Σ’ ένα κινηματογραφικό είδος που στην Ελλάδα έχει ταλαιπωρηθεί όσο λίγα, τη mainstream, εμπορική ταινία που ταυτόχρονα σέβεται και ψυχαγωγεί το κοινό, έρχεται η «Τελευταία Κλήση» να δώσει μια μικρή, αλλά ουσιαστική ανάσα. Ενα κλειστοφοβικό θρίλερ που παντρεύει οικογενειακή τραγωδία, κρατική διαφθορά και τη διαρκή μάχη του «μικρού» απέναντι σε δυνάμεις που τον ξεπερνούν, χτίζοντας μεθοδικά ένταση και αγωνία.
Διαβάστε ακόμη: Γιώργος Μπένος | «Οχι δεν παίζω τον Νίκο Ευαγγελάτο - μυθοπλασία κάναμε, όχι ντοκιμαντέρ»
Για όσους έζησαν, ή έστω αντιλήφθηκαν, τη δεκαετία του ’90, η ιστορία αυτή κουβαλά μια βαριά μνήμη. Η ιστορία είναι μια (ελαφρώς ελεύθερη) μεταφορά της τραγωδίας του Σορίν Ματέι, με κάποιες διαφοροποιήσεις από το πραγματικό γεγονός, παρά τη μάλλον αμήχανη περιγραφή της ως «μυθοπλασίας εμπνευσμένης από διαφορετικά περιστατικά», μια διατύπωση που μοιάζει να προκύπτει περισσότερο από νομικές ανάγκες παρά από δημιουργική πρόθεση. Στην ουσία της, η ταινία ακουμπά πολύ κοντά σε εκείνο το βράδυ που κράτησε μια ολόκληρη χώρα καρφωμένη μπροστά στην τηλεόραση και κόστισε τη ζωή δυο ανθρώπων.
Στην πλοκή, ένας Ρουμάνος μετανάστης, ο Ράντου, κατηγορούμενος για ληστείες και απόπειρα ανθρωποκτονίας, τοξικομανής και δραπέτης, εισβάλλει σ’ ένα διαμέρισμα μιας μεσοαστικής πολυκατοικίας και κρατά ομήρους μια οικογένεια: τη μητέρα, την εικοσάχρονη κόρη με τον αρραβωνιαστικό της και ένα μικρότερο παιδί. Στο χέρι του, που τρέμει όλο και πιο έντονα από την ένταση και την εξάντληση, κρατά μια χειροβομβίδα. Αν την αφήσει, όλα τελειώνουν. Μέσα σε αυτή την εκρηκτική κατάσταση, επιλέγει να επικοινωνήσει μ’ έναν νεαρό, άπειρο δημοσιογράφο τηλεοπτικού δελτίου - κάποιον που ο ίδιος θεωρεί ότι έχει δείξει ψήγματα ακεραιότητας - και τον χρησιμοποιεί ως ενδιάμεσο για να διαπραγματευτεί τη διαφυγή του.
Τελικά, όλα έχουν να κάνουν με το τι περιμένεις να δεις. Αν κάποιος αναζητά μια πολυεπίπεδη, εις βάθος προσέγγιση της υπόθεσης, με ουσιαστικά σχόλια για τη διαφθορά της αστυνομίας, την κρατική αδράνεια, τον αναδυόμενο τότε ρατσισμό ή τον ρόλο των media, μάλλον θα απογοητευτεί. Η ταινία επιλέγει συνειδητά έναν άλλο δρόμο, παίρνει τα πραγματικά γεγονότα και τα μετατρέπει σε υλικό για μια σφιχτοδεμένη, αγωνιώδη αφήγηση που λειτουργεί πρωτίστως ως ψυχαγωγία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Ράντου παρουσιάζεται περισσότερο ως θύμα των συνθηκών, ένας άνθρωπος που γεννά και οίκτο, ενώ ο δημοσιογράφος γίνεται άθελά του μέρος μιας κατάστασης που τον ξεπερνά. Το κανάλι βρίσκεται εγκλωβισμένο σε έναν ρόλο που δεν διάλεξε, αναγκασμένο να αναλάβει ευθύνες που κανείς άλλος δεν φαίνεται πρόθυμος να πάρει. Στο παρασκήνιο διαφαίνονται σκιές κρατικών μηχανισμών, υπαινιγμοί για την ΕΥΠ, φιγούρες καιροσκόπων δημοσιογράφων, αλλά και ένας έντιμος αστυνομικός που βλέπει την εξουσία του να υπονομεύεται από «ανώτερα» συμφέροντα.
