Συνέντευξη

Γιώργος Μπένος: «Οχι δεν παίζω τον Νίκο Ευαγγελάτο - μυθοπλασία κάναμε, όχι ντοκιμαντέρ»

στα 10

«Τελευταία Κλήση», αλλά πρώτη φορά σινεμά. Πόσο τον τρόμαξε το ντεμπούτο του; Πόσο αγαπά τους ρόλους που τον φέρνουν στα όρια του; Πώς πλησίασε τον συγκεκριμένο - πάτησε πάνω στα «αληθινά γεγονότα»;

Γιώργος Μπένος: «Οχι δεν παίζω τον Νίκο Ευαγγελάτο - μυθοπλασία κάναμε, όχι ντοκιμαντέρ»
Photo Credit: Κωνσταντίνος Κεσσίδης

Ταλαντούχος ηθοποιός του θεάτρου και της μικρής οθόνης (οι περισσότεροι τον γνώρισαν και τον αγάπησαν στο ρόλο του «Σπύρου», στο «Maestro» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη), ο Γιώργος Μπένος κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλη με κάτι αρκετά δύσκολο και προκλητικό.

Στην «Τελευταία Κλήση» του Σέριφ Φράνσις ερμηνεύει τον «Αντώνη», έναν νεαρό δημοσιογράφο που καλείται να βγει live στο δελτίο ειδήσεων, για πρώτη φορά στη ζωή του, και κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες: ένας κακοποιός, ο Νικολάι, έχει αποδράσει, έχει μπουκάρει σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Παγκράτι και κρατά 4 ομήρους με την απειλή ότι, αν δεν του ανοίξει δρόμο η αστυνομία να φύγει, θα τα ανατινάξει όλα με τη χειροβομβίδα που κρατάει. Αυτούς τους όρους θα τους συζητήσει ζωντανά στον αέρα τηλεοπτικού σταθμού μόνο με τον Αντώνη, κανέναν άλλον. Γιατί σε αυτό το νεαρό ρεπόρτερ είχε δει μία ειλικρίνεια, μια χαραμάδα ηθικής, κι αυτόν μόνο εμπιστεύεται.

Υπάρχει μία λεπτή ειρωνία στο ότι κι ο Γιώργος Μπένος, κι ο χαρακτήρας του, αντιμετωπίζουν μία επαγγελματική πρόκληση για πρώτη φορά.

Και δεν θα σας αποκαλύψουμε αν τα κατάφερε ο «Αντώνης», αλλά ο Γιώργος σίγουρα εντυπωσιάζει.

Η πρόκληση ήταν ότι ο χαρακτήρας μου, στο μεγαλύτερο κομμάτι της ταινίας, είναι κολλημένος σε μια καρέκλα. Με δελέασε ότι πρέπει να χτίσω έναν άνθρωπο, να εκφράσω τα συναισθήματα του και τι περνούσε, με μικρές χειρονομίες κι εκφράσεις γιατί η κάμερα ήταν πάνω μου. Αλλά πάντα μου άρεσαν οι εσωτερικές ερμηνείες, κι όχι οι φωναχτές. Να δουλεύεις τα βλέμματα, τη φωνή σου, ένα μικρό τρέμουλο στα χέρια...»

Γιώργος Μπένος Photo Credit: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος

Πρώτη φορά σινεμά, με έναν απαιτητικό ρόλο - με έναν χαρακτήρα που βγαίνει πρώτη φορά στον αέρα των ειδήσεων live, στην πιο δύσκολη νύχτα της ζωής του. Τι σε ενθουσίασε, τι σε τρόμαξε σε αυτό το ντεμπούτο;

Δεν με τρόμαξε η ιδέα ότι θα κάνω την πρώτη μου ταινία. Πάντα αγαπούσα το σινεμά, πάντα ήθελα να μπω σ’ αυτό τον κόσμο που έχει έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο υποκριτικής προσέγγισης από το θέατρο - χρησιμοποιείς άλλα εργαλεία, μικρότερες εκφράσεις, αφαιρείς. Κι εμένα αυτό με ενθουσίαζε. Ακόμα κι ως θεατή, οι ηθοποιοί που έπαιζαν πιο εσωτερικά και λιγότερο φωναχτά ήταν οι αγαπημένοι μου.

