«Ὅτι σὺ εἶ ὁ πατήρ μου, ὁ Θεός μου…»

Μπιλμπάο, Ισπανία, σήμερα. H 17χρονη Αϊνάρα γονατισμένη προσεύχεται, επαναλαμβάνοντας τη φράση «γιατί εσύ είσαι ο Πατέρας μου, γιατί εσύ είσαι ο Πατέρας μου...» Στα δύο μέτρα πίσω της στέκεται ο πραγματικός της πατέρας - αμίλητος, μουδιασμένος, ένοχος. Η μικρή έχει εδώ και χρόνια χάσει τη μητέρα της κι από τότε νιώθει άσκεπη. Εκείνος ξαναπαντρεύτηκε, έκανε κι άλλα παιδιά. Η ζωή του ξέφυγε - μιλά συνεχώς για χρήματα, αγωνίες. Υποθηκεύει το πατρικό σπίτι κι έρχεται σε κόντρα με την αδελφή του, την Μάιτε - θεία της Αϊνάρα και σταθερή φιγούρα αγάπης και στήριξης στη ζωή της. Η Μάιτε αγωνιά για το μέλλον του κοριτσιού, όσο ο πατέρας της βρίσκει κρυφή ανακούφιση στην απόφασή της: θέλει να αφοσιωθεί στο Θεό. Τα εκπαιδευτικά ταξίδια του καθολικού γυμνασίου της στο μοναστήρι της σύστησαν την ασκητική ζωή, κι η γαλήνη και η αποδοχή των καλογριών την κέρδισαν. Ο Θεός την κέρδισε, γιατί ο πατέρας της την έχει χάσει.

Βέβαια, ταυτόχρονα, τα πρώτα εφηβικά σκιρτήματα ξυπνούν. Οι παρέες, τα πάρτυ, τα αγόρια, οι χαρές και η αναστάτωση του πρώτου έρωτα. Η Αϊνάρα βρίσκεται σ' ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η αγνωστική Μάιτε, που κι εκείνη παλεύει με τα δικά της θέματα στο γάμο της, την πιέζει να μην εγκαταλείψει μια ολόκληρη ζωή που έχει μπροστά της - να περιορίσει τη θρησκευτική της αφοσίωση στις Κυριακές. Εκείνη, όμως, νιώθει το Κάλεσμα. Κοιτά τους ενήλικες της ζωής της με σπουργιτίσια μάτια, γεμάτα απογοήτευση για τα εγκόσμια. Τι θα επιλέξει;

Το 2022, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ χαρακτήρισε το «Lullaby», το ντεμπούτο της, «αναμφίβολα το καλύτερο πρωτοεμφανιζόμενο φιλμ των τελευταίων ετών». Τρία χρόνια μετά, η Αλάουντα Ρουΐθ ντε Αθούα επιστρέφει με κάτι ακόμη πιο περίτεχνο και απαιτητικό, βαθιά ανθρώπινο και συγκινητικά δυνατό, επιβεβαιώνοντας ότι αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και ώριμες φωνές του σύγχρονου ισπανικού κινηματογράφου.

Συνήθως στη ζωή και στο σινεμά εξετάζουμε ποιος ορίζει το σώμα ενός 17χρονου κοριτσιού με άλλες αφορμές. Στην περίπτωση της Αϊνάρα, το σώμα, το πνεύμα, τη ζωή της διεκδικούν οι θεσμοί της Εκκλησίας και της εξίσου «ιερής» οικογένειας. Και η Ρουΐθ ντε Αθούα θέλει να ανοίξει το διάλογο: επιτρέπουν ακόμα και σήμερα οι κοινωνίες χώρο στην ελεύθερη ατομική βούληση μίας έφηβης; Κι επίσης θέτει μία κρίσιμη, κοινωνική ερώτηση: στρέφεται κάποιος στο Θεό, γιατί τον απογοητεύει ο άνθρωπος;

Κάνοντας ενδελεχή έρευνα και μελετώντας μαρτυρίες κοριτσιών που επέλεξαν τον μοναχισμό, αλλά και τις ρωγμές που έφερε αυτή η απόφασή τους στις οικογένειές τους, η Ρουΐθ ντε Αθούα γράφει ένα σενάριο προσεχτικά, ψύχραιμα, επιχειρώντας να φωτίσει την αλήθεια όλων των χαρακτήρων. Να σεβαστεί και την Πίστη και την αμφισβήτηση της, να δώσει φωνή στην ανθρώπινη λογική αλλά και να την κλονίσει με την πραότητα του θρησκευτικού μυστηρίου, να στηρίξει τη θεία Μάιτε (με την οποία ταυτιζόμαστε) αλλά και να ξεσκεπάσει και τα δικά της λάθη, τις νευρώσεις, τις εμμονές της.

Η ταινία δε θέλει να δώσει απαντήσεις ή να κατηχήσει το θεατή. Κανείς δεν έχει απόλυτα δίκιο, ή καθολικά άδικο. Μας καλεί να πιστέψουμε ότι κάποιος μπορεί να βρει παρηγοριά, αγάπη και εσωτερική γαλήνη σε ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα, αλλά επιτρέπει να υπάρχει ταυτόχρονα κι η σκιά ότι η Εκκλησία εκμεταλλεύεται αυτή την ευαισθησία.

Η Ρουΐθ ντε Αθούα κρατά χαμηλούς τόνους και στη σκηνοθεσία. Αποτυπώνει και τους δύο κόσμους, τον θρησκευτικό και τον οικογενειακό, με αυστηρούς φωτισμούς, χρώματα και υφές. Το σπίτι είναι λίγο πιο ζεστό από το μοναστήρι, αλλά καθόλου φιλικό. Ολα συνθέτουν ένα κοινό σύμπαν όπου ένα κορίτσι νιώθει απομόνωση, μοναξιά, θλίψη και έλλειψη επικοινωνίας.Αυτό την ενδιαφέρει πιο πολύ: το ίδιο το κορίτσι.

Στο δύσκολο ρόλο της Αϊνάρα λάμπει η Μπλάνκα Σορόα με μία ήσυχη, διακριτική, εύθραυστη, δυναμική ερμηνεία. Την περιβάλει με μία σιωπηλή στωικότητα, μία ενήλικη καρτερία, ένα παιδικό βλέμμα. Με ένα μυστήριο, αλλά όχι αποκλειστικά «θρησκευτικό»: την αμφισημία, την πολυπλοκότητα που υπάρχει στον άνθρωπο για αυτό και καταφεύγει σε άλλες αναγνώσεις.

Σε μία εποχή που προμοτάρει βεβαιότητες, ενώ στην πραγματικότητα τα πάντα είναι αβέβαια, η Αϊνάρα επιλέγει να σταθεί στη μία πλευρά αυτού του χάσματος αφήνοντας εμάς να αναρωτιόμαστε, να επανατοποθετούμαστε, να πιστεύουμε, ή να χάνουμε την πίστη μας. Αυτή η τρίτη πράξη έχει κάποια υπερβολή στη σκιαγράφηση της εξέλιξης κάποιων χαρακτήρων που μάς κλόνισε - αλλά δεν μας πρόδωσε. Γιατί πάνω από όλα, αν κάτι καταφέρνει η ταινία είναι να στηρίξει το δικαίωμα στην αμφισβήτηση. Να βγούμε από την αίθουσα ταραγμένοι, ενοχλημένοι, με τα δικά μας συμπεράσματα.