Τρεις γυναίκες νιώθουν πως δεν χωρούν πουθενά. Εγκλωβισμένες μέσα σε στερεότυπα (ηλικιακά, ταξικά και χωροταξικά…) δεν μπορούν να βρουν επαφή με την κοινωνία και όσα αυτή απαιτεί από αυτές σε κάθε φάση της ζωής τους. Μοναδική διέξοδος μοιάζει η φύση, το αρχέγονο κάλεσμα μιας άλλης «γυναίκας/μάνας» που είναι ταυτόχρονα καταφύγιο και αφυπνιστικό εμπειρία - χειραφέτησης, αυτοδιάθεσης, ενδυνάμωσης.
Συνεχίζοντας το διακριτό του ταξίδι στον «αόρατο» κόσμο της ανθρώπινης πολυεπίπεδης κατάστασης, ο Πέτρος Σεβαστίκογλου πειραματίζεται στη νέα του ταινία με τις πολλαπλές εκφάνσεις της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, σε μια ταινία που δεν έχει πρόζα ή διαλόγους, ούτε χρόνο ή τόπο, αλλά θυμίζει περισσότερο μια θεατρική perfomance που κινηματογραφείται με τον εσωτερικό ρυθμό μιας δοκιμιακής επανατοποθέτησης των ρόλων μιας γυναίκας σήμερα.
Με τρεις πρωταγωνίστριες που θα μπορούσε να είναι η ίδια γυναίκα (σε διαφορετικές ηλικίες και κυρίως καταστάσεις), ο Σεβαστίκογλου ανιχνεύει και μόνο τις «συμπεριφορές» κάθε ηλικίας, φέρνει στο προσκήνιο την «αόρατη» γυναίκα που όσο και να θέλει δεν μπορεί να επιβληθεί ακόμη και στον εαυτό της, διαπραγματεύεται πάνω στις έννοιες του ερωτισμού και της «επανάστασης» και εικονογραφεί ξεσπάσματα τελετουργιών με επίκεντρο ένα γάμο. Χωρίς όμως κέντρο βάρους, οδηγεί το φιλμικό του δοκίμιο άλλοτε σε σαφείς, άλλοτε σε συγκεχυμένες, άλλοτε σε σουρεαλιστικές, άλλοτε σε νατουραλιστικές - συχνά όμως και σε προβληματικές περιοχές που μοιάζουν να έρχονται από άλλες εποχές εικονογράφησης του γυναικείου σώματος και της επιθυμίας γενικότερα.
Σε ένα σύνολο που σαν αίσθηση (μαζί με τη μουσική και το σχεδιασμό ήχου που εντείνουν τις σιωπηλές «κραυγές») αποδεικνύεται πιο ισχυρό σαν δήλωση, από την τελικά επαναλαμβανόμενη, επιτηδευμένη και σε στιγμές υπερβολικά προφανή εικονογράφησή του.

