Η χρονιά είναι το 1941, ο δυτικός κόσμος έχει μόλις μπει στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, οι λογοτέχνες μιλούν για την αστική αποξένωση και τη διάψευση του αμερικανικού ονείρου - και ο 35χρονος Τζον Χιούστον, ο άνθρωπος που επρόκειτο να γίνει ένας από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες όλων των εποχών, αλλά ως τώρα έχει δουλέψει λίγο ως κομπάρσος κι είχε διακριθεί ως σεναριογράφος, κάνει το ντεμπούτο του, συμπυκνώνει όλη αυτή την απογοήτευση και τον κυνισμό σ' ένα φιλμ νουάρ, ορισμένως το πρώτο του είδους, βασισμένος σ' ένα hard-boiled αστυνομικό μυθιστόρημα του Ντάσιελ Χάμετ, με τον οποίο και συνεργάζεται στο σενάριο. Κάπως έτσι, απρόσμενα, γεννιέται μια θρυλική ταινία, αλλά κι ένα έργο που παραμένει ολοζώντανο και αιχμηρό, κυρίως χάρη στο χιούμορ, την ειρωνία και τη βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης αγωνίας / απληστίας - και στο μαγικό στιλιζάρισμα που έφερε ο Χιούστον στην, πράγματι τότε, ασημένια οθόνη.
Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, σ' έναν από τους ωραιότερους και πιο ταιριαστούς ρόλους της καριέρας του, υποδύεται τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Σαμ Σπέιντ ο οποίος, χαρακτηριστικά λιγομίλητος και ζωισμένος, θα μπλεχτεί σ' ένα δίκτυο εξαπάτησης, φόνων και διπλών ταυτοτήτων. Σ' αυτό θα εμπλακεί, φυσικά, μια φαμ φατάλ, η Μπρίτζετ Ο'Σόνεσι της Μέρι Αστορ, αναζητώντας ένα πολύτιμο αγαλματάκι: το γεράκι της Μάλτας. Οπως συμβαίνει στα ωραιότερα φιλμ νουάρ, η πλοκή δεν είναι αυτό που φαίνεται (μόνο), αλλά κυρίως είναι μια διαδρομή μέσα στην επιθυμία, τη διαφθορά κι έναν ευάλωτο πεσιμισμό για το ανθρώπινο είδος.
Το «Γεράκι» σήκωσε πάνω του ένα μέρος του ορισμού της δημιουργίας του φιλμ νουάρ ως είδους: σκοτεινά εσωτερικά, αιχμηρές, βαριές, περιοριστικές ή υπαινικτικές σκιές, μετεξελίξεις του γερμανικού εξπρεσιονισμού, ηθικά αμφίβολοι ήρωες και ηρωίδες, αυστηροί διάλογοι μ' ένα θησαυρό από ατάκες και μια γενικότερη αίσθηση ότι κανείς δεν είναι αθώος, όλοι μπορούν να είναι ένοχοι εάν οι συνθήκες τους «ευνοήσουν». Κάδρα που στενεύουν ασφυκτικά, παγιδεύοντας μέσα τους τους ήρωες κι ένας κόσμος-παγίδα που ποτέ δεν θα σου δώσει αυτό που θέλεις.
Ταυτόχρονα, κι είναι αυτό ένα από τα στοιχεία που εξασφαλίζει τη διαχρονικότητα της ταινίας, από κάθε σκηνή ξεπηδά ένα χιούμορ αδίστακτο που, μαζί με τις συναρπαστικές ερμηνείες (και) των δεύτερων ρόλων, χτίζει ένα υπόστρωμα λεπτής κωμωδίας. Ο Πίτερ Λόρε και ο Σίντνεϊ Γκρίνστριτ είναι απολαυστικά εκκεντρικοί, σχεδόν ακραίοι κι η ίντριγκα μεταφράζεται σ' ένα παιχνίδι εξουσίας και ειρωνείας, την ώρα που ο Σαμ Σπέιντ, το απόγειο του coolness, φροντίζει να διατηρεί την πόζα του καθώς, λεπτό με το λεπτό, συνειδητοποιεί ότι ο κόσμος είναι όχι μόνο αφιλόξενος, αλλά και παράλογος. Είναι αυτός εδώ ο ρόλος, ο χαρακτήρας και η ερμηνεία μαζί, που μεταμόρφωσε τον κινηματογραφικό private eye, από ήρωα σ' ένα κουρασμένο, τρωτό παλικάρι, αντιμέτωπο, πάντα, με μια αλήθεια και μια ηθική που βρίσκονται διαρκώς υπό διαπραγμάτευση.
Δεν είναι μόνο ότι ο «Γεράκι της Μάλτας» δημιούργησε - ή συνέβαλλε, από τα πρώτα της βήματα, στη δημιουργία μιας σχολής. Είναι ότι άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος κοιτάζει τον κόσμο και το σινεμά κοιτάζει την εξουσία, μπολιάζοντας κάθε βεβαιότητα με δυσπιστία. Κανείς δεν είναι καλός, κανείς κακός και όλοι είναι απ' όλα. Η διαδρομή, δηλαδή, που οδήγησε στο σημερινό κοινωνικό, αντισυστημικό, σινεμά βρίσκεται σ' αυτά τα πλάνα του Χιούστον. Γιατί «το υλικό απ' το οποίο είναι φτιαγμένα τα όνειρα» είναι η καπιταλιστική επιθυμία που πάντα προδίδεται από την ανθρώπινη φύση και το αρχετυπικό καπιταλιστικό σύστημα. Φυσικά το «Γεράκι» είναι μια κλασική ταινία, ένας κινηματογραφικός ογκόλιθος (αλλά τόσο ελαφρύς και τόσο αντίθετος στη σοβαροφάνεια), είναι όμως και μια πάντα σύγχρονη ταινία, παιχνιδιάρικη, αριστοτεχνικά γραμμένη και σκηνοθετημένη, φωτισμένη κι ερμηνευμένη και μονταρισμένη - όλα στον υπέρτατο βαθμό - που μιλά για συναισθήματα του τώρα, για την απαισιοδοξία για το αύριο και για το πόσο εύκολα οι άνθρωποι χάνονται, κυνηγώντας τα φρούδα όνειρά τους.

