Στο «Motor City», τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Πότσι Ποντσιρόλι μετά το μικρό θρίαμβο του «Old Henry» το 2021 που δεν είδαμε ποτέ στην Ελλάδα, δεν υπάρχει καθόλου διάλογος.
Καμία πρωτοτυπία, ειδικά τα τελευταία χρόνια που η λίστα των ταινιών χωρίς πρόζα μεγαλώνει - θυμηθείτε το «Ολα Χάθηκαν» του Τζέι Σι Τσάντορ, τη «Σιωπηλή Νύχτα» του Τζον Γου, ακόμη και τα τρία «Ενα Ησυχο Μέρος», «Ενα Ησυχο Μέρος 2» και «Ενα Ησυχο Μέρος: Ημέρα Πρώτη», συν μια σειρά από animation που έδωσαν βαρύτητα στην εικόνα (από το «Flow: Η Γάτα που Δεν Φοβόταν το Νερό», μέχρι την «Κόκκινη Χελώνα» και απο τους κλασικούς ήρωες της Aardman (το «Σον το Πρόβατο» για να πουμε τα πιο πρόσφατα) και το «Ο Φίλος μου το Ρομπότ».
Ολα τα παραπάνω παραδείγματα και άλλα πολλά στην ιστορία του σινεμά είχαν κάποιο λόγο για τον οποίο μείωσαν τις λέξεις τόσο ώστε οι ταινίες να αποκτήσουν χαρακτήρα από την έλλειψη τους. Στο «Ολα Χάθηκαν» πρωταγωνιστεί μόνο ένας άνθρωπος που παλεύει με τα κύματα, στη «Σιωπηλή Νύχτα» ο ήρωας χάνει τη φωνή του μετά από πυροβολισμό στις φωνητικές του χορδές, στην τριλογία του «Ενα Ησυχο Μέρος» οι λέξεις σπάνε την ησυχία σε μια ταινία που ακριβώς αυτό είναι το safe place των ηρώων της, στο «Flow» και τη «Χελώνα», πρωταγωνιστούν ζώα, στο σύμπαν της Aardman ζώα και άνθρωποι μιλούν τη γλώσσα ενός σωματικού παραλογισμού.
Τo «Motor City» δεν έχει κανένα λόγο να μην έχει διαλόγους, εκτός ίσως από τη διάθεση του Ποντσιρόλο να παίξει με την ιδέα. Ούτε η ιστορία του, ούτε κάποια κρυφή πτυχή του που ενδεχομένως θα αποτελούσε ένα plot twist επιβάλλει στους ήρωες να μην μιλούν και απλά να «περιγράφουν», με την κίνηση του σώματος τους και με το στόμα να ανοιγοκλείνει, πλοκή και λοιπά συναισθήματα.
Εκτός αν την "ακούσεις" με το πείραμα και θεωρήσεις πως βλέπεις ένα εικονογραφημένο κόμικ σε στιλ grindhouse που δεν χρειάζεται λέξεις (εδώ βοηθάει και η ανατομία του Αλαν Ρίτσον ως ογκόλιθου της δράσης), είναι παράλογο να βλέπεις επί πόση ώρα μια ταινία που δεν είναι γυρισμένη για να μην έχει διαλόγους.»
Η ιστορία του είναι μια τυπική ιστορία εκδίκησης. Πρωταγωνιστής είναι ο Τζον Μίλερ, ένας πρώην βετεράνος του Βιετνάμ και κατάδικος ο οποίος κλέβει την κοπέλα ενός γκάνγκστερ και στο τέλος της αναστολής του της κάνει πρόταση γάμου προκειμένου να ξεκινήσουν μαζί μια νέα ζωή. Ο γκάνγκστερ όμως θα τον εκδικηθεί παγιδεύοντας τον για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε και όσο είναι ξανά στη φυλακή κλέβει πίσω το κορίτσι και το παντρεύεται. Ο Τζον θα αποδράσει από τη φυλακή και θα βγει για να πάρει με τη σειρά του τη δική του εκδίκηση.
Κάντε εικόνα όλα αυτά, χωρίς καθόλου διαλόγους, με ένα jukebox από καρά-classics (αδιανόητο σερί από Fleetwood Mac, Ντείβιντ Μπόουι, Ντόνα Σάμερ, The Moody Blues και αλλα) που έχει επιμεληθεί ο Τζακ Γουάιτ (ο οποίος εμφανίζεται σε ένα, βωβό, φυσικά πέρασμα) σε μια ταινία που πραγματικά δεν καταλαβαίνεις αν θέλει να αναρωτηθεί πάνω στην ακύρωση της αφήγησης όπως τη γνωρίζουμε, πάνω στην αρχέγονη δύναμη του σινεμά των πρώτων του βωβών χρόνων, πάνω στην «καθαρή» υποκριτική του ανθρώπινου σώματος ή - για να το πάμε και ακόμη παραπέρα - στην κατάδειξη των μοτίβων που κάνουν το σινεμά «κατανοητό» ακόμη κι όταν δεν «λέει» τίποτα.
Είναι αλήθεια, πως οι λέξεις εδώ δεν θα βοηθούσαν, αφού οι συγκεκριμένοι ήρωες στο συγκεκριμένο πλαίσιο δεν θα έλεγαν και κάτι σπουδαίο. Οι σκηνές είναι κατανοητές - με ένα ελαφρύ μπέρδεμα στα flash backs - το νόημα βγαίνει και επειδή το 70% της ταινίας είναι «ξύλο» και «δράση», τα ηχητικά εφέ περισσεύουν, συν η (πιο ωραία από την ακατάσχετη χρήση των τραγουδιών) μουσική του Στιβ Τζαμπλόνσκι σε ένα υπερστυλιζαρισμένο σύνολο που πιστεύει ότι θαμπώνει τα μάτια ώστε τα αυτιά να μπορούν να ξεκουραστούν.
Φεύ! Εκτός αν την «ακούσεις» με το πείραμα και θεωρήσεις πως βλέπεις ένα εικονογραφημένο κόμικ σε στιλ grindhouse που δεν χρειάζεται λέξεις (εδώ βοηθάει και η ανατομία του Αλαν Ρίτσον ως ογκόλιθου της δράσης), είναι παράλογο να βλέπεις επί πόση ώρα μια ταινία που δεν είναι γυρισμένη για να μην έχει διαλόγους και το χειρότερο μοιάζει όλη σαν να αφαιρέθηκε η πρόζα στο sound mixing αφήνοντας το σύνολο γυμνό χωρίς να υπήρχε από την αρχή πρόθεση να είναι γυρισμένη χωρίς διαλόγους.
Κανένα πραγματικό παιχνίδι πάνω στον ήχο (και την έλλειψη του), καμία μεγάλη σκηνή που να αποδεικνύει πως τα λόγια είναι περιττά, άλλο ένα τραγούδι που έρχεται να διαδεχθεί το προηγούμενο χωρίς να σημαίνει κάτι για την πλοκή αλλά μόνο για να καλύπτει την έλλειψη διαλόγων, ένα ανούσιο και αναίτιο πείραμα που ήδη από την πρώτη του σκηνή σε κάνει να αναζητάς τις λέξεις σαν απόδειξη της μεγαλύτερης και πιο ηχηρής αποτυχίας του.

