Πιο μακριά από το ντοκιμαντέρ του, «The Imposter», του 2012 και πιο κοντά στο «American Animals» του 2018, η νέα ταινία του Μπαρτ Λέιτον είναι ένα heist movie που φοράει περήφανα τις επιρροές του, δεν προσπαθεί να τις κρύψει, αντίθετα, τις αγκαλιάζει. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, η ταινία αναδύει εκείνη τη σκοτεινή, μελαγχολική ατμόσφαιρα των αστυνομικών θρίλερ των ‘90s, τα οποία με τη σειρά τους είχαν εξελίξει το ύφος και τον υπαρξιακό τόνο των heist films των ‘70s. Εδώ δεν έχουμε απλώς μια ληστεία, αλλά μια ιστορία χαρακτήρων που κινούνται σε παράλληλες τροχιές, με ηθικά διλήμματα και προσωπικά αδιέξοδα.
Σε μια διασκευή της νουβέλας του Ντον Γουίνσλοου, Crime 101 (όπου το 101 αναφέρεται όχι σε μια... «εισαγωγή» στο έγκλημα, αλλά στην καλιφορνέζικη λεωφόρο όπου διαπράττονται τα εγκλήματα), ο Κρις Χέμσγουορθ ενσαρκώνει έναν αινιγματικό κλέφτη με εσωτερικές ρωγμές, ενώ η Χάλι Μπέρι, ως απογοητευμένη επαγγελματίας που μπλέκεται στο «κόλπο της ζωής της», προσθέτει συναισθηματικό βάθος, αναζητώντας... τα χρόνια που πήγαν χαμένα. Ο Μαρκ Ράφαλο κινείται με άνεση στο γνώριμο πεδίο του κουρασμένου, scruffy αλλά επίμονου διώκτη, και ο Μπάρι Κιόγκαν (συνεργάτης του Λέιτον ήδη από το «American Animals»), κλέβει σκηνές με μια παρουσία εκρηκτική, απειλητική. Το καστ λειτουργεί ως σύνολο, δίνοντας στην ταινία εκείνη την παλιομοδίτικη στόφα των ταινιών που αγάπησαν την κινηματογραφική οθόνη και το κοινό τους εξίσου, και που αξιοποίησαν με τρόπο ξεχωριστό το τοπίο του Λος Αντζελες, έδρα της απαξίωσης του αμερικανικού ονείρου.
Η ένταση χτίζεται σταδιακά, οι σκηνές δράσεις είναι ελάχιστες και αραιά τοποθετημένες, οι πολλαπλές αφηγηματικές γραμμές αλλά και η έμφαση σε ήρωες απογοητευμένους από τη ζωή και τους ανθρώπους, θυμίζουν Μάικλ Μαν, ακόμα και το «Heat» (θυμίζουν, είπαμε), όπου οι ζωές θύτη και θύματος αντανακλούν η μία την άλλη. Ταυτόχρονα η διάρκεια του φιλμ βαραίνει, ορισμένες υποπλοκές δεν αποκτούν ποτέ το δραματικό βάρος που υπόσχονται. Και όμως, το τελευταίο μέρος σκορπά κάθε αντίσταση, κι η αίσθηση που μένει είναι αυτή μιας ταινίας που υπηρετεί το είδος της με σεβασμό και στιλ και που λειτουργεί χωρίς υπερβολές και κόλπα, παρά μόνο ευπρόσδεκτα σεναριακά.

