Χρειάστηκε η φετινή αξιοσημείωτη σε κάθε περίπτωση διχοτόμηση της μονάδας «Safdie Brothers» προκειμένου να επιβεβαιώσουμε αυτό που γνωρίζαμε, ότι με κοινό πυρήνα το αμερικάνικο (μεγάλο) αφηγηματικό σινεμά και πάντα με έμφαση στα visuals και την ηχητική μπάντα, το στιλ των δύο αδελφών είναι διαφορετικό. Ο Μπένι - και είναι ολοφάνερο στο «The Smashing Machine: Η Καρδιά Ενός Μαχητή» - κρατάει τα ηνίας μιας αφήγησης που προσπαθεί «ήσυχα» να φτάσει στην όποια κορύφωση, ενώ ο Τζος - με κάτι σαν το magnus opus του που είναι το «Marty Supreme» - είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνος για το στιλ των κοινών ταινιών τους, ταινιών που τρέχουν από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο χωρίς να χάνουν όμως (σχεδόν) στιγμή τόσο από την ερμηνευτική όσο και από την αφηγηματική τους δύναμη.
Το «Marty Supreme» είναι ακριβώς αυτή η ταινία, μια φυσική συνέχεια του «Good Time» και του «Uncut Gems», με το volume ανεβασμένο ακόμη (!) περισσότερο, ευτυχώς όχι μόνο σε ρυθμό, ταχύτητα και αφηγηματικές ακροβασίες αλλά και σε άλλα σημεία που το μετατρέπουν σε μια καθαρόαιμη περιπέτεια που φλερτάρει (φυσικά) με το σινεμά του Μάρτιν Σκορσέζε, φέρνει απόηχους από το «Catch me if you Can» (και την αληθινή ιστορία στην οποία βασίστηκε) του Στίβεν Σπίλμπεργκ και μοιάζει με με μια «ελαφριά» (με κάθε πιθανή έννοια της λέξης) μετεξέλιξη του σινεμά του Πολ Τόμας Αντερσον. Προσοχή: καμία από τις παραπάνω αναφορές δεν αφαιρεί από τον Τζονς Σάφντι τον τίτλο ενός πραγματικά συναρπαστικού σκηνοθέτη, εδώ μάλλον στην πιο «mainstream» (για καλό) εκδοχή του.
Τοποθετημένο στα 50s, με τα τραύματα (και τα θαύματα) του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ακόμη ανοιχτά, το «Marty Supreme» δεν είναι παρά η ιστορία της ανόδου του Μάρτι Μάουζερ, ενός νεαρού υπερφιλόδοξου παίχτη πινγκ πονγκ που προσπαθεί με κάθε τρόπο να κυριαρχήσει σε ένα άθλημα που την εποχή εκείνη ήταν σχεδόν άγνωστο στην Αμερική. Και όταν λέμε με κάθε τρόπο, εννοούμε με κάθε τρόπο. Από τη μία θα απαρνηθεί οτιδήποτε υπήρξε μέχρι εκείνη τη στιγμή η φτωχή, μίζερη ζωή του στο lower east side της Νέας Υόρκης προκειμένου να πείσει ομοσπονδίες, συμπαίκτες-αντιπάλους και ισχυρούς ως ένας «σπουδαίος». Από την άλλη θα μηχανευτεί άπατες, ριψοκίνδυνα κόλπα για εύκολο χρήμα και επιχειρηματικές ευρεσιτεχνίες προκειμένου να πληρώνει τα ακριβά γούστα και τα ταξίδια του στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Η γοητεία του (και στις γυναίκες) θα αποδειχθεί μοιραία για την επιτυχία του. Το ίδιο και για την αποτυχία του, καθώς η διαδρομή του, στα 150 λεπτά της ταινίας και στους λίγους μήνες που διαδραματίζεται η ιστορία, θα είναι μια εναλλαγή καταστάσεων: από τα ψηλά στα χαμηλά, από το θρίαμβο στην καταστροφή, από την υπόσχεση για την απόλυτη ευτυχία στην απόλυτη δυστυχία. Χτυπημένος από τη μοίρα, από τα ίδια τα επακόλουθα των επιπόλαιων πράξεων του, μόνος μέσα σε ένα κόσμο που μια τον θέλει πρωταγωνιστή και μια κομπάρσο, ο Μάρτι δεν αλλάζει παρά μόνο ρούχα και τοποθεσίες. Από τη βασιλική σουίτα στο Ritz του Λονδίνου μέχρι ένα (κυριολεκτικά) σάπιο motel στο downtown της Νέας Υόρκης, όσο ο κόσμος αλλάζει και τον αλλάζει, το πείσμα του παραμένει ατσάλινο, η αντοχή του τιτάνια, το ταλέντο του ανεξάντλητο.
