Στο «No Budget Story», ο Ειρηναίος, ένας νεαρός επίδοξος σκηνοθέτης, είναι αποφασισμένος να γυρίσει την πρώτη του ταινία. Στο μυαλό του, η κινηματογραφική του δεινότητα είναι αδιαμφισβήτητη. Η ταινία του, ένα αμάλγαμα διαστημικής sci-fi περιπέτειας και παλλόμενου ρομάντζου που κουβαλάει όλη την αφέλεια και τη σπιρτάδα της εφηβείας, αδυνατεί να πείσει οποιονδήποτε παραγωγό που σέβεται τον εαυτό του στο λεκανοπέδιο Αττικής να του δώσει μια ευκαιρία. Ο ίδιος όμως, πεπεισμένος για την ιδιοφυΐα του, συνεχίζει να προσπαθεί. Χτυπάει πόρτες ενώ κάνει βόλτες σε μια ράθυμη Αθήνα -την ίδια Αθήνα που θα χάριζε στον σκηνοθέτη του «No Budget Story» την αθανασία μερικά χρόνια αργότερα. Στο δρόμο, ο εσωτερικός του μονόλογος μας συστήνει για πρώτη φορά το έντονα αυτοαναφορικό αλλά σε στιγμές αναντίρρητα γοητευτικό σύμπαν του Ρένου Χαραλαμπίδη, δημιουργώντας μια ταινία-σταθμό για τον ανεξάρτητο ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’90, η οποία επανακυκλοφορεί με νέα μουσική τριάντα χρόνια μετά το ντεμπούτο της στις ελληνικές αίθουσες.
Ο κάθε σκηνοθέτης ακροβατεί πάνω σε ένα πολύ λεπτό σχοινί: πρέπει να πείσει τον κόσμο πως έχει κάτι να πει, δίχως να φανεί πως θεωρεί τον εαυτό του ύψιστο δημιουργό. Είναι μια ρητορική άσκηση υψηλής ακρίβειας, την οποία οι έμπειροι σκηνοθέτες τελειοποιούν στα σκοτεινά, ακονίζοντας την ταπεινότητά τους ως απάντηση στις φιλοφρονήσεις. Ο Ειρηναίος, όσο κι αν προσπαθεί να μας πείσει για το ανέμελο του χαρακτήρα του, είναι σαφές πως υποφέρει με κάθε απόρριψη. Κανείς δεν ξεκινάει να χορεύει αυτόν τον δύσκολο χορό αν δεν πιστεύει πως ξέρει τα βήματα. Ωστόσο, προχωράει ψηλαφητά και ξεδιπλώνει σχεδόν ασυναίσθητα ένα απρόσμενα συνεκτικό σύμπαν: μια Αθήνα που δεν τον λογαριάζει καθόλου, σχεδόν ακατοίκητη, γεμάτη από κωμικές φιγούρες που μοιάζουν σαν να το έσκασαν από κάποιο ανέκδοτο.
Ο Ειρηναίος, στην προσπάθειά του να πραγματώσει το όνειρό του, διασταυρώνεται με σκιώδεις χαρακτήρες: έναν παραγωγό ταινιών αμφιβόλου ποιότητας και ηθικής (τον πάντα υπέροχο Γιάννη Μποσταντζόγλου) και το δεξί του χέρι, μια γκανγκστερική περσόνα με χρυσή καρδιά (τον Γιώργο Βουλτζάτη, που τιμήθηκε για τον ρόλο αυτόν και με βραβείο ερμηνείας στο 38ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης). Μια γειτόνισσα (Δήμητρα Παπαδήμα) που χρησιμοποιεί συχνά το καρτοτηλέφωνο (σε ένα πρόπλασμα της εμμονής του σκηνοθέτη με τους τηλεφωνικούς θαλάμους), του πετάει εξυπνάδες και τον γεμίζει φαρμάκι το οποίο δημιουργεί στο μυαλό του μια σειρά από τυφλές ελπίδες.
