορίτσι που θα ερωτευτεί ένα αγόρι και μαζί θα φτιάξουν μια κοινή ζωή σχεδόν στο όριο του πανκ - πριν ακόμη ο όρος έρθει για να αντιστοιχίσει σε κάτι αιρετικό, βαθιά ποιητικό, επαναστατικό και επιθετικά αυθεντικό.
Αυτή είναι η Ανιες, που με τρόπο σχεδόν αναγεννησιακό, η Κλόι Ζάο την σκιαγραφεί σαν το απόλυτο it girl μιας εποχής που η «διαφορετικότητά» της λειτουργεί ως μια τέλεια πράξη γυναικείας αυτοδιάθεσης, πρότυπο για μελλοντικές επαναστάσεις. Αργά πλέον για τον θεατή που είναι δυστυχώς πλέον υποψιασμένος, αλλά όταν γίνεται πλέον γνωστό πως αυτή είναι η ιστορία του Γουίλιαμ Σαίξπηρ και της συζύγου του, η Ζάο έχει ήδη καταφέρει να απογυμνώσει τους ανθρώπους αυτούς από την (ποπ) κουλτούρα που τους περιβάλλει εκ των πραγμάτων, επαναπροσδιορίζοντας τη φιλοδοξία της αυτή να είναι μια ταινία για την επουλωτική δύναμη της τέχνης πάνω στον οδοστρωτήρα που λέγεται απώλεια.
Επιστρέφοντας στην μετά-μοντέρνα διάθεση με την οποία η Ζάο αντιμετωπίζει αυτήν την ιστορία, το βλέμμα της θα παραμείνει καρφωμένο πάνω στην Ανιες, αφήνοντας τον (αυτόν, ναι) Γουίλιαμ να αποκτήσει (μικρότερες) διαστάσεις ενός φιλόδοξου ποιητή, ανέτοιμου για τραγωδίες της ζωής, αν και από καιρό τελικά έτοιμου για αυτές (τις μεγαλύτερες) της σκηνής. Είναι η Ανιες που μεταμορφώνεται διαρκώς από υπαρκτό πρόσωπο σε σύμβολο και από ανώνυμη γυναίκα σε ένα πορτρέτο γυναικών μέσα στους αιώνες, μητέρα και μητέρα - φύση μαζί, μια δύναμη τελικά ικανή όχι μόνο για μάγια, αλλά και για να διαρρήξει στη στιγμή του απόλυτου θρήνου της τη γραμμή ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, τη ζωή και το θάνατο. Από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο λεπτό αυτής της ιστορίας, ο αφηγητής μας δεν είναι ο μεγαλύτερος «αφηγητής» όλων των εποχών, αλλά αυτή η - μέχρι πρότινος - άγνωστη γυναίκα.
Ενταγμένο αρμονικά μέσα στο έργο της - συμπεριλαμβανομένων και των (πως θα μπορούσαν να λείπουν από μια τόσο υπερ-αντι-ηρωική ταινία;) «Eternals», το «Αμνετ» είναι μια ιστορία για την εξημέρωση, για τη ζωή «στη φύση», για τα τελευταία καταφύγια του ανθρώπου απέναντι στην αδυσώπητη μοίρα (κοινωνία;), για την ελευθερία που συνήθως ταυτίζεται από όσους νομίζουν ότι ξέρουν τι σημαίνει με τα λάθος σημαίνοντα. Αν κάτι όμως το διαφοροποιεί δραματικά (και αυτή είναι μια λέξη που εδώ μοιάζει απαραίτητη) από το «Nomadland» ή ακόμη και εκείνο το απέριττα συγκινητικό «The Rider» είναι ότι στο κέντρο του «Αμνετ» βρίσκεται μια τραγωδία, από αυτές που πρέπει να επιλέξεις πώς θα κινηματογραφήσεις.
Οσοι περιμένουν πως η Ζάο θα αντισταθεί στο τραγικό και θα προσπαθήσει να ενοποιήσει την μέχρι εκείνη τη στιγμή ιμπρεσιονιστική κινηματογράφηση της φύσης με μια περιορισμένη μόνο στα βασικά αφήγηση του τρόμου, αναδεικνύοντας μέσα από το τίποτα το απόλυτο κενό του θανάτου, οφείλουν εδώ να αναμένουν ότι θα ξεγελαστούν, αφού η επιλογή της είναι τελικά σαφής (για τους πιο διορατικούς) από την αρχή ήδη μιας ταινίας που, αεικίνητη, περιστρέφεται πάνω στην ένταση ενός πρωτοφανούς εκκωφαντικού volume που δεν θα χαριστεί σε κανέναν, ακόμη και στις στιγμές που είναι αδύνατον να μην σκεφτεί κανείς πως εικονογραφεί αυτό που, με λέξεις που δεν θα έγραφε ποτέ ο Γουίλιαμ, περιγράφεται σε μια απόσταση από το «exploitation» στο «πορνογραφικό». Τόσο η «αποξένωση» της Ανιες μέσα σε μια συμβατική τελικά ζωή μακριά από την ελευθερία της Φύσης, όσο (κυρίως αυτό) το μετωπικό της με την ασθένεια και το θάνατο, αγγίζουν σημεία που λίγες φορές τόλμησε δημιουργός στο σύγχρονο σινεμά, σε μια απονενοημένη και προφανώς επιτηδευμένη φιλοδοξία ο πόνος μιας μητέρας που χάνει το παιδί της να γίνει ο ίδιος ένα αβάσταχτο θέαμα για τον (ανυποψίαστο) θεατή.
