Εκατό χρόνια μοναξιάς. Αυτό βιώνει o Φρανκ. Ο Δρ. Φρανκενστάιν τον «δημιούργησε» το 2019, τώρα βρισκόμαστε στο Σικάγο του 1932. Εκεί καταφεύγει, αναζητώντας τον Δρ. Ευφρόνιο — που, προς μεγάλη του έκπληξη, είναι γυναίκα. Η Δρ. Ευφρόνιος έχει γράψει πολλαπλές μελέτες πάνω στα πειράματα της με την «αναζωογόνηση» και ο Φρανκ ελπίζει να ακούσει το αίτημα του και να τον βοηθήσει: λαχταρά, ποθεί, έχει απόλυτη ανάγκη μία σύντροφο. Εδώ κι έναν αιώνα τριγυρίζει μόνος, απόκληρος, ανεπιθύμητος. Απόηχος ανθρώπου. Τέρας. Κανείς δεν τον είχε αγγίξει ποτέ, πριν από τη χειραψία μαζί της. Η Δρ. Ευφρόνιος αιφνιδιάζεται, συγκινείται, αλλά πάνω από όλα καταβάλλεται από επιστημονική περιέργεια και αλαζονική φιλοδοξία: κανείς δεν έχει τολμήσει να ξεθάψει το πτώμα μίας γυναίκας και να επιχειρήσει την νεκρανάσταση της.
Η γυναίκα που ξεθάβουν είναι η Αϊντα. Ενα κορίτσι της νύχτας που λειτουργούσε ως πληροφοριοδότης της αστυνομίας, πλησιάζοντας γκάνγκστερς της αυλής του μεγαλομαφιόζου Λουπίνο και εκμαιεύοντας μυστικά που θα μπορούσαν να τον παγιδεύσουν. Δυναμική, αθυρόστομη, δαιμονίζεται ένα βράδυ (από το φάντασμα της Μέρι Σέλεϊ) και ξεσκεπάζει τα διεφθαρμένα αρσενικά, κι από τις δύο πλευρές του νόμου, με ένα παραλήρημα που οδηγεί στην γυναικοκτονία της. Οταν ανασταίνεται στο εργαστήριο της τρελής επιστήμονα, με τον Φρανκ να την κοιτά με δέος, δεν θυμάται απολύτως τίποτα. Ποια είναι; Πώς βρέθηκε εκεί; Το μόνο που παραμένει ανέγγιχτο είναι το ατίθασο πνεύμα της. Οχι δε θα παραμείνει εσώκλειστη για «παρακολούθηση» από τη Δόκτορα. Θα πείσει τον ερωτοχτυπημένο Φρανκ να το σκάσουν - στη νύχτα, στις σκοτεινές αίθουσες, στα underground καμπαρέ. Μόνο που ένα βίαιο περιστατικό ξυπνά τη ζωώδη, φονική δύναμη του Φρανκ και τώρα μαζί με την Νύφη του ξεκινούν ένα ηλεκτρισμένο ταξίδι δρόμου, όσο αστυνομικοί και μαφιόζοι τους κυνηγούν. Εκείνος τρέχει να ξεφύγει από τις μάζες. Εκείνη τρέχει προς τον αληθινό της εαυτό.
H Mάγκι Τζίλενχαλ («Χαμένη Κόρη», 2021) έχει τις καλύτερες προθέσεις. Πατά πάνω σ’ έναν εμβληματικό μύθο, εμπνεόμενη τόσο από τον «Φρανκενστάιν» (1918) της Μέρι Σέλεϊ, όσο κι από την «Νύφη του Φρανκενστάιν» (1935) του Τζέιμς Γουέιλ, για να δώσει τη δική της ανατρεπτική, εικονοκλαστική, φεμινιστική ανάγνωση: η Νύφη θα είναι η πρωταγωνίστρια κι εκείνη θα μας διηγηθεί μία ιστορία αυτοδιάθεσης και απελευθέρωσης, αναζήτησης και διεκδίκησης ταυτότητας.
Και θα το κάνει ημιάγρια, ριψοκίνδυνα, ξέφρενα αλλόκοτα. Αναπολογητικά φωναχτά. Οπως η ανυπότακτη ηρωίδα της, έτσι κι η Τζίλενχαλ θέλει να βγάλει οργισμένα την μαύρη γλώσσα της στον κόσμο. Να σκηνοθετήσει ένα avant-garde, σκοτεινό, punk-goth ταξίδι γυναικείας χειραφέτησης. Ενα βίαιο, επικό, σέξι horror παραμύθι που λέει σε όλους να κάνουν ησυχία και να ακούσουν τις γυναίκες.
Το production design είναι επικό, τα σκηνικά και τα ρούχα φαντασμαγορικά, ο DP Λόρενς Σερ («Joker»), κρατά την κάμερα σταθερά σ’ ένα οπτικό ντελίριουμ ιδεών κι ευρημάτων.