Οπότε διαβάζοντας το σενάριο είδα ότι πρόκειται για έναν τέτοιου είδους ρόλο - αυτός ο χαρακτήρας στο μεγαλύτερο κομμάτι της ταινίας είναι κολλημένος πάνω σε μία καρέκλα. Με δελέασε λοιπόν ότι πρέπει να χτίσω έναν άνθρωπο, να εκφράσω τα συναισθήματα του και τι περνούσε, με μικρές χειρονομίες κι εκφράσεις γιατί η κάμερα ήταν πάνω μου. Επίσης, μεγάλη πρόκληση ήταν ότι ο ήρωας μου αντιμετώπιζε διπλή δυσκολία: έτσι κι αλλιώς η συνθήκη του να μιλάει με έναν κατάδικο που κρατούσε τέσσερις ομήρους ήταν δύσκολη, αλλά το γεγονός ότι έβγαινε για πρώτη φορά live στον αέρα το έκανε ακόμα πιο τρομακτικό. Ηταν ένας απλός ρεπόρτερ δεν είχε ξαναπεί live ειδήσεις.

Είχα μεγάλη αγωνία και φόβο για το αν θα τα καταφέρω, αλλά είχα και μεγάλη στήριξη από τον Σέριφ, ο οποίος πίστευε σε μένα.

Γιώργος Μπένος Με τον σκηνοθέτη του, Σέριφ Φράνσις (photo credit: Δομνίκη Μητροπούλου

Αυτό το «βιδωμένος σε μια καρέκλα» που αναφέρεις είναι αρκετά εντυπωσιακό για ηθοποιό που κάνει το ντεμπούτο του. Πώς προετοιμάστηκες; Πώς κανείς ξεχνάει το σώμα και επικεντρώνεται μόνο στο πρόσωπο του;

Είχα έναν υπέροχο καθηγητή στο Εθνικό, τον Δημήτρη Ημελλο, ο οποίος δεν είναι πια στη ζωή και μας λείπει πάρα πολύ. Μας έλεγε πάντα -και το έχω κρατήσει και το κουβαλάω- «Παιδιά, ανθρωποπαρατήρηση! Να παρατηρείτε τον κόσμο εκεί έξω…» Και εμένα μου άρεσε πάντα να το κάνω - όταν είμαι σ’ ένα καφέ, στο μετρό, στο λεωφορείο, στο δρόμο, παρατηρώ πάντα τον κόσμο γύρω μου. Κι είναι αποκαλυπτικό να καταλαβαίνεις ότι οι άνθρωποι μπορεί να περνούν μεγάλα συναισθήματα, αλλά τα εκφράζουν με πολύ μικρά πράγματα. Βλέπεις έναν άνθρωπο να κάθεται και να τρέμει λίγο το πόδι του, ή να έχει πιο σηκωμένους τους ώμους του, ή να τρεμοπαίζει το βλέφαρο του, ή να σπάει λίγο η φωνή του. Αυτά είχα στη φαρέτρα μου και προσπάθησα να τα δουλέψω - κι όχι να κάτσω σ’ αυτή την καρέκλα και να πω εμφατικά το κείμενο μου. Αντίθετα, προσπάθησα να επικεντρωθώ στο πώς θα μπορούσα, ακόμα και με τον τρόπο που κρατάω το στιλό ή πώς παίζουν τα μάτια μου, ή τις συσπάσεις στο πρόσωπο μου να εκφράσω την αγωνία, τις σκέψεις του χαρακτήρα μου. Κι όχι να τα «φωνάξω». Να μην παίξω την αμηχανία μου, να την νιώσω.