Αν αυτή η σύγκρουση του ανυποψίαστου θεατή. ανάμεσα στο να παραδοθεί οριστικά στο θρήνο ή να τον αντιμετωπίσει με την κριτική, ως τρόπο επιβίωσης, σκέψη ενός σύγχρονου καρτεσιανού ανθρώπου. δοκιμάζει καταρριπτικά το εύρος της δύναμης της ταινίας της Ζάο, δεν συμβαίνει το ίδιο όταν στο τελευταίο μέρος - όταν η ταινία έχει πλέον ξεφύγει από κάθε έννοια του mainstream (ή και του λογικού), η σύνδεση της αφήγησης με τα «ονόματα» και τα «επώνυμα» που την καταδιώκουν από την αρχή, σαρώνει όλα τα κομμάτια που έχουν σπάσει (στην κυριολεξία, λόγω της υπερβολής του μελοδράματος, επειδή τελικά όταν πεθαίνει ένα παιδί κάτι χαλάει σε αυτή τη συνέχεια του κόσμου) και τα συναρμολογεί ξανά σε ένα φινάλε που όσο περιμένεις αγκομαχώντας να τελειώσει, άλλο τόσο κάπου μέσα σου θα ήθελες να κρατάει για πάντα.
Σε αντίθεση με τον «Αμλετ» που αν τα origins του είναι αυτή η ιστορία (τόσο τραγικά ειπωμένη), το «Aμνετ» που δεν βασίζεται - εκ των πραγμάτων - σε 100% ιστορικά γεγονότα, δεν ξέρει κανείς αν θα μπορέσει να επιβιώσει μέσα στο χρόνο από το «βάρος» που το ίδιο τοποθετεί πάνω στα φιλόδοξα, υπέροχα φτιαγμένα αλλά όχι πάντα στιβαρά ή αθώα (ως προς την χειραγώγηση του θεατή) θεμέλια του. Ανάμεσα στις αδυναμίες του (μια από τις μεγαλύτερες είναι και ο Πολ Μέσκαλ - τι ειρωνία - ως Σαίξπηρ), που σε κάθε περίπτωση θα το κατατάξουν σε εκείνη τη σπάνια ομάδα των ταινιών που είτε σου αρέσουν είτε τις μισείς δεν υπάρχει περίπτωση να τις ξαναδείς ποτέ στη ζωή σου, θα υπάρχει πάντα για να το θυμίζει η ερμηνεία της Τζέσι Μπάκλεϊ - με διαφορά μια από τις πιο σπουδαίες που είδαμε εδώ και πολλά χρόνια.
Σε αντίθεση με την ελεύθερη πτώση της Κλόι Ζάο που όταν φτάνει στα πιο χαμηλά δεν ξέρει πώς να σηκωθεί και έτσι πηγαίνει ακόμη πιο κάτω, η Τζέσι Μπάκλεϊ σηκώνει ανάστημα, βλέμμα και κυρίως το πνεύμα της ως μια «ελεύθερη» γυναίκα που ακόμη και όταν βγαίνει από το σώμα της για να θρηνήσει δεν γίνεται ποτέ μια άλλη ή μια «ξένη», αλλά παραμένει η γενεσιουργός δύναμη της ίδιας της ταινίας (της) αλλά και της ίδιας της ζωής (της), ένα δάσος που σε αγκαλιάζει για να κοιμηθείς κουλουριασμένος, ήσυχος πως με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο η ζωή, η Τέχνη και μια γυναίκα (πόσο ταιριαστή σκέψη) θα βρίσκουν πάντα τρόπους όχι μόνο για να επουλώσουν ακόμη και τη μεγαλύτερη πληγή αλλά και να γίνουν η έμπνευση για κάτι ακόμη μεγαλύτερο όπως μπορεί να είναι ένα (το πιο κλασικό) έργο τέχνης.