Αυτές οι αρχέτυπες εικόνες που στοιχειώνουν τα όνειρα του δημιουργού τον συντροφεύουν για 30 ολόκληρα χρόνια: οι τύποι με το νοσηρό παρελθόν στα όρια του κάδρου, ο συχνά ακατάληπτος εσωτερικός μονόλογος που φλερτάρει με την αοριστολογία, ο ακατοίκητος αστικός ιστός, οι ωραίες υπάρξεις που ισορροπούν μεταξύ απόλυτης αδιαφορίας και σπινθηροβόλου βλέμματος, γεννώντας τις πιο φλογερές ερωτικές ιστορίες. Κανείς δεν μπορεί να δώσει στον Ρένο Χαραλαμπίδη το βραβείο ενός πρωτότυπου σεναρίου - συγκεκριμένα, έχει κατηγορηθεί για αντιγραφή του σεναρίου του «No Budget Story» από μια ταινία που καθόρισε το ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά το 1992, με τίτλο «In The Soup», σε σκηνοθεσία Αλεξάντερ Ρόκγουελ. Ακόμα όμως κι αν δεν πιστεύουμε στην παρθενογένεση και προτιμούμε τον όρο «δημιουργική επανασύσταση» από τον πλέον αυστηρό «αντιγραφή», οφείλουμε να παραδεχτούμε πως τα σενάριά του τρέφονται από την ίδια θεματική δεξαμενή, ανακυκλώνοντας μοτίβα και ρητορικά σχήματα.
Ο Ρένος Χαραλαμπίδης, από την αρχή της καριέρας του, χρησιμοποιεί αυτοβιογραφικά στοιχεία σε όλες τις ταινίες που σκηνοθετεί. Στο «No Budget Story», διακρίνουμε το άγχος ενός νέου δημιουργού από το Σπήλαιο Ορεστιάδας που κάνει τα πρώτα του βήματα, γεμάτου διάθεση για αυτοσαρκασμό - τον οποίο, ομολογουμένως, δεν έχασε ποτέ. Μετά από χρόνια, στο γύρισμα της χιλιετίας, επέστρεψε με τα «Φτηνά Τσιγάρα», μια ταινία με αδιαμφισβήτητη ατμόσφαιρα και έντονο προσωπικό στίγμα, που σταδιακά απέκτησε σχεδόν μυθολογικές διαστάσεις εντός συνόρων. Κι όμως, πίσω από την ωριμότερη σκηνοθετική της άρθρωση διακρίνεται μια φιλοδοξία ολοένα πιο αυτάρεσκη, κι ένας δημιουργός που απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από την αθωότητα και την ελαφρότητα του πρώτου ήρωα, εκείνου του Ειρηναίου στο «No Budget Story». Η εξέλιξή του μέσα στα χρόνια του χάρισε μεγάλη φήμη, κυρίως μέσα από τους τηλεοπτικούς του ρόλους, αλλά δυστυχώς το εγχώριο star system τον εγκλώβισε μέσα σε μια δημιουργική επανάληψη: ο Ρένος προσπαθεί να πει συνέχεια την ίδια ιστορία, και κάθε φορά τη λέει λίγο χειρότερα από την προηγούμενη - με αποκορύφωμα το προπέρσινο «Νυχτερινός Εκφωνητής», ένα αυτοαναφορικό ξέσπασμα που έμοιαζε να εγκλωβίζεται στην ίδια του τη μυθολογία.
Επιστρέφοντας στο θέμα της άδειας Αθήνας, τόπου λατρείας του δημιουργού, παρατηρεί κανείς την εμμονή του να επισκέπτεται διαρκώς τις πλέον πολύβουες γειτονιές όταν είναι ακατοίκητες. Περπατάει στα λιωμένα από τα εκατομμύρια βήματα πεζοδρόμια, επαναλαμβάνοντας έναν στοχασμό που μοιάζει βαθύς μόνο όσο δεν τον εξετάζεις από κοντά. Ο Ειρηναίος (από το «No Budget Story»), ο Νίκος (από τα «Φτηνά Τσιγάρα»), ο Ρένος (από το «Νυχτερινός Εκφωνητής»), τα πολλά στάδια ενός ανθρώπου υπό διαρκή εξέλιξη, ζουν μέσα σε μια τρομερή μοναξιά, συγκινούνται κωμικά εύκολα, ερωτεύονται σαν δεκατετράχρονα αγόρια. Η ατέλειωτη ρομαντική περιπέτεια του Ρένου Χαραλαμπίδη δεν θα πεθάνει ποτέ. Αν θέλετε να την παρακολουθήσετε στα καλύτερά της, είναι προτιμότερο να την πιάσετε από εδώ, τότε που ήταν αφτιασίδωτη και δεν έπαιρνε στα σοβαρά τον εαυτό της: στα γεννητούρια της, στο βαθιά αυθεντικό και σε στιγμές σπαρταριστά αστείο «No Budget Story», μια ταινία που φτιάχτηκε με πολύ λίγα λεφτά και πολύ μεγάλη καρδιά.