Γιώργος Μπένος Photo credit: Δομνίκη Μητροπούλου

Πάμε όμως λίγο πιο πίσω: πώς σου έγινε αυτή η πρόταση και γιατί είπες ναι. Έμοιαζε όλο πολύ μεγάλο στοίχημα - εσύ πρωτοεμφανιζόμενος, ο σκηνοθέτης πρωτοεμφανιζόμενος…

Η πρόταση ήρθε από τον Μάκη Γαζή, τον casting director. Και χάρηκα πάρα πολύ, γιατί ξέρω πόσο ο Μάκης αγαπά το σινεμά, πόσο καλός είναι στη δουλειά του, πόσο προσέχει τις συνεργασίες του. Οπότε ήταν ιδιαίτερα τιμητικό να με σκεφτεί. Μου έστειλε κάποιες σκηνές, τις διάβασα, κατάλαβα ότι ήταν κάτι πολύ απαιτητικό και δύσκολο αλλά δεν είχα ολόκληρη την εικόνα, ολόκληρο το σενάριο. Οταν με επέλεξαν για το ρόλο συναντήθηκα από κοντά για πρώτη φορά με τον Σέριφ. Κι εκεί καθησυχάστηκα. Γιατί είδα τη λαχτάρα στα μάτια του, τις ιδέες, την αγάπη, την αφοσίωση, την προσωπικότητα αυτού του ανθρώπου και κατάλαβα πόσο θα προσέξει την ταινία του. Επίσης ότι έγραψε αυτό το σενάριο με την Κατερίνα Μπέη ήταν μία ζώνη ασφαλείας για μένα. Οπότε βούτηξα κι εγώ στο άγνωστο. Κι αυτό το άγνωστο κατέληξε να μας συνδέει με τον Σέριφ. Πολλές φορές στο γύρισμα, τον καταλάβαινα και με καταλάβαινε - ήταν η πρώτη μας φορά, κι αυτό το είχαμε κοινό και βοηθούσε ο ένας τον άλλον.

Να κοιτάξουμε λίγο κατάματα τον ελέφαντα στο δωμάτιο; Ρουμάνος κατάδικος που δραπετεύει. Χειροβομβίδα. Ομηροι ένα αρραβωνιασμένο ζευγάρι και η μητέρα της κοπέλας σε ένα διαμέρισμα στα Πατήσια. Είναι αυτή η ταινία, η ιστορία Σορίν Ματέι;

Οχι.

Παίζεις τον Νίκο Ευαγγελάτο;

Οχι.

Οχι, δεν επικοινώνησε μαζί μου κανένα αληθινό πρόσωπο από την ιστορία του Ματέι. Και δεν νομίζω να γίνει κιόλας. Γιατί το δηλώσαμε εξ αρχής: δεν πάμε να αναπαραστήσουμε αυτή τη τη συγκεκριμένη ιστορία. Πήραμε κάποια στοιχεία, αλλά χτίσαμε άλλους χαρακτήρες, γράφτηκε ένα διαφορετικό σενάριο, για να γίνει όλο αυτό κινηματογραφικά γοητευτικό. Μυθοπλασία κάναμε, δεν γυρίσαμε ντοκιμαντέρ. Οπότε κάθε σύγκριση θα ήταν αβάσιμη...»

Γιώργος Μπένος Photo credit: Δομνίκη Μητροπούλου

Δεν υπεκφεύγω, το είχαμε συζητήσει εκτενώς με τον Σέριφ. Ναι μεν, η ιστορία είναι εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα, αλλά και η εξέλιξη της είναι μυθοπλασία κι ο δικός μου ρόλος είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Ο Αντώνης δεν ήταν ούτως ή άλλως ο κεντρικός παρουσιαστής του δελτίου. Ηταν ένας αφανής ρεπόρτερ του αστυνομικού ρεπορτάζ - πρώτη φορά μπήκε στο πλατό, δεν είχε καμία εμπειρία και του έσκασε η βόμβα στα χέρια: έπρεπε να διαπραγματευτεί με έναν κακοποιό. Οπότε, εκ των πραγμάτων, ο ρόλος μου έχει άλλο background κι άλλη βαρύτητα.