Μόνο που οι καλές προθέσεις δεν οδηγούν πάντα σε καλό σινεμά. Αυτή η υπέρμετρη φιλοδοξία, η αχαλίνωτη ένταση, η επίτηδες παραδοξότητα ξεφεύγει σ’ ένα κακόφωνο χάος. Μπορεί κανείς να διακρίνει πώς στο χαρτί κάποιες ιδέες φάνταζαν τολμηρές, ριζοσπαστικές, όμως δεν «ζωντανεύουν» στην οθόνη. Το φεμινιστικό μήνυμα κουράζει πολύ γρήγορα - κάπως επιβεβλημένο, υπερβολικό, προφανές (με αποκορύφωμα τη Νύφη να δίνει φωνή στις υπόλοιπες νεκρές γυναίκες και στο τέλος να φωνάζει τρεις φορές «me too, me too, metoo!») Mε ιδέες που δεν έχουν χρόνο και χώρο να αναπτυχθούν (το γυναικείο κίνημα, ή ακόμα και τα ασπρόμαυρα ιντερλούδια της Μέρι Σέλεϊ που ψιθυρίζει προκλητικές αλήθειες στην ηρωίδα της περνούν φευγαλέα, επανέρχονται άτακτα μέσα στην ταινία). Πάνω από όλα η πρόθεση της Τζίλενχαλ να κάνει μία ταινία που δύσκολα εντάσσεται σ’ ένα είδος εκπυρσοκροτεί: είναι άλλο το «έξω από τα καθιερωμένα», κι άλλο το ατάκτως διάσπαρτες ιδέες προς πάσα κατεύθυνση, χωρίς χαλινάρι, χωρίς προορισμό. Μία ταινία ακανόνιστη, σπασμωδική, αποσπασματική που δεν βρίσκει ποτέ το ρυθμό της.
Κι είναι κρίμα γιατί η αγάπη της Τζίλενχαλ για τον κόσμο του σινεμά είναι έκδηλη κι ατόφια. Το εύρημα ότι ο Φρανκ, το απόκληρο τέρας, βρίσκει καταφύγιο στις σκοτεινές αίθουσες και ονειρεύεται αληθινή ζωή μέσα από τις ταινίες (ο αδελφός της, Τζέικ Τζίλενχαλ ερμηνεύει έναν αλά Φρεντ Αστέρ σταρ του Old Hollywood που ο Φρανκ λατρεύει) είναι βαθιά συγκινητική. Την πρώτη φορά που το βλέπεις. Γρήγορα εξαντλείται.
Οπως και η ανάγκη της για προφανείς κινηματογραφικές αναφορές, καταλήγουν σε μία παρέλαση κλεμμένων ιδεών. Σαν να έχει κάτσει η Δρ. Τζίλενχαλ στο εργαστήρι της κι έχει συρράψει κομμάτια από τα κουφάρια των «Metropolis», «Cabaret», «Μπόνι και Κλάιντ», «Rocky Horror Picture Show», ακόμα και τον «Σημαδεμένο», με νεοτερισμούς που φτάνουν από το «Joker» μέχρι την «Ατίθαση Καρδιά», για να καταλήξει με ένα τερατόμορφο δικό της κατασκεύασμα που θυμίζει… ένα poor «Poor Things». Αυτό σκεφτόμασταν σε όλη τη διάρκεια της ταινίας: πόσο πιο απλά, στιβαρά, ριζοσπαστικά είπε όσα ήθελε να πει ο Λάνθιμος. Βella vs Bride… δεν υπάρχει καν σύγκριση.
Κι όσο για τις ερμηνείες. Σε μία χρονιά που δοξάζουμε (επάξια) το εκρηκτικό ταλέντο της Τζέσι Μπάκλεϊ (πολύ πιθανώς της σύντομα οσκαρικής πρωταγωνίστριας του « Αμνετ») χαιρόμαστε να την βλέπουμε να τολμά μία ακόμα ερμηνεία χωρίς φόβο και χωρίς φρένο. Μόνο που το υλικό δεν την βοηθά, το σκηνοθετικό τσουνάμι την παρασύρει κι εκείνη σε μία αμετροεπή φρενίτιδα.
Οπως και τον Κρίστιαν Μπέιλ που τον φωτίζει και τον κρύβει, τον επιλέγει πρωταγωνιστή και τον αφήνει ανεκμετάλλευτο, παγιδευμένο σε σκηνές έξαρσης, ενώ εκείνος λάμπει όταν του επιτρέψεις λίγη ησυχία για να σε υποψιάσει για την ανθρωπιά κάτω από τη μάσκα - του σκοτεινού τέρατος ή του Dark Knight.
Θα θέλαμε πολύ αυτή η Νύφη να λειτουργεί. Ομως, δυστυχώς «It’s -not- alive!».

