Σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, στην Κυανή Ακτή, με τον άνεμο απ' έξω να λυσσομανάει και να ταλαιπωρεί τα φοινικόδεντρα (σημειωτέον, αυτή είναι η σκηνή που γυρίστηκε στην Ελλάδα, με τη βοήθεια της Neda Film), ο Κλάους (τόσο δυνατό το μελαγχολικό πρόσωπο του Αουγουστ Ντιλ), γυμνός, με το σώμα του χτεσινοβραδινού περιστασιακού σεξ μισοσκεπασμένο στο κρεβάτι, μιλάει με την αδελφή του, την Ερικα (η Σάντρα Χίλερ σε μια άνιση ερμηνεία, μια επιτηδευμένη, μια σαρωτική). Πονούν, προσπαθούν, αγαπιούνται, είναι «μόνοι ενάντια στον κόσμο». Δύσκολη πρόκληση, όταν ο «ευρύς» κόσμος βρίσκεται στην απόλυτη διάσπαση και καχυποψία του Ψυχρού Πολέμου (η χρονιά είναι το 1949) και όταν ο «προσωπικός» κόσμος καθορίζεται από τον πατέρα των δυο αδελφών. Τον Τόμας Μαν (ενσαρκώνει λεπτεπίλεπτα ο Χανς Τσίσλερ, ο για πάντα Ρόμπερτ του «Kings of the Road» του Βέντερς), τον ύψιστο Γερμανό λογοτέχνη της σύγχρονης εποχής (ίσως και της Ιστορίας, μαζί με το ίνδαλμά του, τον Γκέτε που πρωταγωνιστεί εξίσου, πνευματικά, στην ταινία), τον σταρ, εκείνον που, όπου ταξιδεύει, υποδέχονται ορδές ανθρώπων και επευφημίες, ένα σύμβολο που η Γερμανία έχει ανάγκη για να ξεπλυθεί από το όνειδος. Τον πατέρα Τόμας Μαν, η Ερικα θα συνοδεύσει σε μια επίσημη επίσκεψη στη Γερμανία, 16 χρόνια αφότου εκείνος την εγκατέλειψε για την Αμερική. Ο Κλάους θα επιλέξει να «φύγει».
Πριν, ακόμα, από την ίδια την ταινία, ο τίτλος της - «Fatherland» και ο πρωτότυπος - εξηγεί όσα πρέπει να ειπωθούν. Η λέξη που παραπέμπει στην πατρίδα, όμως όχι το ζεστό, τρυφερό, οικείο «motherland», αλλά αυτό που αναφέρεται στο έθνος, στο κράτος, στην παράδοση, τον πατριωτισμό, το κύρος, την πατρότητα. Για την ταινία, η πατρίδα είναι η διχασμένη, ενοχική Γερμανία. Για την Ερικα και τον Κλάους, η πατρίδα είναι ο πατέρας τους.
Η εικόνα της ταινίας είναι αμέσως αναγνωρίσιμη ως έργο του Παβλικόφσκι. Ασπρόμαυρο φιλμ, σταθερά, ισοσταθμισμένα, τετράγωνα κάδρα, πολλά απ' αυτά διακοσμητικά. Το παράθυρο που φέρνει στο νου την «Ida» δεν είναι τυχαίο, το «Fatherland» συνδέεται, νοηματικά και αισθητικά, με τις προηγούμενες δυο ταινίες του σκηνοθέτη. Η ψυχροπολεμική εποχή, οι αναφορές στην Πολωνία (motherland του Παβλικόφσκι), η Γιοάνα Κούλιγκ του «Ψυχρός Πόλεμος» που τραγουδά τζαζ όταν η Φρανκφούρτη δεξιώνεται τον Μαν, ο στοχασμός του αν η Ευρώπη μπορεί να γιατρέψει μόνη τις πληγές της, ακριβώς η σκέψη που κάνει και την ταινία επίκαιρη.
Τις δυο πλευρές του διχασμού θα επισκεφθεί ο Τόμας Μαν και η Ερικα. Τη Φρανκφούρτη, Δυτική πια, μια «νέα Γερμανία» με ολοζώντανα τα σημάδια του Ναζισμού, με τον Αμερικανό πράκτορα της νεοσύστατης CIA να τον ακολουθεί κατά πόδας, για να γιορτάσει τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Γκέτε. Και τη Βαϊμάρη, Ανατολική τώρα, κομμουνιστική, τον τόπο όπου ο Γκέτε έζησε τα περισσότερα χρόνια: και οι δυο πλευρές προσπαθούν να προσεταιριστούν τον σπουδαίο συγγραφέα, που είναι πια έμβλημα, από τα λίγα στα οποία μπορεί να γαντζωθεί το γερμανικό έθνος για να συμβιβαστεί με την άφατη τραγωδία που προκάλεσε. Εναν άνδρα που απολαμβάνει ακριβώς το ότι είναι έμβλημα, έναν λογοτέχνη νάρκισσο, απόλυτο, όσο και αρνητή κάθε δόγματος.
Και που αγωνιά ν' απομακρυνθεί από τον ιστορικό υλισμό, να συμβάλλει, με τις λέξεις του, στο να ξαναδημιουργηθεί η «καλή Γερμανία», της λογοτεχνίας και των Τεχνών, του Γκέτε και του Μπαχ, ώστε η κληρονομιά του Πολέμου να μη γίνει αποδεκτή. Απέναντι σ' αυτόν τον ογκόλιθο, η Ερικα, μοναχική, σεβαστική στον πατέρα της αλλά χωρίς ζωή και ο Κλάους, καταθλιπτικός και εθισμένος, δυο μεγάλα παιδιά αναγκασμένα σε μια μοίρα ανεπάρκειας. Η σωτηρία δεν θα έρθει από την Τέχνη. Δεν θα έρθει από πουθενά, για την ακρίβεια, μόνο θα την ευαγγελίζονται άνθρωποι του πνεύματος καθώς σκέφτονται, περαστικοί από δωμάτια ξενοδοχείων και ασφυκτικές δεξιώσεις.
Γι' αυτό και η ταινία του Παβλικόφσκι είναι ψυχρή σαν τον ψυχρό πόλεμο, εγκεφαλική μ' έναν απολαυστικό τρόπο, ένα σύμπαν αυστηρά δομημένο όπου όλα και τίποτα δεν επιτρέπονται κι όπου η επιφυλακτικότητα είναι βασίλισσα - τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο, τίποτα δεν έχει ξεπεραστεί. Εχει, όμως, ο διακεκριμένος σκηνοθέτης και αδιαμφισβήτητος καλλιτέχνης κι εκείνος, σαν τον ήρωά του, μια υπερβολική βεβαιότητα για τη δική του άποψη που δεν επιτρέπει τη συμβολή του κοινού: αν ως τώρα ο Παβλικόφσκι ήταν και διεισδυτικός και αποστασιοποιημένος, στο «Fatherland» μοιάζει αρκείται στο δεύτερο, εκθέτει, δεν προσκαλεί. Τίποτα δεν ξεφεύγει από την αυστηρότητά σου σε μια ταινία ακαδημαϊκή, κλειστή, μαζί πανέμορφη, πανέξυπνη αλλά και συναισθηματικά αφιλόξενη.