Δεν μπήκες στον πειρασμό να δεις τα βίντεο; Να μελετήσεις αντιδράσεις; Είτε από αυτό το περιστατικό, είτε από άλλα παρόμοια; Να δεις πώς το χειρίζονται οι δημοσιογράφοι;

Ο Σέριφ με είχε συμβουλεύσει από την αρχή να μην το κάνω. Να εστιάσω στο ότι για τον Αντώνη ήταν η πρώτη φορά. Αυτό που έκανα όμως ήταν να μελετήσω βίντεο του τι κάνουν οι δημοσιογράφοι όταν συμβεί κάτι αναπάντεχο την ώρα της live μετάδοσης των ειδήσεων - ένας σεισμός για παράδειγμα. Πώς δεν εγκαταλείπουν το πόστο τους, πώς προσπαθούν να παραμείνουν ψύχραιμοι ενώ έχουν τρομάξει, πώς παραμένουν επαγγελματίες, πώς χειρίζονται το λόγο. Η έρευνα μου κινήθηκε προς τα εκεί - να κρύψω το φόβο και το άγχος. Ο Αντώνης έπρεπε να χειριστεί έναν άνθρωπο στα όρια του και μπορούσε ανά πάσα στιγμή να κάνει κάτι λάθος, να κάνει μια μοιραία επιλογή. Πώς θα ερμήνευα κάτι τέτοιο ήταν για μένα μεγάλη πρόκληση. Και συναρπαστικό και δύσκολο. Αλλά για μένα αυτά τα δύο πάνε πάντα μαζί.

Οσο κι αν αγάπησα τον «Σπύρο» του «Maestro», όταν μού έγινε πρόταση για κάτι τόσο κόντρα όπως ο «Αντώνης» εδώ, χάρηκα πολύ. Ηθελα να μεταμορφωθώ, να γλιστρήσω κάτω από ένα πιο clean cut δέρμα, να βάλω κουστούμι και γραβάτα, να γίνω κάποιος με άλλες ανησυχίες, κι άλλου είδους τσαλάκωμα. Οι αλλαγές δεν με τρομάζουν, με γοητεύουν.»

Γιώργος Μπένος Στα γυρίσματα του «Maestro» (Photo credit: Aμαλία Κωβαίου)

Να το δούμε λίγο αυτό; Το μεγαλύτερο μέρος του κοινού σε γνώρισε από το «Maestro» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, σ’ έναν και πάλι έντονο ρόλο. Κι εδώ πάλι επιλέγεις έναν δύσκολο ρόλο. Σου αρέσουν οι προκλήσεις; Κάνεις επιλογές που σε τρομάζουν;

Υπάρχει μία αλήθεια σ’ αυτό. Και μια αντίφαση. Ως άνθρωπος, στην προσωπική μου ζωή, εκφράζω τις φοβίες, τις ανασφάλειες μου, δεν παίρνω ρίσκα. Στη δουλειά μου όμως, παρατηρώ ότι ρισκάρω πολύ εύκολα. Βούτηξα με το κεφάλι στο «Maestro», μου άρεσε πολύ ότι γυριζόταν με κινηματογραφικούς όρους, δεν σκέφτηκα την πρόκληση του χαρακτήρα - το αντίθετο. Οπως επίσης, μετά τον «Σπύρο», όσο κι αν τον αγάπησα, όταν ήρθε κάτι τόσο κόντρα όπως ο «Αντώνης» εδώ, χάρηκα πολύ. Ηθελα να μεταμορφωθώ σε κάτι εντελώς άλλο - ακόμα κι εμφανισιακά που έπρεπε να γλιστρήσω κάτω από ένα πιο clean cut δέρμα, να βάλω κουστούμι και γραβάτα, να γίνω κάποιος με άλλες ανησυχίες, κι άλλο τσαλάκωμα. Οι αλλαγές δεν με τρομάζουν, με γοητεύουν.

Γιώργος Μπένος Photo Credit: Κωνσταντίνος Κεσσίδης

Ο Αντώνης μοιάζει να λειτουργεί με το συναίσθημα και την ηθική του. Βλέποντας την ταινία το 2026, αναρωτιέμαι πόσοι δημοσιογράφοι θα έκαναν κάτι τέτοιο. Υπάρχει μία έντονη καχυποψία πια με αυτό το επάγγελμα, ο κόσμος δεν πιστεύει στην μετάδοση της αλήθειας, βλέπει ανθρώπους καριέρας σε καρέκλες εξουσίας. Σε προβλημάτισαν όλα αυτά; Εσύ πώς αισθάνθηκες που ερμήνευες έναν δημοσιογράφο;

