Ο Αντρέ Οβρενταλ έχει αποδείξει στο παρελθόν, από το «The Autopsy of Jane Doe» μέχρι το «Demeter: Η Αφύπνιση του Κακού», ότι διαθέτει την ικανότητα να μετατρέπει απλούς χώρους και καθημερινές καταστάσεις σε εστίες ανησυχίας, χτίζοντας αγωνία περισσότερο μέσα από την ατμόσφαιρα παρά από το ίδιο το θέαμα.

Το νέο κινηματογραφικό πόνημα του Νορβηγού σκηνοθέτης με τίτλο «Ο Επιβάτης» ξεκινά με την υπόσχεση ενός σκοτεινού road horror που θα στηριχθεί στο σασπένς και στην αίσθηση διαρκούς απειλής, όμως στην πορεία μοιάζει να χάνει τον έλεγχο του ίδιου του υλικού του, καθώς η τεχνική αρτιότητα δεν αρκεί για να καλύψει τις αδυναμίες ενός σεναρίου που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από δεκάδες παλιότερα supernatural θρίλερ.

Στη διάρκεια του ταξιδιού τους, ένα ζευγάρι γίνεται μάρτυρας ενός φρικτού τροχαίου δυστυχήματος. Σύντομα αντιλαμβάνονται ότι δεν έφυγαν μόνοι τους από τη σκηνή του δυστυχήματος, καθώς μία δαιμονική οντότητα, ο Επιβάτης, μετατρέπει τη νομαδική ζωή τους σε εφιάλτη και δεν θα τους αφήσει μέχρι να πεθάνουν.

Από τα πρώτα λεπτά γίνεται ξεκάθαρο ότι ο οβρενταλ παραμένει εξαιρετικός τεχνίτης της εικόνας. Η νυχτερινή διαδρομή στον έρημο αυτοκινητόδρομο, το απόκοσμο φως από τα φανάρια και η σκηνή του βίαιου δυστυχήματος δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που σε τραβά αμέσως μέσα στην ιστορία. Ο Οβρενταλ ξέρει πώς να στήσει σασπένς και σε αρκετές στιγμές αποδεικνύει ότι διαθέτει ένστικτο αυθεντικού horror δημιουργού. Η σκηνή όπου η σκοτεινή φιγούρα διακρίνεται αχνά πίσω από το βαν, σχεδόν για μια στιγμή που μπορεί και να φαντάστηκε ο θεατής, είναι ίσως ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει η ταινία.

Το πρόβλημα είναι ότι όσο περνά η ώρα, η ταινία αρχίζει να βυθίζεται στα ίδια κλισέ που υποτίθεται πως θέλει να αποφύγει. Οι χαρακτήρες παίρνουν συνεχώς παράλογες αποφάσεις μόνο και μόνο για να προχωρήσει η πλοκή, οι αποκαλύψεις έρχονται με τρόπο προβλέψιμο και η ιστορία χάνει σταδιακά το μυστήριο που είχε χτίσει τόσο καλά στο πρώτο μέρος. Ακόμη πιο απογοητευτικό είναι το θρησκευτικό υπονοούμενο που εισάγεται αργότερα, με την ταινία να επιχειρεί να συνδέσει την παρουσία του «κακού» με ζητήματα πίστης, ενοχής και θείας τιμωρίας. Αντί όμως να προσθέσει βάθος, αυτή η προσέγγιση κάνει το φιλμ να μοιάζει διδακτικό και υπερβολικά σοβαροφανές για το ίδιο του το υλικό.

Παρά τις δυνατές εικόνες και ορισμένες πραγματικά αποτελεσματικές στιγμές αγωνίας, ο «Επιβάτης» μένει τελικά στη μέση της διαδρομής. Η σκηνοθετική δεξιοτεχνία του Οβρενταλ είναι εμφανής σχεδόν σε κάθε σκηνή, όμως ούτε αυτή αρκεί για να σώσει μια ιστορία που ανακυκλώνει γνώριμες ιδέες χωρίς να τις εξελίσσει ουσιαστικά, αφήνοντας μια ευκαιρία να πάει χαμένη.