Οι ταινίες που επικεντρώνονται κυρίως στην ατμόσφαιρα βασίζονται σε μια λεπτή ισορροπία: στο σημείο όπου η εικόνα, ο ήχος και ο ρυθμός δεν απλώς υποστηρίζουν την ιστορία, αλλά αναλαμβάνουν να τη σηκώσουν στους ώμους τους. Το «Rabbit Trap» του Μπριν Τσέινι χτίζεται ακριβώς πάνω σε αυτή τη λογική, σαν ένα φιλμ που από την πρώτη στιγμή σου ψιθυρίζει ότι δεν χρειάζεται να καταλάβεις τα πάντα, αρκεί να τα νιώσεις. Η υπόσχεση είναι δελεαστική, σχεδόν υπνωτική, και για αρκετή ώρα καταφέρνει να σε κρατήσει εγκλωβισμένο μέσα στο κλίμα της.

Ωστόσο, όσο η ταινία προχωρά, γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι αυτό το προσεκτικά σχεδιασμένο κλίμα λειτουργεί και ως αντιπερισπασμός. Κάτω από την άρτια σκηνοθετημένη σιωπή και τις εικόνες που αναζητούν διαρκώς νόημα, η αφήγηση δυσκολεύεται να σταθεί με τις δικές της δυνάμεις.

Eνα ζευγάρι μουσικών μετακομίζει σε μια απομονωμένη καλύβα, αναζητώντας έμπνευση στους ήχους της φύσης. Η εμφάνιση ενός μυστηριώδους παιδιού φέρνει στην επιφάνεια κρυφές εντάσεις και δοκιμάζει τη σχέση τους, καθώς η γαλήνη της φύσης διαστρέφεται σε μια σκοτεινή, απειλητική δύναμη.

«Aν θες να παγιδεύεις έναν λαγό ή οποιοδήποτε άλλο πλάσμα πρέπει να ξέρεις τι λαχταράει. Και αυτό προσφέρεις ως δώρο. Και πρέπει να το εννοείς», ακούγεται κάποια στιγμή στην ταινία. Το «Rabbit Trap» μοιάζει να υιοθετεί αυτή τη φράση ως άτυπο καλλιτεχνικό του μανιφέστο, γνωρίζοντας πολύ καλά τι επιθυμεί ο θεατής ενός ατμοσφαιρικού σινεμά και προσφέροντάς του απλόχερα εικόνες, ήχους και μια αίσθηση υπόγειας απειλής. Ο Τσέινι ξέρει πώς να στήνει παγίδες προσοχής, να οδηγεί το βλέμμα και να καλλιεργεί προσμονή μέσα από τη σκηνοθεσία, χωρίς να βιάζεται, αφήνοντας τις εικόνες να αναπνεύσουν και χτίζοντας ατμόσφαιρα με την υπομονή ενός συνθέτη ambient μουσικής.

Ο Τσέινι φαίνεται να θέλει να αξιοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερο την εικόνα, τον ήχο και τις σιωπές, τα οποία, με την σειρά τους, τα βάζει να λειτουργήσουν σαν αόρατα χέρια που προσπαθούν να καθοδηγήσουν το συναίσθημα σου. Η ταινία καταφέρνει να σε κρατήσει μέσα στο δίχτυ της για ώρα, αλλά όσο το κουβάρι ξετυλίγεται, η ατμόσφαιρα από μόνη της δεν αρκεί αν δεν υπάρχει μια κάποια πλοκή που να σε οδηγεί κάπου.

Το πρόβλημα του «Rabbit Trap» δεν είναι ότι θέλει να είναι υπαινικτικό ή αινιγματικό. Είναι ότι πίσω από αυτή την επιφανειακή μυστηριώδη διάθεση κρύβεται ένα σενάριο που δείχνει ανολοκλήρωτο. Τα μυστικά της ιστορίας, μπλέκοντας νεράιδες, ψυχικά τραύματα, μουσική και παραδόσεις και δεισιδαιμονίες, μοιάζουν να επιπλέουν ακριβώς κάτω από την επιφάνεια, όπως αντικείμενα σε μια πισίνα χωρίς τον παραμικρό κυματισμό. Τα βλέπεις, ξέρεις ότι είναι εκεί, αλλά τίποτα δεν τα ταράζει αρκετά ώστε να αποκτήσουν βάρος ή δραματική ένταση. Οι θεματικές που αγγίζονται, από την αποξένωση μέχρι το τραύμα και τη μνήμη, παραμένουν περισσότερο δηλωμένες παρά πραγματικά επεξεργασμένες, χωρίς την αφηγηματική υφή που θα τις έκανε να λειτουργήσουν σε συναισθηματικό επίπεδο.

Ακόμα και η σκηνοθεσία, αντί να φωτίσει αυτές τις αδυναμίες, μοιάζει να τις καλύπτει συνειδητά. Ο Τσέινι ποντάρει στη διάθεση, στο βλέμμα, στον ήχο, σαν να ελπίζει ότι η εμπειρία θα υπερισχύσει της ιστορίας. Σε στιγμές αυτό λειτουργεί, δημιουργώντας ένα υποβλητικό περιβάλλον που κρατά το ενδιαφέρον ζωντανό, αλλά αθώς περνάει η ώρα, όμως, η έλλειψη ουσιαστικής δραματουργικής εξέλιξης γίνεται αισθητή και κουραστική, όπως ένα μουσικό κομμάτι που επιμένει στην ίδια νότα χωρίς να οδηγείται ποτέ σε κορύφωση.

Το «Rabbit Trap» αφήνει την αίσθηση μιας ταινίας που επενδύει στη φόρμα για να καλύψει την απουσία ουσίας και που, παρά τις εμφανείς αρετές του, μοιάζει να παγιδεύεται στο ίδιο της το τέχνασμα, χωρίς ακριβώς να ξέρει τι θέλει να σου πει. Ενα όμορφα σκηνοθετημένο αίνιγμα, που όμως, όταν σβήσουν τα φώτα, αφήνει πίσω του περισσότερη ατμόσφαιρα παρά ουσιαστικό απόηχο.