Ο Τέιλορ δεν είναι ο συνηθισμένος κρατούμενων μιας φυλακής υψίστης ασφαλείας. Μελαγχολικός και χωρίς πολλές στενές σχέσεις με τους συγκρατούμενους του, βγάζει όσα χρειάζεται κάνοντας τον κουρέα και περνάει αθόρυβα τις μέρες του μέσα στο κελί του. Οταν ένα νέο σύστημα αποσυμφόρησης των φυλακών θα τον επιλέξει για να αποφυλακιστεί και έτσι να καταφέρει να δει τον γιο του, ο Τέιλορ θα βρει την ευκαιρία να αποδείξει πως δεν είναι «τελειωμένος» και θα προσπαθήσει να οργανώσει τη νέα του ελεύθερη ζωή.
Δεν έχει όμως υπολογίσει πως ο Ντι, ο νέος συγκρατούμενος που θα του φέρουν στο κελί του θα απειλήσει ήδη άμα τη εμφανίση του τη δεύτερη ευκαιρία που του χαρίζεται. Εμπορος ναρκωτικών και όχι μόνο, ο Ντι θα αντιληφθεί την ήρεμη δύναμη του Τέιλορ και θα τον χρίσει συνάδελφο του στο έγκλημα. Αυτό όμως θα εξοργίσει την μέχρι τότε κραταιά ομάδα της φυλακής, ανοίγοντας μεταξύ τους ένα βίαιο πόλεμο επιβολής. Ο Τέιλορ θα δεθεί με τον Ντι, θα ανακαλύψει πως κι αυτός φέρει κάτω από τη σκληρότητα που επιδεικνύει έναν τραυματισμένο από την απώλεια και το ξόδεμα νεαρό, αλλά θα αντιληφθεί γρήγορα πως ο νέος του «φίλος» μπορεί να είναι και η νέα του φυλακή.
Ο,τι ακολουθεί στην ταινία του Καλ ΜακΜο, που αρχικά θα σκηνοθετούσαν οι αδελφοί Σάφντι, είναι το τυπικό δράμα φυλακών που από μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη ματιά πάνω στην καθημερινότητα των έγκλειστων θα μετατραπεί σε μια συγκινητική ιστορία φιλίας ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές πριν ολοκληρωθεί σαν ένα αγωνιώδες θρίλερ στο δρόμο προς το φινάλε.
Γυρισμένο με νεύρο, κάμερα στο χέρι και σκηνές πλήθους που, χωρίς να πρωτοτυπούν, υποβάλλουν, το «Τελειωμένος», δεν είναι φειδωλό στη βία ούτε στην κλειστοφοβική ατμόσφαιρα αφού - με επιπλέον ιδέα τη χρήση των κινητών τηλεφώνων και των μηνυμάτων που κυκλοφορούν μέσα στη φυλακή - κλείνει ακόμη περισσότερο το κάδρο σαν να πρόκειται για μια live μετάδοση στο Tik Tok.
Tαυτόχρονα, η βρετανική του ψυχή το οδηγεί νομοτελειακά στον ρεαλισμό που υποχωρεί μπροστά στον ανθρώπινο παράγοντα, αναδεικνύοντας την ιστορία του Τέιλορ σε μια μεγάλη αφηγηματική απόδραση και τις στιγμές της φιλίας των δύο συγκρατουμένων σε μικρές στιγμές ποιητικής μελαγχολίας.
Είναι όμως περισσότερο από όλα αυτά, οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών, ο Ντέιβιντ Τζόνσον και ο Τομ Μπλάιθ που επενδύουν στην αληθοφάνεια για να μεταφέρουν ταυτόχρονα τη σκληρότητα του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο βρίσκονται και τα τελευταία ψήγματα ανθρωπιάς που τους έχουν απομείνει. Οι σκηνές τους είναι και οι καλύτερες μιας ταινίας που παρασύρεται από τα κλισέ, δεν ευαγγελίζεται ότι ανανεώνει το είδος, αλλά με μικρή διάρκεια και σφιχτοδεμένο ρυθμό σε αναγκάζει να μείνεις «φυλακισμένος» μέσα στην ιστορία, ακόμη και όταν οι τίτλοι τέλους - με τη μουσική των Fοrest Swords του Μάθιου Μπαρνς - έχουν πέσει.