Πράγματι, ο Αντώνης λειτουργεί με το συναίσθημα και την ηθική του και αυτό ήταν κάτι που μάς ενώνει. Προσπαθώ να το διορθώσω πια, αλλά μέχρι πριν λίγα χρόνια λειτουργούσα κυρίως με το συναίσθημα, παραμέριζα τη λογική. Αυτό καμιά φορά, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, έχει τις συνέπειες του. Ο Αντώνης όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποφάσισε να ακολουθήσει το συναίσθημα και την ηθική του κι όχι να καθίσει στα αβγά του, «να κοιτάξει τη δουλίτσα του», ώστε να εξασφαλίσει ότι θα είναι αρεστός. Ξέφυγε. Αν το βλέπω πια στις μέρες μας, στους σημερινούς δημοσιογράφους; Ναι, φυσικά. Δεν πιστεύω ότι όλοι είναι ίδιοι. Φυσικά υπάρχουν και οι επαγγελματίες καριερίστες, αλλά υπάρχουν κι άνθρωποι που κάνουν δύσκολες επιλογές, με κόστος και ρίσκο.

Εύχομαι να μου δίνεται η ευκαιρία να συμμετέχω σε ωραία πράγματα. Να έρχονται δύσκολοι ρόλοι και να αναμετριέμαι μαζί τους. Να μου παρουσιάζονται δουλειές που με συγκινούν. Κείμενα που έχουν κάτι να πουν - και σε μένα, αλλά και στον κόσμο. Αυτός είναι ο στόχος, αυτό είναι το όνειρο...»

Γιώργος Μπένος Photo Credit: Κωνσταντίνος Κεσσίδης

Πάντως κάπου στα 90ς άνοιξε μία πόρτα προς τον κιτρινισμό. Αυτή η έννοια του live στην ανθρώπινη τραγωδία, με μόνο σκοπό την τηλεθέαση. Αυτό αναρωτιέμαι: υπάρχει χώρος πια για έναν δημοσιογράφο να βάλει μπροστά την ηθική του; Μπήκες σε αυτές τις σκέψεις για να αποδώσεις το ρόλο;

Πολύ μεγάλο ερώτημα, μάλλον πρέπει να το απαντήσει ένας δημοσιογράφος. Ομως, ναι, φυσικά και μπήκα σε αυτές τις σκέψεις. Δεν σου το κρύβω, μπήκα. Από τις πρόβες ακόμα αναρωτιόμουν, και ρωτούσα και τον Σέριφ, αν αυτός ο άνθρωπος τώρα έχει μία σκέψη στο πίσω μέρος του μυαλού του ότι ζει μία ευκαιρία καριέρας. Πώς τον επηρεάζει αυτό; Πόσο σκέφτεται ότι έχει κάτι να κερδίσει. Δεν είχα καθαρή απάντηση. Την απάντηση την βρήκα αλλού. Μου άρεσε πάρα πολύ ότι όλοι οι ήρωες - από τον Νικολάι και τον Αντώνη, μέχρι τους όμηρους στο διαμέρισμα ή τους αστυνομικούς απέξω ή τους διευθυντές ειδήσεων, όλοι παίρνουν αποφάσεις ενώ είναι στα όρια τους. Ενώ υπάρχει μία χειροβομβίδα που μπορεί από στιγμή σε στιγμή να σκάσει. Βλέπεις πώς λειτουργεί ένας άνθρωπος κάτω από πολύ μεγάλη πίεση - στη χειρότερη νύχτα της ζωής του. Σε αυτή τη συνθήκη λοιπόν, νομίζω ότι βγαίνει ο πραγματικός χαρακτήρας του καθενός μας. Υπάρχουν τέτοιοι δημοσιογράφοι στην ταινία, όπως αυτό που περιγράφεις. Και υπάρχει κι ο Αντώνης.

