Ούτε οι φαντασμαγορικοί πρωταγωνιστές, ούτε η στήριξη σε μια από τις ωραιότερες (και σκοτεινότερες) ρομαντικές ιστορίες όλων των εποχών, τα «Ανεμοδαρμένα Υψη», το μοναδικό μυθιστόρημα της Εμιλι Μπροντέ (το πρώτο μέρος μόνο), δεν μπορούν να κάνουν αυτή, τη νέα ταινία της Εμεραλντ Φένελ (μετά την «Υποσχόμενη Νέα Γυναίκα» και το «Saltburn»), κάτι περισσότερο από ένα ποτ πουρί κινήσεων εντυπωσιασμού που κατά στιγμές αγγίζει ακόμα και την παρωδία.

Η Φένελ, βέβαια, «εξηγείται» από την αρχή: ο τίτλος της, «Wuthering Heights», εμφανίζεται σε εισαγωγικά. Για να ξέρουμε ότι πρόκειται για διασκευή, ότι δεν αναμετριέται στ' αλήθεια με το ιερό τέρας, ότι κάθε της παραπάτημα οφείλουμε να το παραβλέψουμε, γιατί μας έχει ήδη κλείσει το μάτι, άρα η ταινία είναι meta, αυτή η τεσσάρων γραμμάτων και ελληνικής προέλευσης λέξη που έχει δικαιολογήσει τόσο ναρκισσισμό.

Η ιστορία είναι η γνωστή, με μόνο μικρές διαφοροποιήσεις που όντως δεν έχουν σημασία. Η μικρή Κάθι, όμορφη, ατίθαση και σκανταλιάρα, μεγαλώνει χωρίς μητέρα, χωρίς (στην ταινία) αδέλφια, μόνο με τον πατέρα της που είναι μέθυσος και ενίοτε βίαιος και τη συνοδό και δασκάλα της, τη Νέλι. Ο πατέρας, σε μια έκρηξη γενναιοδωρίας, παίρνει σπίτι του ένα χαμίνι (που, στην ταινία, δεν έχει το σκουρόχρωμο δέρμα του μυθιστορήματος και τον υποδύεται ο Οουεν Κούπερ του «Adolescence»), το οποίο η Κάθι βαφτίζει Χίθκλιφ και προσεταιρίζεται ως αδελφό και καλύτερό της φίλο. Τα δυο παιδιά θα μεγαλώσουν, η Κάθι θα γίνει Μάργκο Ρόμπι, καλλονή με ξανθά μαλλιά και διαβρωτικό ταμπεραμέντο, ο Χίθκλιφ θα γίνει Τζέικομπ Ελόρντι, λιγομίλητος και με συνοφρυωμένο κούτελο. Μεταξύ τους, η παιδική αγάπη θα μεταμορφωθεί σ' ένα αχαλίνωτο πάθος, όσο και απαγορευμένο: η Κάθι θ' αποφασίσει να παντρευτεί τον πλούσιο γείτονα Εντγκαρ κι από εκεί και πέρα το δράμα θα πάρει την ανιούσα.

Ο οργασμός και ο θάνατος είναι λειτουργίες ταυτόσημες για τη Φένελ, αυτό φαίνεται ήδη από τους τίτλους αρχής, όταν σε μαύρο ακούει κανείς τους προοδευτικούς στεναγμούς ενός άνδρα που λαχανιάζει, για να διαπιστώσει, μόλις «ανοίξει» η οθόνη, ότι πρόκειται για έναν κρεμασμένο και τους τελευταίους ρόγχους του. Ο απαγχονισμός είναι ένα δημόσιο πανηγύρι, η μικρή Κάθι είναι παρούσα και νιώθει μια άγρια χαρά κι εκεί κάπου συνειδητοποιούμε ότι το κορίτσι είναι νταρκ. Και η ταινία είναι αρχικά νταρκ, γκοθ (μιλάμε, άλλωστε, για ένα κλασικό love story του σκοτεινού ρομαντισμού), αλλά στην πορεία αλλάζει χίλια χρώματα, φέρνοντας στο νου από τη «Μαρία Αντουανέτα» της Σοφία Κόπολα ως υπερθέαμα του Μπαζ Λούρμαν, αλλά για τα μπαζ-α. Γιατί η Φένελ δεν έχει κατεύθυνση: έχει τον εικαστικό πληθωρισμό ενός στιλάτου lifestyle περιοδικού.

