Ινδιανάπολη, Φεβρουάριος 1977. Ο Ελληνοαμερικανός Τόνι Κιρίτσις εισβάλλει οπλισμένος στα γραφεία της Meridian Mortgage Company. Αναζητά τον Εμ Ελ Χολ, προσωπικό του μεσίτη και Πρόεδρο της εταιρείας, όμως εκείνος απουσιάζει σε διακοπές. Στο γραφείο του έχει αφήσει τον γιο του, Ρίτσαρντ. Ο Κιρίτσις αναγκάζεται να προσαρμόσει το σχέδιο του: πιάνει όμηρο τον Ρίτσαρντ, τον δένει από το λαιμό με ένα λεπτό σύρμα το οποίο συνδέεται με την καραμπίνα του και τον μεταφέρει στο διαμέρισμα του. Μια απότομη κίνηση και θα τραβηχτεί η σκανδάλη. Μία επέμβαση της αστυνομίας και θα τραβηχτεί η σκανδάλη. Αν τον σκοτώσουν οι σκοπευτές, θα τραβηχτεί η σκανδάλη

Ποια είναι τα αιτήματα του; Απαιτεί δικαιοσύνη. Αγόρασε ένα οικόπεδο με δάνειο από την Meridian Mortgage Company, έχασε κάποιες δόσεις κι ο Εμ Ελ Χολ αρνήθηκε να του δώσει παράταση. Δουλεύει σαν το σκυλί και θα χάσει τα πάντα. Ζητάει αποζημίωση και μία συγγνώμη. Και θέλει να πει την ιστορία του - η οποία πιστεύει ότι είναι η ιστορία εκατομμυρίων της εργατικής τάξης που πιάνονται θύματα των τραπεζών. Για αυτό τηλεφωνεί στον ραδιοφωνικό παραγωγό Φρεντ Τεμπλ, τον μόνο που εμπιστεύεται να μιλήσει. Παράλληλα η αστυνομία περικυκλώνει το κτίριο του. H ομηρία κράτησε 63 ώρες….

Οκτώ χρόνια μετά τη βιτριολική πικρή κωμωδία «Μην Ανησυχείς, δε θα Φτάσει Μακριά με τα Πόδια», ο Γκας Βαν Σαντ επιστρέφει με μία ακόμα αληθινή ιστορία. Πατάει πάνω στο ντοκιμαντέρ του 2018μ («Dead Man’s Line»), επιστρατεύοντας μάλιστα τους δημιουργούς του, Αλαν Μπέρι και Μαρκ Ινοκς ως σύμβουλους στο σενάριο και τα γυρίσματα της ταινίας.

Οι προθέσεις του είναι καλές: μία ταινία εποχής που μιλά και για το σήμερα, καθώς επιχειρεί να φωτίσει τα διαχρονικά ζητήματα της ταξικής ανισότητας, της χειραγώγησης των media και της ψευδαίσθησης του αμερικανικού ονείρου.

Ο Βαν Σαντ κινηματογραφεί την ιστορία με μία μίξη έντασης old-school θρίλερ και καυστικής μαύρης κωμωδίας - η οποία λειτουργεί ως αιχμηρό σχόλιο: στιγμές φαρσικού χιούμορ κριτικάρουν πολύ πιο εύστοχα την ανικανότητα της αστυνομίας, τον αδίστακτο καπιταλισμό (ο Εμ Ελ Χολ, δεν ζητάει συγγνώμη παρόλο που κινδυνεύει το παιδί του), το μιντιακό τοπίο με δημοσιογράφους-κοράκια που ποσώς ενδιαφέρονται πραγματικά για το θέμα.

Το αποτέλεσμα όμως δεν διαθέτει βάθος. Παρά τις ενδιαφέρουσες ιδέες της, η ταινία καταλήγει να απλοποιεί υπερβολικά όσα επιχειρεί να σχολιάσει. Ο Τόνι παρουσιάζεται ως αφελής, συμπαθητικός, υπερασπιστής των αδύναμων - έχει πείσει τον εαυτό του ότι δίνει έναν δίκαιο αγώνα. Ομως ο Βαν Σαντ τον έχει μάλλον σκιτσάρει, παρά παρατηρήσει ουσιαστικά. Παραμένει ασαφής και δραματουργικά ανολοκλήρωτος — μια φιγούρα παγιδευμένη στην οργή και τη σύγχυσή της, παρά ένας πραγματικά τραγικός (αντί)ήρωας.

Οταν, μετά τους τίτλους τέλους, εμφανίζεται το αρχειακό υλικό με τα πραγματικά πρόσωπα, η οθόνη παίρνει φωτιά, το ενδιαφέρον του θεατή αναζωπυρώνεται. Κι ίσως εκεί κρίνεται τελικά το στοίχημα για το αν ένας σκηνοθέτης κατάφερε να σταθεί αντάξιος της αληθινής ζωής, ή την πλησίασε άτσαλα και τραβήχτηκε η σκανδάλη.