Και όλα αυτά γιατί το όνειρο του είναι τόσο μεγάλο που δεν υπάρχει η παραμικρή περίπτωση να μην βγει αληθινό.
Το ίδιο πιστεύει και ο Τζος Σάφντι που υπογράφει (πάντα μαζί με τον μόνιμο συνεργάτη των αδελφών και στο μοντάζ, Ρόναλντ Μπρονστάιν) εδώ ένα σενάριο δομημένο πάνω σε αυτό το roller coaster - από τη Νέα Υόρκη στο Λονδίνο και από εκεί στο Τόκιο, με σκηνές που ξεκινούν από τα χαμηλά για να φτάσουν σχεδόν σε απαγορευτική ένταση, σε ένα αφηγηματικό σπιράλ απολαυστικό όσο και εξαντλητικό. Κυρίως όμως υπογράφει μια σκηνοθεσία που, αεικίνητα και σε τέλεια ενορχήστρωση ενός αδιανόητου (υπό άλλες συνθήκες) θορύβου (αδιανόητη εδώ είναι η συμβολή του instant classic soundtrack του Ντανιέλ Λοπατίν aka Oneohtrix Point Never που μετατρέπει σε επική ελεκτρόνικα τα φαντάσματα του Μορικόνε και του Σακαμότο), ο Σάφντι, με τη βοήθεια του Ντάριους Κόντζι στην τραχειά glamorous φωτογραφία, ολοκληρώνει ένα ανθρωποκυνηγητό στο οποίο ο Μάρτι Μάουζερ κυνηγά το όνειρο, ο θεατής κυνηγά τον Μάρτι Μάουζερ και το ίδιο το σινεμά κυνηγά τη ζωή. Σε ένα παιχνίδι που με αφορμή και έμπνευση το πινγκ πονγκ, στέλνει και επιστρέφει διαρκώς την απόλαυση, διακινδυνεύοντας ερήμην του δημιουργού του να μικραίνει τελικά μια ιστορία που ίσως στα χέρια ενός Σκορσέζε να κατέληγε σε ένα οικουμενικό (τραγικό εκ των πραγμάτων) διαστάσεων success story.
Στο «Marty Supreme» η ιστορία μικραίνει (ίσως ταιριαστά μαζί με το αμερικάνικο όνειρο), καθώς ο Σάφντι, πριν φτάσει στο λυτρωτικό φινάλε, διασκεδάζει μόνος του με υπέροχες, αλλά πλέον περιττές σκηνές (κυρίως αυτές με την ωστόσο πάντα fun παρουσία του Εϊμπελ Φεράρα) που παραγεμίζουν τα 150 λεπτά μιας ταινίας και ιδέες (όπως το «μελλοντικό» soundtrack των 80s που σχολιάζει ωστόσο με σθένος την Αμερική του σήμερα) που τονώνουν τη γοητεία αλλά αφαιρούν την πραγματική επική ομορφιά της ταινίας του.
Ευτυχώς το δικό της success story είναι τουλάχιστον μεγατόνων. Και αυτό δεν είναι άλλο από τον Τίμοθι Σαλαμέ, σε μια ερμηνεία (την καλύτερη της καριέρας του και μια από τις καλύτερες γενικά) που θα τολμούσε κανείς να περιγράψει ως ταυτόχρονα νατουραλιστική και ιμπρεσιονιστική, αφού αγγίζει σχεδόν τα όρια της τεκμηρίωσης ο τρόπος με τον οποίο ο (ακόμη) νεαρός ηθοποιός βρίσκει στον Μάρτι Μάουζερ τον τόνο μιας φιλοδοξίας και μιας πορείας προς το όνειρο που δεν του είναι ξένη. Μικροκαμωμένος αλλά bigger than cinema στην οθόνη, δεν παίρνει κυριολεκτικά ανάσα ως ζεν πρεμιέρ, κωλόπαιδο, ταλαντούχος παίχτης του πινγκ πονγκ, πληγωμένος γιος, εραστής, πωλητής παπουτσιών, απατεώνας, σε μια ερμηνεία που «ανεβάζει» και «γεμίζει» τα σημεία στα οποία σενάριο και σκηνοθεσία της ταινίας μοιάζουν «άδεια». Η σωματικότητα του ρόλου του και μια εσωτερική δύναμη που μοιάζει να έρχεται με φόρα από τα βάθη της αμερικανικής ιστορίας και λογοτεχνίας και από το αποτύπωμα όλων των ηθοποιών που υποδύθηκαν κάποτε έναν «μικρό» που ήθελε να γίνει «μεγάλος», κάνουν τον Σαλαμέ το πραγματικά «supreme» μιας πληθωρικής, με όλους τους κινδύνους που αυτό φέρει, ταινίας.