Αν, όμως, αφήσει κανείς στην άκρη το βάρος της πραγματικής ιστορίας (μιας υπόθεσης που τραυμάτισε βαθιά την εμπιστοσύνη προς την αστυνομία, μπέρδεψε μια ολόκληρη κοινωνία και σκόρπισε βία και θάνατο), η «Τελευταία Κλήση» στέκεται με αυτοπεποίθηση ως κινηματογραφική εμπειρία. Ο αιγυπτιακής καταγωγής Σερίφ Φράνσις, στο πρώτο σκηνοθετικό του πέρασμα στο σινεμά μετά από μια σειρά μουσικών βίντεο και η έμπειρη Κατερίνα Μπέη στο σενάριο, παραδίδουν ένα έργο με ρυθμό και ένταση που θυμίζει τα δυνατά ισπανικά θρίλερ, ακόμα και σύγχρονες ταινίες «ζωντανής» αναμετάδοσης τραγωδιών σαν το πρόσφατο «Πέντε Σεπτεμβρίου», που κρατά το κοινό διαρκώς σε εγρήγορση.
Η φωτογραφία του Ραμόν Μαλαπέτσα χτίζει με ευαισθησία και ακρίβεια τρεις διαφορετικούς κόσμους σκοταδιού: το ασφυκτικό διαμέρισμα, το ηλεκτρικό φως του ηλεκτρισμένου τηλεοπτικού στούντιο και το αόρατο, πιο ανησυχητικό σκοτάδι των παρασκηνιακών συναλλαγών, αφήνοντας να πλανάται κι ένα τέταρτο, άυλο, αυτό που φωλιάζει μέσα μας. Το μοντάζ του Θοδωρή Αρμάου κινείται με άνεση ανάμεσα στην ένταση και στις πιο ήσυχες, εσωτερικές στιγμές, δίνοντας χώρο και στην αγωνία και στην ενδοσκόπηση των ηρωίδων και των ηρώων.
Οι ερμηνείες στηρίζουν εν πολλοίς πετυχημένα το αποτέλεσμα. Ο Γιώργος Μπένος, στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο, αποτυπώνει με λεπτότητα και αλήθεια τη μετάβαση από την αθωότητα στον φόβο και την ευθύνη. Ο Ορφέας Αυγουστίδης, αν και ξεκινά με μια ελαφρά αμηχανία, βρίσκει σταδιακά τον ρυθμό του και φορτίζει τον Ράντου με ένταση. Η Μαρία Ναυπλιώτου ισορροπεί ανάμεσα σε στιγμές δισταγμού και δυναμισμού, ενώ ο Δημήτρης Λάλος δίνει υπόσταση σε έναν γνώριμο αλλά καλοδουλεμένο τύπο αστυνομικού. Ο Νίκος Ψαρράς και ο Ερρίκος Λίτσης περιορίζονται, και με στιγμές υπερβολής, σε στερεοτυπικά γραμμένους ρόλους. Είναι, όμως, η Ρένια Λουιζίδου που κερδίζει την παράσταση, σ' έναν ρόλο που της δίνει χώρο και θυμίζει πόσο βαθιά και συγκινητικά η ηθοποιός μπορεί ν' αγγίξει έναν χαρακτήρα.
Το παν, λοιπόν, είναι το τι περιμένεις - κι αν αυτό είναι μια δυνατή, γρήγορη, σκοτεινή, ψυχαγωγική ιστορία δράσης και ανθρώπινου δράματος, η «Τελευταία Κλήση» δέχεται την πρόκληση κι ανταποκρίνεται με δύναμη και σαρωτικό ρυθμό. Αφήνοντας την πραγματικότητα έξω από το σινεμά.

