Αν δεν ήξερες ότι οι «Κρίστοφερ» είναι σκηνοθετημένοι από τον Στίβεν Σόντερμπεργκ δεν θα μπορούσες να το υποθέσεις.
Μια μικρή ιστορία που μοιάζει με μονόπρακτο ανάμεσα σε δύο ηθοποιούς, το φιλμ που βασίζεται πάνω σε ένα σενάριο του Εντ Σόλομον (της τριλογίας του «Bill & Ted’s…» και της «Συμμορίας των Μάγων», ανάμεσα σε άλλα) δεν διαθέτει κανένα από εκείνα τα χαρακτηριστικά που κινητοποιούν τον διαρκώς ανήσυχο υπερπαραγωγικό Αμερικάνο σκηνοθέτη. Δεν πρόκειται για μια ταινία είδους, ούτε για κάτι που απαιτεί μια τεχνολογική καινοτομία, δεν είναι μια ταινία δυσανάλογη με το μπάτζετ της, ούτε μοιάζει με υβρίδιο ή μια meta- εκδοχή μιας γνώριμης ιδέας, στοιχεία που ο Στίβεν Σόντερμπεργκ αξιοποιεί (με μικτά αποτελέσματα) στο πιο πρόσφατο έργο του.
Το «Οι Κρίστοφερ» θυμίζει περισσότερο μια ταινία του Στίβεν Φρίαρς (σκέφτεσαι σε όλη την ταινία πως ο μεγάλος Βρετανός θα το είχε σκηνοθετήσει, μπορεί εδώ όχι καλύτερα από τον Σόντερμπεργκ), όπου αυτό που δεν συμβαίνει, είναι αυτό που είναι όλη η ταινία. Εδώ, η σχέση ενός ηλικιωμένου καλλιτέχνη που πεθαίνει και μιας νεαρής καλλιτέχνη που έχει συνεννοηθεί με τα παιδιά του να ολοκληρώσει παράνομα την ημιτελή τελευταία σειρά των πιο διάσημων έργων του με την ονομασία «Οι Κρίστοφερ» προκειμένου αυτά να μπορέσουν να πουληθούν στην αγορά.
Η γνωριμία των δύο φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του αταίριαστου ζευγαριού που στη συνέχεια θα βρει αναπάντεχους τρόπους να αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση. Από τη μία ο εκκεντρικός, σχεδόν κλοσάρ, ηλικιωμένος καλλιτέχνης που έχει παραιτηθεί από το καλλιτεχνικό του έργο, επιμένοντας ωστόσο να αντιμετωπίζει με αλαζονία τόσο τη φήμη του όσο και τον κόσμο της τέχνης. Από την άλλη η Λόρι που «αντιγράφει» έργα τέχνης, κυρίως γιατί είναι καλή ζωγράφος, αλλά με μια αυτοπεποίθηση που βρίσκεται στο πάτωμα και καμία φιλοδοξία για να εισχωρήσει με δυναμισμό στο σύμπαν των καλλιτεχνών.
Ναι, υπάρχει και ένα μυστικό που θα αποκαλυφθεί σταδιακά μέσα στην ταινία, καθώς οι δύο τους έχουν ξανασυναντηθεί στο παρελθόν, σε μια μάλλον ατυχή στιγμή του παρελθόντος, δικού τους και του κόσμου όπως ήταν κάποτε.
Να ίσως κάτι που να ενδιέφερε περισσότερο τον Στίβεν Σόντερμπεργκ από αυτό στο οποίο, ωστόσο, μένει πεισματικά προσηλωμένος: ένα ήσυχο, διαπροσωπικό δράμα που διαδραματίζεται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους και έναν χώρο - ιδιαίτερη μνεία σε ένα τρίπατο λονδρέζικο σπίτι που ο Στίβεν Σόντερμπεργκ το κινηματογραφεί σαν να επρόκειτο για έναν ζωντανό οργανισμό που πνίγει και ελευθερώνει ταυτόχρονα τους ήρωες του, μια ντουζίνα τετραγωνικά που γίνονται ο καμβάς μιας βαθιά συγκινητικής ιστορίας.
Στο ρόλο της Λόρι η Μικαέλα Κόελ - γνωστή σε όλους από την τεράστια και με νόημα επιτυχία του «I May Destroy You» - βρίσκει εδώ την ευκαιρία να γίνει η κινηματογραφική ηθοποιός που πάντα πιστεύαμε ότι είναι, με παύσεις και εκρήξεις που κάνουν τα μεγάλα της μάτια να τρυπάνε το κενό ανάμεσα στη μυθοπλασία και το θεατή, μεταφέροντας θλίψη, μελαγχολία και έναν ολόκληρο κόσμο από συναισθήματα που δεν εκδηλώνονται παρά μόνο σε μικρά ψήγματα συγκίνησης.
Στο ρόλο του Τζούλιαν, ο Ιαν ΜακΚέλεν μεγαλουργεί, όχι μόνο γιατί ερμηνεύει τον παρατημένο του ζωγράφο με ένα μείγμα λύπησης και περηφάνιας που το περιφέρει θεαματικά σε κάθε του κίνηση, αλλά κυρίως γιατί ακόμη και στο overacting του είναι τόσο σπαρακτικά αληθινός που καταφέρνει να μετατρέψει μια μικρή ιστορία αγάπης σε ένα μεγάλο love story - ακόμη μια υπέροχη στιγμή ακτιβισμού για το φως που κρύβουν ακόμη και οι πιο σκοτεινές ιστορίες.
Χωρίς να εμβαθύνει στις ατραπούς της σύγχρονης Τέχνης, αλλά ούτε και σε μια πολυεπίπεδη θεώρηση γύρω από την «ταυτότητα» του καλλιτέχνη, το «Οι Κρίστοφερ» είναι μια μικρή ταινία που δεν παρεκκλίνει από την στρωτή αφήγηση που έχει αρχή, μέση και τέλος, κερδίζοντας ίσως ακριβώς εκεί που θα έχανε αν ο Στίβεν Σόντερμπεργκ το αντιμετώπιζε ως ακόμη ένα πείραμα.

