Η Αλίς, μεσήλικη, μεσόκοπη καλύτερα, είναι στο δρόμο, βιάζεται να φτάσει κάπου, προσπαθεί να συντονίσει τα δυο της παιδιά, ο μικρός είναι ατίθασος, παθαίνει μια κρίση θυμού, η Αλίς αγωνιά, εκνευρίζεται, του μιλά απότομα, του φωνάζει. Είναι η Αλίς μια καλή μάνα;

Ολη η ταινία εκτυλίσσεται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, μέσα σε μια κλειστή αίθουσα δικαστηρίου, τη μέρα της ακρόασης για την κηδεμονία δύο παιδιών: της 17χρονης Λιλά και του 11χρονου Ετιέν. Παρόντες μόνο οι συνήγοροι, ο πατέρας τους που μοιάζει να συγκρατεί κάτω από την αυτοκυριαρχία του τεταμένα νεύρα και η μητέρα τους, η Αλίς, μια γυναίκα που ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα στον αυτοέλεγχο και την έκρηξη. Τα παιδιά περιμένουν σε άλλο χώρο, «προστατευμένα», όταν ήδη είναι αργά.

Σ' αυτό το μικρό (λόγω σύντομης διάρκειας και μόνο), απρόσμενο κι εκρηκτικό δράμα από το Βέλγιο, η σκηνοθεσία επιλέγει τον πιο απαιτητικό δρόμο: ελάχιστη κίνηση, σχεδόν καμία απόδραση από τον χώρο και μια κάμερα που καρφώνεται επίμονα στο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας. Τα κοντινά πλάνα δεν λειτουργούν ως εντυπωσιασμός, αλλά ως εργαλείο πίεσης. Η ανάσα της Αλίς, τα χείλη της που τρέμουν από απόγνωση, το βλέμμα που παλεύει να μείνει σταθερό, γίνονται το πραγματικό πεδίο μάχης της ταινίας. Η επιλογή να απουσιάζουν τα εξωτερικά πλάνα δεν είναι απλώς αισθητική, είναι και ηθική. Δεν υπάρχει και δεν πρέπει να υπάρχει χώρος διαφυγής ούτε για τους χαρακτήρες ούτε για το κοινό.

Η αυτοσυγκράτηση και η ακρίβεια είναι τα μεγάλα πλεονεκτήματα της ταινίας. Χωρίς μουσικές «υπογραμμίσεις», χωρίς δραματουργικά κόλπα ή εύκολες κορυφώσεις, η ένταση χτίζεται αποκλειστικά μέσα από όσα, με διαδοχικές αποκαλύψεις, λέγονται και, κυρίως, μέσα απ' όσα για ώρα δεν λέγονται: οι θεατές παρακολουθούν τη διαδικασία, καλούνται να διαλέξουν πλευρά και να συμμετάσχουν σ' αυτό το ωμό, σχεδόν σωματικό σασπένς για ν' αγκαλιάσουν και ν' απαρνηθούν τις ίδιες τους τις προκαταλήψεις.

Στο κέντρο αυτής της ασφυκτικής εμπειρίας, με το κλειστό πλάνο και την ελαφρώς αποχρωματισμένη φωτογραφία, βρίσκεται η συγκλονιστική ερμηνεία της Μιριέμ Ακεντιού. Σταθερή συνεργάτιδα των αδελφών Νταρντέν, εδώ παραδίδει ένα ρεσιτάλ εσωτερικότητας: μια γυναίκα που δεν ζητά οίκτο, αλλά δικαιοσύνη και που ταυτόχρονα φοβάται τη στιγμή που η αλήθεια θα ειπωθεί δυνατά, φοβάται τις δικές της αδυναμίες, την οργή και την εξάντληση μιας μητέρας που κουβαλάει βάρος μεγαλύτερο απ’ όσο αντέχεται.

Η ταινία κοιτά την παιδική κακοποίηση μέσα στην οικογένεια κατάματα, χωρίς να προσφέρει εύκολες απαντήσεις ή ξεκάθαρες βεβαιότητες. Αντίθετα, μεταφέρει το βάρος της κρίσης στο κοινό, τοποθετώντας το, είτε θέλει είτε όχι, στη θέση του δικαστή. Ανάμεσα στην αντικειμενική και την υποκειμενική αλήθεια, ανάμεσα στη φρίκη και τους μηχανισμούς άμυνας, στήνεται ένα ψυχολογικό παιχνίδι όπου κάθε απόφαση μοιάζει ελλιπής και κάθε συμπέρασμα προσωρινό.

Μια ταινία που δεν σε αφήνει να αποστασιοποιηθείς, με όπλο τη σκηνοθετική λιτότητα και την αμείλικτη ειλικρίνεια, μετατρέπει μια φαινομενικά στατική διαδικασία σε εμπειρία καθηλωτική, επώδυνη και βαθιά πολιτική. Μια ταινία που δεν φωνάζει, αλλά επιμένει, μέχρι να την πιστέψεις.