Σε πλησίασε κανείς από τους αληθινούς χαρακτήρες, όταν μαθεύτηκε ότι γυρίζετε μία παρόμοια ιστορία; Κάποιος που είχε την περιέργεια του πώς θα το πλησιάσετε όλο αυτό;

Οχι, και δεν νομίζω να γίνει κιόλας. Γιατί το δηλώσαμε εξ αρχής: δεν πάμε να αναπαραστήσουμε αυτή τη τη συγκεκριμένη ιστορία. Πήραμε κάποια στοιχεία, αλλά χτίσαμε άλλους χαρακτήρες, γράφτηκε ένα διαφορετικό σενάριο, για να γίνει όλο αυτό κινηματογραφικά γοητευτικό. Μυθοπλασία κάναμε, δεν γυρίσαμε ντοκιμαντέρ. Οπότε κάθε σύγκριση θα ήταν αβάσιμη.

Κάναμε πάρα πολλές πρόβες με τον Ορφέα - να βρούμε το ρυθμό, τη σωστή τονικότητα των διαλόγων. Στις δύσκολες σκηνές, επίσης, ήμασταν εκεί ο ένας για τον άλλον. Ο Ορφέας ερχόταν στο πλατό για να με στηρίξει κι εγώ πήγαινα στο διαμέρισμα, για να με έχει απέναντί του. Τον ευχαριστώ για όλα.»

Γιώργος Μπένος Mε τον Ορφέα Αυγουστίδη (photo credit: Δομνίκη Μητροπούλου

Μίλησε μας λίγο και για τον Ορφέα Αυγουστίδη που ερμηνεύει το ρόλο του «Νικολάι». Τον ξεχωρίζω γιατί με γοητεύει πάντα η έννοια των “supporting” ρόλων - όταν δηλαδή δυο ηθοποιοί στηρίζουν ο ένας τον άλλον σε μία τόσο έντονη διάδραση. Εσείς, πώς συνεργαστήκατε;

Οπως καταλαβαίνεις έπρεπε να κάνουμε πολλές πρόβες. Αποφασίσαμε εξ αρχής ότι θα καθίσουμε απέναντι σ’ ένα τραπέζι και θα ανταλλάζουμε αυτό τον διάλογο μέχρι να πετύχουμε τη σωστή τονικότητα, το σωστό ρυθμό, τη σωστή εκφορά, το timing μεταξύ μας. Είναι αλήθεια ότι στηριχτήκαμε πολύ ο ένας στον άλλον - και τον ευχαριστώ πολύ τον Ορφέα, που ως πιο έμπειρος, μπήκε σε αυτή τη διαδικασία μαζί μου. Κάναμε και κάτι άλλο. Στις δύσκολες σκηνές του καθενός μας, ο άλλος ερχόταν στο πλατό και καθόταν απέναντι. Οταν δηλαδή εγώ έπρεπε να χειριστώ μια δύσκολη συνομιλία με τον Νικολάι, είχα τον Ορφέα στο πλατό απέναντι μου. Οταν ο Ορφέας γύριζε τις έντονες σκηνές του, εγώ ήμουν στο διαμέρισμα. Αυτό μας βοήθησε πολύ.

Είσαι πολύ καλός Γιώργο και σου ευχόμαστε καλή επιτυχία στη συνέχεια της πορείας σου στο σινεμά. Αλήθεια, μιας και ζητάς κάτι διαφορετικό κάθε φορά, έχεις κάτι υπόψη σου; Ονειρεύεσαι επόμενους ρόλους, βάζεις στόχους;

Οχι (γελάει). Δεν ονειρεύομαι συγκεκριμένα πράγματα. Δεν βάζω συγκεκριμένους στόχους. Εύχομαι να μου δίνεται η ευκαιρία να συμμετέχω σε ωραία πράγματα. Να έρχονται δύσκολοι ρόλοι και να αναμετριέμαι μαζί τους. Να μου παρουσιάζονται δουλειές που με συγκινούν. Κείμενα που έχουν κάτι να πουν - και σε μένα, γιατί θα κληθώ να τα υπερασπιστώ, αλλά και στον κόσμο. Οι θεατές πηγαίνουν σινεμά για να συνδεθούν με κάτι. Αυτός είναι ο στόχος, αυτό είναι το όνειρο.

«Η Τελευταία Κλήση» του Σέριφ Φράνσις κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες από την Πέμπτη 19 Μαρτίου από την Tanweer