Δεύτερο μέρος τής, βασισμένης στο βιβλίο A Certain Idea of France: The Life of Charles De Gaulle κινηματογραφικής αφήγησης του Αντονέν Μποντρί για τη δράση και την προσωπικότητα του Στρατηγού ντε Γκωλ: το πρώτο μέρος κάλυψε τις χρονιές 1940-42 και την προσπάθεια του ντε Γκωλ να δομήσει, να εμπνεύσει και να ηγηθεί της Ελεύθερης Γαλλίας κόντρα στη ναζιστική κυβέρνηση Βισύ, ενώ το δεύτερο φτάνει από το 1942 ως το 1944, εστιάζοντας στην ενοποίηση της Αντίστασης, τις διπλωματικές σχέσεις και διεκδικήσεις από τους Συμμάχους και τον αγώνα για την απελευθέρωση της Γαλλίας. Συνολικά 160 και 157 λεπτά για την ιστορία τεσσάρων ετών, όταν δεν είναι συναρπαστικά, προοδευτικά βαραίνουν. Βέβαια καθόλου απαραίτητο δεν είναι να έχει δει κανείς το πρώτο μέρος του δίπτυχου πριν δει το δεύτερο, γιατί λειτουργούν και αυτοτελώς.
Ενώ στο πρώτο μέρος το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στη σχέση αντιπάθειας και αμοιβαίου σεβασμού του ντε Γκωλ με τον Τσόρτσιλ (και την παράλληλη ιστορία του νεαρού αντιστασιακού Φερνάν), στο δεύτερο ο Μποντρί εστιάζει στις συνομιλίες του Γάλλου στρατηγού με τον Αμερικανό Πρόεδρο Ρούζβελτ, ώστε, η προς απελευθέρωση Γαλλία ν' αυτονομηθεί και να μην περάσει σε αμερικανική κηδεμονία.
Συνολικά 160 και 157 λεπτά για την ιστορία τεσσάρων ετών, όταν δεν είναι συναρπαστικά, προοδευτικά βαραίνουν.»
Παράλληλα, ο ντε Γκωλ αντιμάχεται τον στρατηγό Ζιρό, ευνοούμενο των Συμμάχων, ώστε μεν να ηγηθεί της μεταπολεμικής Γαλλίας, αλλά και να εξασφαλίσει την πραγματική κι όχι κατ' όνομα μόνο ελευθερία της. Κι εδώ μια παράλληλη ιστορία, αυτή του αντιστασιακού και εθνικού ήρωα της Γαλλίας, Ζαν Μουλέν και της Λίβια, που γνωρίσαμε στην πρώτη ταινία και που εδώ υποδύεται η πάντα μαγνητική Αναμαρία Βαρτολομέ («Το Γεγονός»).
Ο Σιμόν Αμπκαριάν εξακολουθεί να ενσαρκώνει τον ντε Γκωλ μ' ένα μείγμα κύρους, εκτοπίσματος και κατά στιγμές υπερβολής, υπερδραματοποίησης ή οριακής ακούσιας κωμωδίας. Μικρότερη η ένταση μεταξύ προσωπικοτήτων, η αίσθηση κατεπείγοντος για την ανατροπή της ναζιστικής κατοχής, μάλλον πιο πομπώδης η σκηνοθεσία, ωστόσο ένα τυπικό, γερό, καλό μάθημα γαλλικής ιστορίας που, εξίσου έξυπνα, σταματά εκεί όπου τα πράγματα για τη φυσιογνωμία του ντε Γκωλ ετοιμάζονται να μπουν στην γκρίζα ζώνη (τη δική του αίσθηση εθνικού μεγαλείου, ή την Αλγερία), αποφεύγοντάς την... στρατηγικά.