Κι ας γεμίζει τις σκηνές της με θόρυβο, με κρότους, με εργαλεία που βαράνε, για να επιβάλλουν μια αίσθηση βίας. Κι ας επιλέγει για μουσική της πριόνια (μεταφορικά και κυριολεκτικά). Κι ας στήνει ηλιοβασιλέματα αλά «Οσα Παίρνει ο Ανεμος», ή φωτογραφίσιμες πόζες πάλλευκων νεανίδων με μαύρες βδέλες να φεύγουν από το κορμί τους και να σχηματίζουν σμήνη στον τοίχο. Ολα διακοσμητικά, γιατί δεν υπάρχουν οι χαρακτήρες όπου θα μπορούσαν να στηριχτούν, δεν υπάρχει καν η εμμονή και η μεταφυσική διάσταση που εμπλούτισε το έργο της Μπροντέ. Η Κάθι είναι μια κατσιβέλα με ασυγκράτητες ορμές. Ο Χίθκλιφ είναι το σκοτεινό άπιαστο όνειρο, με το μεγάλο του πηγούνι, με το μεγάλο του ύψος, με το μεγάλο του πέος σίγουρα, που μια ματιά ρίχνει και προκαλεί οργασμούς - και θάνατο, για να επιστρέψουμε στην αρχική ιδέα. Οι δεύτεροι ρόλοι γραφικοί (και κάποιοι επιλεγμένοι για συμπεριληψιμότητα, η Νέλι ασιατικής καταγωγής, την υποδύεται η Χονγκ Τσάου, μαύρα παιδάκια στους δρόμους κτλ), ξεχωρίζει σχετικά η Αλισον Ολιβερ ως Ιζαμπέλα, κυρίως γιατί η δική της ηρωίδα έχει μια κάποια εξέλιξη.

Εκείνο κυρίως που ενδιαφέρει τη Φένελ είναι ο ερωτισμός, όμως με τέτοια υπερβολή και απωθημένο, που η ταινία οριακά βλέπεται και ως παρωδία. Τα κορίτσια φορούν ανελλιπώς στενούς κορσέδες που φουσκώνουν λιγουρευτά τα στήθη τους, μια στύση κάνει πέρασμα στην έναρξη, η Κάθι τρέχει στα βράχια του Γιόρκσιρ για να σηκώσει τη φούστα της και ν' αυνανιστεί, ο Χίθκλιφ εκδηλώνει μια τάση προς το BDSM, χωρίς λόγο, σίγουρα χωρίς πάθος, με το εφηβικό γαργάλημα παιδιού που βρήκε στο κομοδίνο το «50 Shades of Grey» των γονιών του. Πράγμα που θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον, ότι δηλαδή η Φένελ θέλησε ν' αποδώσει την ένοχη κρυφή απόλαυση των παρθένων που κρυφοδιάβαζαν τα «Ανεμοδαρμένα Υψη» της Εμιλι Μπροντέ εκεί στα 1850, αλλά αυτό θα ήταν πραγματικά... meta και η ταινία δεν ολοκληρώνει τέτοιες αξιώσεις.

Κι έτσι καταλήγουμε να χαζεύουμε πόσο όμορφοι είναι (από μόνοι τους, όχι απαραίτητα στην ταινία) οι πρωταγωνιστές, τι ωραία δουλειά έχει γίνει από το ενδυματολογικό/σκηνογραφικό, και ν' αναρωτιόμαστε γιατί δυο τεράστιοι σταρ εμπιστεύτηκαν αυτό το σενάριο και πώς η Φένελ συγκέντρωσε τόσο μεγάλο μπάτζετ. Και ν' ανατρέχουμε στις προηγούμενες κινηματογραφικές διασκευές του ενός και μοναδικού μυθιστορήματος της Μπροντέ, από την εσωστρεφή αλλά τόσο ατμοσφαιρική της Αντρεα Αρνολντ του 2011, ως την κλασική, μουσκεμένη από δάκρυα πάθους και τραγωδίας του Γουίλιαμ Γουάιλερ του 1939, με τον Λόρενς Ολίβιε και τη Μερλ Ομπερον, για να ξανασυνειδητοποιήσουμε ότι η διασκευή των κλασικών πρέπει να έχει ένα λόγο ύπαρξης και κάτι νέο να πει. Και να θυμηθούμε ότι, μόνο με τη φωνή και τους στίχους της, η Κέιτ Μπους τα είπε καλύτερα.